Περί πραγματικότητας και της βάσης ανάπτυξης αντιπολεμικού – αντιιμπεριαλιστικού κινήματος

Διαβάσαμε σε άρθρο του «Λ.Δ.» της 24/3/2018 με τίτλο «Για την βάση ανάπτυξης του αντιπολεμικού-αντιιμπεριαλιστικού κινήματος» τα παρακάτω: «Καμία πραγματικά επαναστατική γραμμή δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην άρνηση της πραγματικότητας. Και σε αυτό το σημείο, εκτός από τις δυνάμεις του τροτσκισμού και της “αντικαπιταλιστικής αριστεράς”, που σταθερά και σκόπιμα την αρνούνται, εντύπωση προξενεί και η τοποθέτηση των συντρόφων του ΚΚΕ (μ-λ), που σε πολλά της σημεία στο θέμα των ελληνοτουρκικών συναντιέται με αυτές».Τα παραπάνω είναι γραμμένα κάτω από τον υπότίτλο «“Τούρκικη επιθετικότητα”. Αναγνώριση ή παράκαμψη της… πραγματικότητας;»

Είναι αλήθεια ότι μας «ζόρισε» η παραπάνω αναφορά και αρχίσαμε να «ψαχνόμαστε» μήπως τυχόν έχουμε πάρει τον δρόμο προς τον τροσκισμό ή προς την «αντικαπιταλιστική αριστερά»… Και πάνω στο «ζόρι» θυμηθήκαμε ότι είχαμε, πολύ πρόσφατα, στις 14/2/2018, βγάλει και διακινήσει σε χιλιάδες αντίτυπα μία προκήρυξη του ΚΚΕ (μ-λ) με τίτλο «ΟΧΙ στον ΠΟΛΕΜΟ! Οι λαοί δεν είναι κρέας για τα κανόνια των ιμπεριαλιστών φονιάδων!» όπου μία ολόκληρη παράγραφος λέει: «Στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου, στην Τουρκία, το φασιστικό καθεστώς με κοινοβουλευτικό μανδύα, με τη συνηγορία όλων των αστικών κομμάτων, διεξάγει ήδη δύο πολέμους. Τον πρώτο (που είναι διαρκείας) ενάντια στον τουρκικό λαό, τις ελευθερίες και τα δημοκρατικά δικαιώματα αλλά και ενάντια στους Κούρδους της Ν.Α. Τουρκίας. Βομβαρδίζει πόλεις και χωριά, φυλακίζει και βασανίζει, φιμώνει πολιτικούς αντιπάλους, ακαδημαϊκούς και δημοσιογράφους. Κυνηγά και δολοφονεί την ηρωική τουρκική επαναστατική αριστερά, η οποία –με βαρύ κόστος– αντιστέκεται στον φασισμό και τον σωβινισμό. Μόλις σήμερα, 14/2, οι αρχές επέβαλαν μια άνευ προηγουμένου απαγόρευση κυκλοφορίας σε 176 χωριά και δήμους στο Ντιγιάρμπακιρ!
Ο δεύτερος πόλεμος είναι η εισβολή στις κουρδικές περιοχές της βόρειας Συρίας· σήμερα με επίκεντρο το Αφρίν, χθες στο βόρειο Ιράκ παραβιάζοντας κάθε έννοια διεθνούς δικαίου. Όπως και όλες οι αστικές τάξεις στην περιοχή έτσι και η τουρκική επιδιώκει να αποκτήσει βαρύνοντα περιφερειακό ρόλο, να ευνοηθεί από τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα, να αξιοποιήσει αντιθέσεις και να αποφύγει “ριξίματα” ενόψει ενός νέου κύκλου μοιράσματος και ξανα-μοιράσματος της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, των συνόρων και των πλουτοπαραγωγικών πηγών της».

Και εκεί διαπιστώσαμε ότι προσπεράσαμε … την πραγματικότητα την οποία περιγράφουν οι σ. του Μ-Λ ΚΚΕ, που γράφουν στο άρθρο τους ότι: «Εδώ και δεκαετίες η Τουρκία δεν σταματά να εγείρει αξιώσεις στο χώρο του Αιγαίου, οι οποίες κάθε χρόνο γίνονται όλο και μεγαλύτερες. Με αυτή τη σταθερή επιθετική πολιτική, κατόρθωσε να γκριζάρει το Αιγαίο, να θεωρεί και σχεδόν να επιβάλει ότι βραχονησίδες όπως τα Ίμια αποτελούν τούρκικο έδαφος, να αναφέρει ως αιτία πολέμου τα 12 μίλια και για πρώτη φορά μετά από έναν σχεδόν αιώνα να αμφισβητεί εμπράκτως τη συνθήκη της Λοζάνης. Με αυτή την επιθετική πολιτική αμφισβητεί εδώ και δεκαετίες σταθερά και εμπράκτως τον εναέριο χώρο και τα ελληνικά χωρικά ύδατα, εισβάλοντας όποτε θέλει σε αυτά και τελευταία… εμβολίζοντας πλοία. Απέναντι σε αυτό η ελληνική αστική τάξη εδώ και δεκαετίες έχει να αντιπαρατάξει, κούφιες διακηρύξεις, αναζήτηση προστατών, ή των καλών τους λόγων στα πλαίσια της ολόπλευρης εξάρτησής της, και άφθονο… ενδοτισμό». Το σχήμα, λοιπόν, επιθετική τούρκικη αστική τάξη – ενδοτική ελληνική αστική τάξη είναι η πραγματικότητα που ισχύει για δεκαετίες κατά την άποψη των σ. του Μ-Λ ΚΚΕ. Άρα για αυτό τον λόγο έχουν και την εκτίμηση ότι «Δεν υπάρχει επίσης καμία αμφιβολία ότι, εκτός από (και παράλληλα με) την όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, τις εξελίξεις αυτές τις “χρωματίζει” η ένταση της τούρκικης επιθετικότητας και προκλητικότητας στην περιοχή, κάνοντας πλέον ορατά σε όλους τα σενάρια θερμών επεισοδίων και πολέμων».

Σε όλα τα παραπάνω γίνεται φανερή η προσπάθεια να «αυτονομηθεί» η αντιπαράθεση των δύο αστικών τάξεων και μάλιστα να πάρει έναν διαχρονικό και μόνιμο χαρακτήρα ο επιτιθέμενος και ο ενδοτικός ρόλος της κάθε πλευράς. Στην ουσία θα φύγουμε από το έδαφος της πραγματικότητας που ορίζεται από τις επεμβάσεις και τους ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστών, από τις επιδιώξεις, τους τυχοδιωκτισμούς και το δέσιμο των χωρών στο ιμπεριαλιστικό άρμα από τις ντόπιες αστικές τάξεις και θα πάμε στη λογική του «προ… δεκαετιών εχθρού». Αλήθεια πιστεύουν ότι με αυτό το σχήμα θα αναπτυχθεί αντιπολεμικό – αντιιμπεριαλιστικό κίνημα; Αυτό το σχήμα ενισχύει την πάλη ενάντια στον εθνικισμό και τον σωβινισμό που καλούμαστε να αντιπαλέψουμε;

Επειδή πιστεύουμε ότι οι σ. του Μ-Λ ΚΚΕ γνωρίζουν αρκετά καλά τις απόψεις και τις θέσεις του ΚΚΕ (μ-λ), τις οποίες σκόπιμα (για ακόμα μία φορά) τσουβαλιάζουν με τις απόψεις άλλων πολιτικών δυνάμεων, θέλουμε να θέσουμε το εξής ερώτημα. Κατά την άποψή τους, για ποιο λόγο δεν αναπτύσσεται σήμερα αντιπολεμικό – αντιιμπεριαλιστικό κίνημα; Καθώς δεν είδαμε καμία απάντηση πάνω σε αυτό το ζήτημα, σε ένα μεγάλης έκτασης άρθρο. Ο λόγος είναι ότι δεν αναγνωρίζεται η τούρκικη επιθετικότητα από δυνάμεις της Αριστεράς ή ακριβώς επειδή ο τρόπος που αναγνωρίζεται οδηγεί σε «πάγωμα» κάθε κίνησης; Καθώς με «μπροστάρη» το ΚΚΕ και ακολουθητές ουκ ολίγους (ΛΑΕ, ΚΟΕ κλπ) το βασικό ζήτημα που τίθεται είναι ότι η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει αποφασιστικά τις τούρκικες απειλές και προκλήσεις και μάλιστα τους δίνει και χώρο να εκφραστούν (επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα). Στην βάση αυτή, τι αντιπολεμικό – αντιιμπεριαλιστικό κίνημα να οικοδομηθεί; Κάποιες κομματικές συγκεντρώσεις από το ΚΚΕ και κάποιες συζητήσεις από τους υπόλοιπους για να επισημανθεί ο «κίνδυνος της Μικρασιατικής καταστροφής που μας απειλεί». Αυτή είναι η πρακτική όσων ακολουθούν με συνέπεια την άποψη ότι το κύριο ζήτημα που αντιμετωπίζει σήμερα ο λαός μας είναι η τούρκικη προκλητικότητα – επιθετικότητα. Κατ’ αυτούς δεν υπάρχει λόγος να βγει μαζικά ο λαός στους δρόμους να καταγγείλει τους ιμπεριαλιστές (ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ-Ρωσία) για τις αιματοβαμμένες επεμβάσεις τους. Δεν υπάρχει λόγος να διαδηλώσουμε ενάντια στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση, με τον πρεσβευτή των ΗΠΑ να «αλωνίζει» από άκρου εις άκρον την χώρα μας και να τη γεμίζει με αμερικανονατοϊκές βάσεις. Δεν υπάρχει λόγος να αποκαλύψουμε και να καταγγείλουμε τον αντιδραστικό χαρακτήρα της αντιπαράθεσης και του ανταγωνισμού της τούρκικης και της ελληνικής αστικής τάξης. Δεν υπάρχει λόγος να διαδηλώσουμε για τη φιλία και την αλληλεγγύη των λαών και ιδιαίτερα του ελληνικού, τούρκικου και κυπριακού λαού.

Είναι προφανές ότι εμείς δεν συγκαταλέγουμε το Μ-Λ ΚΚΕ στις παραπάνω δυνάμεις, αντίθετα με ότι κάνει το ίδιο για εμάς, καθώς στα πλαίσια της ΛΑ-ΑΑΣ και στην πολύ πρόσφατη (10-11/3) πολιτική απόφαση της 2ης Πανελλαδικής Σύσκεψης καταλήξαμε από κοινού στα εξής συμπεράσματα: «Ένταση σημειώνεται ξανά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις με τα διαδραματιζόμενα στο Αιγαίο, σε μια χρονική περίοδο όπου έχουν προηγηθεί και συνεχίζονται μια σειρά δηλώσεις και ενέργειες της Τουρκίας (δηλώσεις για τη συνθήκη της Λοζάνης, για τη μειονότητα στη Θράκη κλπ.) που τροφοδοτούν αυτή την ένταση, ενώ στην Κύπρο συνεχίζεται η τουρκική κατοχή, οι ξένες στρατιωτικές βάσεις και οι “εγγυήτριες” ελληνικές και τουρκικές δυνάμεις παραμένουν στο νησί και το Κυπριακό ζήτημα οδεύει σε δρόμους “να μην μπορεί να λυθεί”, καθώς, πάλι, ως “επίλυσή” του προωθείται ένα νέο διχοτομικό σχέδιο. Ένα σχέδιο χειρότερο από το σχέδιο Ανάν, με ανεπιτυχή μέχρι στιγμής έκβαση στο πλαίσιο των αντίρροπων επιδιώξεων των ιμπεριαλιστών και των εξαρτημένων αρχουσών τάξεων σε Ελλάδα και Τουρκία, Κύπρο. Από την άλλη, έχει προηγηθεί το ταξίδι Τσίπρα στις ΗΠΑ, η συνάντησή του με τον Τραμπ, οι συμφωνίες για τις παλιές και νέες βάσεις και τα F-16, που αντιμετωπίζεται από την εγχώρια μεγαλοαστική τάξη ως “ευκαιρία” για το κέρδισμα πόντων έναντι της ανταγωνίστριας τουρκικής κυρίαρχης τάξης. Επίσης, με την άρχουσα τάξη της Ελλάδας να προχωρά τις “συμμαχικές” της κινήσεις (Made in USA) με Ισραήλ – Κύπρο – Αίγυπτο, κινήσεις που φτάνουν να θεωρούνται έως και εχθρικές από την Τουρκία». Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, η αποτροπή των κινδύνων και περιπετειών που εγκυμονούνται είναι υπόθεση της κοινής πάλης των λαών της Ελλάδας, της Τουρκίας, και της Κύπρου, ενάντια στα σχέδια των ιμπεριαλιστών και στην πολιτική των κυρίαρχων τάξεων στις χώρες τους.Οι λαοί της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Κύπρου πρέπει να αντιταχθούν στον εθνικισμό και την πολιτική υποτέλειας στον ιμπεριαλισμό. Να εναντιωθούν σε σχέδια αλλαγής συνόρων και αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων. Να εναντιωθούν στους πολέμους και στις ξένες επεμβάσεις. Να δουλέψουν για τη δημιουργία ενός αντιιμπεριαλιστικού – αντιπολεμικού μετώπου των λαών.     »Ο λαός μας καλείται να αναπτύξει ένα στιβαρό αντιπολεμικό-αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, θέτοντας στην πρώτη γραμμή πάλης την ειρήνη και τη φιλία των λαών, την καταδίκη των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και πολέμων, του εθνικισμού, του φασισμού, ρατσισμού και του αλυτρωτισμού».

Ενώ η προκήρυξη της ΛΑ-ΑΑΣ που κυκλοφόρησε μετά την 2η Πανελλαδική Σύσκεψη και μοιράζεται πλατιά στις παρεμβάσεις της σε όλη την χώρα γράφει: «Είναι φανερό ότι η ένταση στο Αιγαίο και στην Κύπρο αναπτύσσεται πάνω στο έδαφος των οξυνόμενων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και επεμβάσεων στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια, οι οποίοι υποδαυλίζουν αντιθέσεις και προκαλούν διαρκείς πολεμικές αναφλέξεις. Τροφοδοτείται από τις παρεμβάσεις και τις υπαγορεύσεις των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στα ελληνοτουρκικά ζητήματα και στο Κυπριακό, αλλά και από τις πολιτικές υποτέλειας και των εθνικισμών που ασκούν οι κυρίαρχες αστικές δυνάμεις σε Τουρκία και Ελλάδα».

Θεωρούν οι σ. του Μ-Λ ΚΚΕ ότι αυτές οι τοποθετήσεις… προσπερνούν την πραγματικότητα; Μπορούν να αποτελέσουν βάση για την ανάπτυξη ενός αντιπολεμικού – αντιιμπεριαλιστικού κινήματος; Για εμάς οι παραπάνω τοποθετήσεις της ΛΑ-ΑΑΣ όχι απλά μας «καλύπτουν» αλλά πιστεύουμε ότι μπορούν να αποτελέσουν και την βάση πάνω στην οποία μπορεί να αναπτυχθεί αντιπολεμικό – αντιιμπεριαλιστικό κίνημα κόντρα τόσο στις λογικές της «ιμπεριαλιστικής Ελλάδας» και των «ανοιχτών συνόρων» όσο και στις λογικές των «εθνικών κινδύνων που αντιμετωπίζουμε».

Αλλά ας προσπαθήσουμε να δούμε τι είναι αυτό που κατά τους σ. του Μ-Λ ΚΚΕ μπορεί να «υποσκάψει» την ανάπτυξη ενός αντιπολεμικού κινήματος, στο ζήτημα του χαρακτήρα ενός ενδεχόμενου πολέμου ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, στο ίδιο άρθρο διαβάζουμε ότι «Σήμερα συζητάμε για το ενδεχόμενο ενός πολέμου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, όχι αφηρημένα, αλλά πάνω στα σενάρια που υφαίνονται με τα συγκεκριμένα δεδομένα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και την αυξανόμενη επιθετικότητα της Τουρκίας. Τα σενάρια πολέμου τα οποία υπάρχουν και στις δυο πλευρές του Αιγαίου και στα οποία οφείλει να τοποθετηθεί η αριστερά και στις δύο χώρες, δεν έχουν να κάνουν με το ενδεχόμενο να πάρει η Ελλάδα την Κόκκινη Μηλιά, αλλά με την επιδίωξη της Τουρκίας να διεκδικήσει τα Ίμια ή ό,τι άλλο αμφισβητεί. Για αυτόν τον πόλεμο γίνεται λόγος σήμερα, αυτό υπάρχει στα μυαλά του ελληνικού λαού και από αυτό δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς με γενικολογίες» ( ο τονισμός δικός μας). Εδώ είναι φανερό ότι υιοθετείται αβίαστα η εκδοχή, το σενάριο, μίας επιθετικής – κατακτητικής κίνησης από τη μεριά της Τουρκίας. Μας κάνει εντύπωση η ευκολία της υιοθέτησης αυτού του σεναρίου όταν γνωρίζουμε πολύ καλά από την ιστορία της πολύ πρόσφατη αλληλοσφαγής λαών ότι υπάρχουν και μπορούν να «προσαρμοστούν» τόσο τα «σενάρια πολέμου» της υπερ-δεκαετούς σύγκρουσης Ιράν –Ιράκ, όπως και ο «αστραπιαίος πόλεμος» των 6 ημερών μεταξύ Ισραήλ από τη μία, Αιγύπτου – Συρίας από την άλλη. Κατά την άποψή μας, αυτό που θα χαρακτηρίσει έναν ενδεχόμενο πόλεμο ανάμεσα σε Ελλάδα – Τουρκία είναι πριν από όλα και πάνω από όλα τα συμφέροντα και οι επιδιώξεις των ιμπεριαλιστών και ιδιαίτερα των Αμερικάνων, οι οποίοι καθορίζουν και «ρυμουλκούν» και τις δύο αστικές τάξεις.

Με αυτή την έννοια, ας μας συγχωρήσουν οι σ. του Μ-Λ ΚΚΕ αλλά δεν μπορούμε να καθορίσουμε τον χαρακτήρα ενός ενδεχόμενου πολέμου με βάση «αυτό που υπάρχει στα μυαλά του ελληνικού λαού». Καθώς «αυτό που υπάρχει» καθορίζεται από δύο σημαντικούς παράγοντες. Ο ένας είναι οι δυνάμεις του κεφαλαίου, ξένου και ντόπιου, που στόχος τους είναι να συσκοτίσουν και να διαστρέψουν την πραγματικότητα έτσι ώστε να οδηγήσουν τον λαό μας και τους άλλους λαούς να υποταχτούν στη ρητορεία τους και τους αντιδραστικούς σκοπούς τους. Από την αντίθετη πλευρά, ο εργατολαϊκός παράγοντας, οι αριστερές, επαναστατικές και κομμουνιστικές δυνάμεις που έρχονται να αποκαλύψουν, να καταγγείλουν και να αναπτύξουν ένα μαζικό κίνημα ενάντια στους ιμπεριαλιστές, τις ντόπιες αστικές τάξεις, τον πόλεμο τον σωβινισμό και τον εθνικισμό. Όσο καθυστερεί η ανάπτυξη ενός τέτοιου κινήματος, τόσο αυτό «που υπάρχει στα μυαλά του ελληνικού λαού» θα έχει την σφραγίδα της κυρίαρχης αστικής και ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας.

Αλλά ας προσπαθήσουμε να παρακολουθήσουμε τη συλλογιστική τους στο ζήτημα του χαρακτήρα ενός ενδεχόμενου πολέμου ανάμεσα σε Ελλάδα – Τουρκία. Στο ίδιο άρθρο διαβάζουμε: «Με αυτό το δεδομένο, μια τοποθέτηση της αριστεράς, που από σήμερα ξεκαθαρίζει ότι ο ενδεχόμενος πόλεμος (αυτός που αντιλαμβάνεται ο κόσμος ότι μπορεί να συμβεί με βάση τα γεγονότα) θα είναι άδικος, μια θέση δηλαδή που προδικάζει τη στάση της απέναντι σε αυτόν, σίγουρα υποσκάπτει την ανάπτυξη ενός τέτοιου αντιπολεμικού κινήματος. Γιατί, με τα σημερινά δεδομένα, είναι σαν να διακηρύσσει η αριστερά ότι δεν την ενδιαφέρει η εδαφική ακεραιότητα της χώρας, η ελευθερία και η ανεξαρτησία του λαού. Και τέτοιο αντιπολεμικό κίνημα δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει» (ο τονισμός δικός μας).

Εδώ είναι αλήθεια ότι αιφνιδιαστήκαμε καθώς βρισκόμαστε μπροστά σε μία άποψη που λέει ότι εάν εκτιμήσουμε τον ενδεχόμενο πόλεμο μεταξύ των δύο χωρών σαν άδικο σημαίνει ότι «δεν ενδιαφερόμαστε […]» και ταυτόχρονα ότι αυτή η εκτίμηση «σίγουρα» υποσκάπτει το αντιπολεμικό κίνημα που «δεν θα υπάρξει». Και ο αιφνιδιασμός και οι απορίες μας μεγαλώνουν όταν διαβάζουμε παρακάτω ότι «Ξεκαθαρίζουμε ότι σε ό,τι αφορά το Μ-ΛΚΚΕ, παρά τις κριτικές που γίνονται και παρά το γεγονός ότι οι επικριτές του έχουν σπεύσει να πάρουν θέση, δεν έχει διατυπώσει θέση για έναν ενδεχόμενο πόλεμο. Εάν υπάρξει τέτοιο σενάριο, θα διατυπώσει τη θέση του με βάση τα δεδομένα εκείνης της χρονικής στιγμής. Εξαρχής όμως οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε ότι οι αρχές πάνω στις οποίες θα βασιστεί η θέση μας είναι διατυπωμένες και ξεκάθαρες» (ο τονισμός δικός μας).

Εμείς σε όλα τα παραπάνω και για να κλείνουμε, απλά θέλουμε να θέσουμε το ερώτημα, αφού τα πράγματα είναι τόσο «ξεκάθαρα» και «δοσμένα», τι εμποδίζει τους σ. του Μ-Λ ΚΚΕ να διατυπώσουν θέση για το χαρακτήρα ενός ενδεχόμενου πολέμου; Σε αντίθεση με εμάς τους «βιαστικούς»; Ποια δεδομένα «εκείνης της στιγμής» μπορεί να τροποποιηθούν από τις «σιγουριές» που διαπερνάει όλο το άρθρο και τις εκτιμήσεις τους;

Κατηγορίες

Αναζήτηση