Ο ΣΥΡΙΖΑ και η αυταπάτη του «μικρότερου κακού»

Στη νέα προεκλογική περίοδο που άνοιξε την επομένη των ευρωεκλογών της 26ης Μάη, συνεχίζεται από την μεριά του ΣΥΡΙΖΑ η επίκληση των κινδύνων για τον λαό από την έλευση στην κυβερνητική διαχείριση της ΝΔ και του Κ. Μητσοτάκη. Πρόκειται για ένα πολιτικό επιχείρημα-εκβιασμό, που δεν έπιασε στις ευρωεκλογές, με τα γνωστά αποτελέσματα και που σήμερα χρησιμοποιείται όχι για να ανατρέψει προβλέψεις αλλά να περιορίσει απώλειες και κυρίως να δεσμεύσει ένα ευρύ λαϊκό δυναμικό στην μόνιμη εκλογική στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ.

Από τα βασικά διαπιστευτήρια που έδωσαν το «πράσινο φώς» εκ μέρους των δυνάμεων του συστήματος μέσα και έξω από την χώρα, στον ΣΥΡΙΖΑ σαν κυβερνητικό διαχειριστή, αποτέλεσε η αποδεδειγμένη ήδη από το 2012 ικανότητά του να περιορίζει τις λαϊκές κινητοποιήσεις και να επιβάλει τη λογική της ανάθεσης. Χωρίς να διαθέτει σοβαρή συνδικαλιστική συγκρότηση στους εργαζόμενους και χωρίς να έχει ιδιαίτερα μεγάλες οργανωμένες δυνάμεις μέσα στο λαό, κατάφερε να περάσει τη λογική της «κυβερνώσας αριστεράς» που θα αναλάβει να λύσει τα προβλήματα του λαού και να απαντήσει στην επίθεση που κατέστρεφε τη ζωή του. Η σχετική ευκολία με την οποία κατάφερε ένα κόμμα του 3-4 % να εκτοξευθεί στην αξιωματική αντιπολίτευση και στη συνέχεια στην κυβερνητική διαχείριση, σκορπώντας αυταπάτες για «εύκολες» και «άμεσες» λύσεις στα λαϊκά προβλήματα, δεν ήταν μόνο δική του επιτυχία. Ενισχύθηκε από λαθεμένες αντιλήψεις και πολιτικές κατευθύνσεις που επικρατούν σε δυνάμεις που αναφέρονται στην αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα, είτε αυτές αφορούν την «παράκαμψη» της ταξικής πάλης με τους όρους και τις προϋποθέσεις που διεξάγεται (ΚΚΕ) είτε με κοινοβουλευτικές και «μεταβατικές» αυταπάτες (ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Ουσιαστικά αυτές οι δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης και της αναρχίας, με την πολιτική τους κατεύθυνση «άνοιγαν» δρόμο στον ΣΥΡΙΖΑ και αφόπλιζαν πολιτικά και ιδεολογικά το εργατικό-λαϊκό κίνημα απέναντι στις «ευκολίες» των αυταπατών του. Αξιοποιώντας την οργή και την αγανάκτηση του λαϊκού κόσμου απέναντι στο αστικό πολιτικό σύστημα και τους βασικούς, μέχρι τότε, πυλώνες του (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ) που με την βάρβαρη πολιτική των μνημονίων κατέστρεφαν την ζωή του και χωρίς να έχει απέναντί του έναν ισχυρό πολιτικό αντίπαλο από την μεριά των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων, η «πρώτη φορά αριστερά» στην διακυβέρνηση έγινε πραγματικότητα.

Η πραγματικότητα αυτή, όμως, εξελίχθηκε σε εφιάλτη για τα εργατικά-λαϊκά στρώματα, καθώς οι δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ τόσο προς τη ντόπια άρχουσα τάξη όσο και προς τους ιμπεριαλιστές επικυρίαρχους των ΗΠΑ και ΕΕ ήταν τόσο ισχυρές που όχι μόνο δεν άφησαν κανένα περιθώριο να εφαρμοστεί το περιβόητο «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» αλλά μετά την αποτυχία της διαπραγμάτευσης της πρώτης περιόδου, ο ΣΥΡΙΖΑ εφάρμοσε ένα τρίτο και το ίδιο σκληρό με τα προηγούμενα, μνημόνιο. Και μάλιστα μετά από ένα κάλπικο και αποπροσανατολιστικό δημοψήφισμα, όπου κάλεσε τον λαό να ψηφίσει «ΟΧΙ» για να πάει την επόμενη με όλες τις αστικές πολιτικές δυνάμεις να συνάψει νέο «πρόγραμμα». Πήρε, φυσικά, τα συγχαρητήρια του Ομπάμα «good job, Alexis» αλλά και της Μέρκελ και όλων των εκπροσώπων των ιμπεριαλιστών, με τους οποίους υποτίθεται θα συγκρούονταν. Η εξέλιξη αυτή όχι μόνο σκόρπισε απογοήτευση στο λαό αλλά αποτέλεσε και «ξέπλυμα» της προηγούμενης αντεργατικής-αντιλαϊκής πολιτικής των ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την ακόμα πιο αντιδραστική κατεύθυνση στις εξελίξεις. Η «δεύτερη ευκαιρία» του Σεπτεμβρίου 2015 με το πρόγραμμα των δήθεν «ισοδυνάμων» μέτρων που τάχα θα ανακούφιζαν τις λαϊκές τάξεις αποδείχθηκε ένα πρόγραμμα επιδομάτων μέσα στα όρια της ιμπεριαλιστικής επιτροπείας και μέρος από το υπερ-πλεόνασμα των φορολογικών βαρών. Την ίδια περίοδο συστήνεται το «υπερταμείο», στο οποίο υποθηκεύεται όλη η περιουσία της χώρας για 99 χρόνια ως εγγύηση για την αποπληρωμή των δανειστών-ληστών, ενώ ταυτόχρονα η περιοριστική πολιτική των υποχρεωτικών πλεονασμάτων 3,5% και 2,2% μέχρι το 2060 διαμορφώνουν το ασφυκτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται η επίθεση στα δικαιώματα, τις κατακτήσεις και τη ζωή των εργαζομένων, βαθαίνοντας τη φτώχεια και την εξαθλίωση.

Σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ καλεί το λαό, ενόψει των εκλογών της 7ης Ιούλη, να «αποφασίσει για τη ζωή του» και να του δώσει μία νέα κυβερνητική θητεία, καθώς τώρα που «βγήκαμε από τα μνημόνια» υπάρχει η δυνατότητα για αυξήσεις στους μισθούς, φοροελαφρύνσεις και ενίσχυση του κοινωνικού κράτους. Τόσο όμως ο Α. Τσίπρας όσο και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δεν παραλείπουν να τονίζουν ότι το κυβερνητικό τους πρόγραμμα είναι «πλήρως κοστολογημένο» και ενταγμένο στα πλαίσια της μεταμνημονιακής «ενισχυμένης επιτροπείας» από τους ιμπεριαλιστές επικυρίαρχους. Αποκαλύπτεται με αυτό τον τρόπο ότι η ένταξη αυτού του κόμματος στις δυνάμεις της επίθεσης ενάντια στους εργαζόμενους και τον λαό δεν αποτέλεσε μια «προσωρινή» και «αναγκαστική» κατάσταση αλλά μία συνειδητή πολιτική επιλογή ενός φορέα που από «ριζοσπαστική αριστερά» εξελίχτηκε ταχύτατα σε βασικό πολιτικό πυλώνα του συστήματος της εκμετάλλευσης και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Ακόμα περισσότερο, η «ανάπτυξη» που τάζει και ο ΣΥΡΙΖΑ από τη δική του μεριά αφορά κυρίως το ξένο και ντόπιο μονοπωλιακό κεφάλαιο, τόσο με γενναίες φοροαπαλλαγές, όπως η μείωση του φόρου μερισμάτων από 15% σε 10 % και η σταδιακή μείωση της φορολογίας εισοδήματος των κερδών, όσο και με την επιδότηση των εργοδοτικών εισφορών για τη μείωση του εργατικού κόστους. Ταυτόχρονα, δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να προχωρήσει σε ακόμα μεγαλύτερο ξεπούλημα των υποδομών και των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας στους ιμπεριαλιστές, ενώ η τελευταία του «επιτυχία» είναι η υπογραφή σύμβασης με την ExxonMobil για έρευνα και εκμετάλλευση των όποιων κοιτασμάτων φυσικού αερίου βρεθούν νότια και δυτικά της Κρήτης.

Η επίθεση, όμως, δεν σταματά στο οικονομικό-ταξικό πλαίσιο. Επεκτείνεται με την ένταση των δεσμών της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, ιδιαίτερα από ΗΠΑ-ΝΑΤΟ, μετατρέποντας την χώρα σε μία πλατφόρμα πολεμικών εξορμήσεων ενάντια σε γειτονικούς λαούς και χώρες. Αυτή η εξέλιξη, πέρα από τους άμεσους κινδύνους που εγκυμονεί για το λαό, διαμορφώνει και ένα αντιδραστικό πολιτικό κλίμα, όπου η ιμπεριαλιστική εξάρτηση μετατρέπεται σε «αρετή» και «διαβατήριο» για την ενίσχυση της ντόπιας άρχουσας τάξης στον ανταγωνισμό της με την τούρκικη αστική τάξη στο Αιγαίο και την Κύπρο.

Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής των «δύο μνημονίων» (οικονομικό-γεωστρατηγικό) και του στόχου ο λαός να μείνει στο περιθώριο, εντάθηκε και κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ η καταστολή εργατικών-λαϊκών αγώνων, η φασιστικοποίηση, ο εθνικισμός και η μισαλλοδοξία, αποκαλύπτοντας ότι η κυβερνητική πολιτική είναι αυτή που ανοίγει τον δρόμο στις αντιδραστικές εξελίξεις.

Το σημερινό πολιτικό τοπίο της δεξιάς μετατόπισης και της ενίσχυσης της ΝΔ είναι «έργο ΣΥΡΙΖΑ» και πάει πολύ η ηγεσία του να ζητάει από τον λαό να εμποδίσει την επιστροφή της, όταν είναι αυτή που έχει στρώσει με την πολιτική της το δόμο της επανόδου. Εκβιάζει και απειλεί ο Α. Τσίπρας τον κόσμο της Αριστεράς που είτε επέλεξε την πολιτική στάση της αποχής από τις ευρωεκλογές είτε ψήφισε άλλα αριστερά κόμματα να εγκαταλείψει αυτή τη στάση και να «επανακάμψει» στην εκλογική στήριξή του, καθώς η πολιτική Μητσοτάκη «στάζει αίμα».

Μοναδικός φραγμός στη δεξιά πολιτική κάθε κυβερνητικού διαχειριστή δεν είναι άλλος από τη συγκρότηση της Οργάνωσης και της Αντίστασης του εργαζόμενου λαού απέναντι στους ντόπιους και ξένους δυνάστες του, για να βαδίσει ο λαός τον δικό του δρόμο στην προοπτική της Ανεξαρτησίας και του Σοσιαλισμού. Αυτή την πολιτική κατεύθυνση υπηρετεί το ΚΚΕ(μ-λ) και η συμμετοχή του στις εκλογές της 7ης Ιούλη έχει σαν στόχο να την αναδείξει και να την προωθήσει μέσα στο λαό και στους αγωνιστές της αριστεράς. Και είναι αυτή η πολιτική κατεύθυνση που αναγνωρίζει τον εργαζόμενο λαό σαν τον πραγματικό πρωταγωνιστή της πάλης, με στόχο να γίνει κυρίαρχος στον τόπο και στον κόπο του και όχι να χρησιμοποιείται σαν «όχημα» για την κυβερνητική διαχείριση, σαν χειροκροτητής και ψηφοφόρος κομμάτων που υπηρετούν ντόπιους και ξένους αφεντάδες.

Αναζήτηση

Κατηγορίες