Ο ταξικός συνδικαλισμός στην παρανομία – Φακέλωμα και ασφυξία στα σωματεία φέρνει το «αναπτυξιακό» νομοσχέδιο

Καίριο χτύπημα στα συνδικαλιστικά δικαιώματα θέλει να δώσει η κυβέρνηση της ΝΔ για λογαριασμό του κεφάλαιου, ξένου και ντόπιου. Χτύπημα που αποτελεί απαραίτητο όρο για την εφαρμογή όλου αυτού του φρικτού αντεργατικού «αναπτυξιακού» τοπίου που θέλει να επιβάλει. Είναι κάτι που απαιτεί το κεφάλαιο εδώ και χρόνια, είναι κάτι που το προετοιμάζουν από καιρό και το οποίο εμφάνιζε πτυχές του με διάφορες «ευκαιρίες». Πιο πρόσφατη και καίρια πτυχή του ήταν το χτύπημα του δικαιώματος στην απεργία που έφερε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με την επιβολή της απαίτησης πλειοψηφίας 50%+1 των οικονομικά τακτοποιημένων μελών ενός πρωτοβάθμιου σωματείου, προκειμένου να παρθεί απόφαση για απεργία. Κίνηση που αποτελούσε ωμή κρατική παρέμβαση στη λειτουργία των σωματείων και έστρωσε το δρόμο για τα χειρότερα.

Σε αυτόν το δρόμο συνεχίζει η κυβέρνηση της ΝΔ με το νομοσχέδιό της, το οποίο επιβάλλει την εγγραφή όλων των συνδικαλιστικών οργανώσεων σε μητρώο με το όνομα «Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.), στο οποίο τηρούνται τα εξής στοιχεία: α) το καταστατικό της συνδικαλιστικής οργάνωσης και οι τυχόν τροποποιήσεις αυτού, καθώς και η τυχόν πράξη διάλυσή της, β) ο αριθμός των μελών της συνδικαλιστικής οργάνωσης που έλαβαν μέρος στις εκλογές για ανάδειξη διοίκησης, γ) η σύνθεση των οργάνων διοίκησης αυτής, δ) η έδρα της συνδικαλιστικής οργάνωσης και στοιχεία επικοινωνίας και ε) οι οικονομικές της καταστάσεις, εφόσον υφίστανται κρατικές ή συγχρηματοδοτούμενες πηγές χρηματοδότησης στην ίδια την οργάνωση ή στις συνδεδεμένες με αυτή οντότητες» (Άρθρο 50, παράγραφος 4).

Αντίστοιχο μητρώο δημιουργείται για τις εργοδοτικές οργανώσεις με επιπλέον στοιχείο την καταγραφή του αριθμού των εργαζομένων που απασχολεί κάθε μέλος της εργοδοτικής οργάνωσης.

Ο στόχος είναι προφανής: με πρόσχημα τη διαφάνεια, την αντικειμενικότητα και τη λεγόμενη αντιπροσωπευτικότητα, η κυβέρνηση θέλει, πρώτον, τον ασφυκτικό έλεγχο των σωματείων (σαν να ήταν κρατικές υπηρεσίες) και το φακέλωμα των εργαζομένων και, δεύτερον, να χτυπήσει κάθε δυνατότητα των εργατικών σωματείων να παίρνουν αγωνιστικές –και κυρίως απεργιακές– αποφάσεις.

Το πώς θα διαχειρίζεται το κράτος τα στοιχεία αυτά, αφήνεται στην ευχέρεια του εκάστοτε υπουργού Εργασίας, ο οποίος έχει πλήρη εξουσιοδότηση για το ζήτημα αυτό και «ιδίως σε σχέση με την αντιπροσωπευτικότητα συνδικαλιστικών οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών».

Η επόμενη παράγραφος, με αριθμό 5, του άρθρου 50 με τίτλο «Συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων των Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων και Οργανώσεων Εργοδοτών» αποκαλύπτει την πρόθεση της κυβέρνησης να μπορεί να ακυρώσει κάθε δυνατότητα αγωνιστικής απόφασης:

«Οι αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων και λοιπών οργάνων διοίκησης Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων και Οργανώσεων Εργοδοτών συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων κήρυξης απεργίας σύμφωνα με τους όρους του νόμου 1264/1982, όπως ισχύει, λαμβάνονται με ψηφοφορία, η οποία μπορεί να διεξάγεται και με ηλεκτρονική ψήφο και με όρους που διασφαλίζουν την διαφάνεια και τη μυστικότητα, όπως θα ορίζεται από το καταστατικό αυτής ή το αρμόδιο όργανο διοίκησης.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων είναι δυνατόν να ορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσης διάταξης».

Το μέλλον που προδιαγράφεται από την εφαρμογή αυτών των διατάξεων είναι εντελώς εχθρικό για τη συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων:

- Το κράτος, σε συνεργασία με τους εργοδότες, θα μπορεί να διαχειρίζεται τις λίστες εργαζομένων και εργοδοτών ενός κλάδου με τρόπο που να το βολεύει, ώστε να κρίνει κάθε φορά τις αποφάσεις των εργαζομένων μη αντιπροσωπευτικές και άρα παράνομες.

- Η εισαγωγή της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας πάει ακόμη παραπέρα από τη συζήτηση γύρω από το αν μία συνέλευση έχει απαρτία ή όχι· καταργεί την ίδια την έννοια της γενικής συνέλευσης! Η ζωντανή παρουσία ενός εργαζόμενου και η συλλογική συζήτηση δεν είναι πια απαραίτητα, η έννοια του μέλους ενός σωματείου μπαίνει σε εντελώς διαφορετική –εικονική– βάση, ενώ χτυπιέται κάθε έννοια περί μυστικότητας και ελευθερίας της ψήφου, καθώς τίποτε δεν διασφαλίζει τους όρους κάτω από τους οποίους θα γίνεται η ψηφοφορία.

Το κράτος, λοιπόν, δεν αρκείται στο να ελέγξει και να κρίνει τις αποφάσεις ενός σωματείου. Θέλει να επέμβει ανοιχτά στον τρόπο λειτουργίας των σωματείων και να τα εξουδετερώσει. Οι επεμβάσεις στο ΕΚΑ, τη ΓΣΕΕ και μια σειρά εργατικά κέντρα, η εισβολή του ΣΔΟΕ στην ΕΛΜΕ Πειραιά, ήταν πρόβες για τη συνολικότερη επέκταση της επέμβασης του κράτους στα σωματεία. Το πλαίσιο της αστικής νομιμότητας γίνεται πλέον εντελώς ασφυκτικό για τη λειτουργία ενός σωματείου με ταξικά χαρακτηριστικά. Ουσιαστικά, και σε συνδυασμό με τις διατάξεις για τις συλλογικές συμβάσεις, η έννοια της ταξικής συγκρότησης και της ταξικής διεκδίκησης βγαίνει στην παρανομία.

Το κεφάλαιο και το κράτος του εκμεταλλεύονται την αποσυγκρότηση του εργατικού κινήματος, την απομαζικοποίηση των συνδικάτων και την απαξίωση του συνδικαλισμού στα μάτια των εργαζομένων για να κάνουν ένα αποφασιστικό βήμα παραπέρα.

Εκμεταλλεύονται την αντίληψη της συνδιαλλαγής που έχει επικρατήσει στον συνδικαλισμό με ευθύνη των αστικών και ρεφορμιστικών δυνάμεων. Οι δυνάμεις αυτές έχουν ήδη νομιμοποιήσει την κρατική παρέμβαση στα συνδικάτα. Τόσο ο κυβερνητικός συνδικαλισμός όσο και το ΠΑΜΕ, έχουν αποδεχτεί την οικονομική εξάρτηση των συνδικάτων από το κράτος, έχουν αποδεχτεί το κράτος ως κριτή και εγγυητή συνδικαλιστικών ζητημάτων, με τις απανωτές δικαστικές προσφυγές αλλά και τη συμμετοχή τους σε διορισμένες κυβερνήσεις. Έχουν οι ίδιοι στρώσει το δρόμο για το φακέλωμα εργαζομένων και συνδικάτων, όταν –για παράδειγμα– βάζουν το κράτος να κρίνει ποια σωματεία είναι «μαϊμούδες» ή «σφραγίδες» ή όταν επιτρέπουν την είσπραξη των συνδικαλιστικών εισφορών από τα λογιστήρια των επιχειρήσεων ακόμη και στον ιδιωτικό τομέα, ενώ η μηχανοργάνωση του συνδικαλισμού αποτελεί «πάγιο αίτημά» τους.

Καμιά αμφιβολία δεν έχουμε για το ποια στάση θα κρατήσουν στη νέα φάση που θα ανοίξει εάν ψηφιστεί αυτό το νομοσχέδιο. Η υποταγή τους στην αστική νομιμότητα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Η πραγματική σύγκρουση με το αστικό κράτος είναι πέρα από τη λογική και τις διαθέσεις τους.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να παραιτηθούν από το δρόμο του αγώνα και της διεκδίκησης. Το αντίθετο! Πρέπει καταρχήν να δώσουν όλη τους τη δύναμη προκειμένου να μην περάσει το αντιδραστικό τερατούργημα. Παρά τους χειρισμούς και την απροθυμία της συνδικαλιστικής ηγεσίας, πρέπει να δώσουν μαζικά τη μάχη της απεργίας στις 24 Σεπτέμβρη και να συνεχίσουν.

Αλλά και παραπέρα, πρέπει να εμπλακούν μαζικά, ουσιαστικά και αποφασιστικά στην υπόθεση της οργανωμένης πάλης. Να μην επιτρέψουν την επέμβαση του κράτους στο εσωτερικό τω σωματείων. Να αρνηθούν τον κρατικό και εργοδοτικό έλεγχο. Να κάνουν τα σωματεία όπλα στην πάλη τους ενάντια στην καπιταλιστική βαρβαρότητα και το αστικό κράτος. Να κάνουν τα σωματεία φύτρα της επανάστασης.

Αναζήτηση

Κατηγορίες