Ο κόσμος της Αριστεράς να μην υποταχτεί στο «αντικειμενικά κανονικό»

Η συμφωνία-υποταγή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με τους ιμπεριαλιστές-δανειστές έχει προκαλέσει διαφόρων κατηγοριών αντιδράσεις στον κόσμο, σε στελέχη και οργανώσεις-κόμματα της Αριστεράς. Είναι φυσικό ότι στα στενά όρια της εφημερίδας δεν μπορούμε να αναφερθούμε ούτε σε όλο το εύρος τους, ούτε στις ιδιαιτερότητες της κάθε μίας. Έτσι και αλλιώς, όλη η επόμενη περίοδος που ανοίγεται μπροστά μας θα χαρακτηριστεί, εκτός των άλλων, από τις διεργασίες στον χώρο της Αριστεράς. Και εδώ έχει σημασία να αναφερθούμε σε εκτιμήσεις μας από το 2009 και στην 7η Συνδιάσκεψη του 2010, ότι καμία πολιτική δύναμη, ούτε της Αριστεράς συμπεριλαμβανομένης, δεν θα βγουν ίδιες από την κρίση του συστήματος της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και της εκμετάλλευσης. Η τοποθέτηση αυτή δεν αποτελούσε «προφητεία» αλλά μία πολιτική εκτίμηση που βασιζόταν στα χαρακτηριστικά, τους προσανατολισμούς και την πραχτική οργανώσεων-κομμάτων και παραγόντων που αναφέρονται στην Αριστερά και στο κομμουνιστικό-εργατικό κίνημα. Στηριζόταν στην πολιτική εκτίμηση του στρατηγικού χαρακτήρα της επίθεσης ιμπεριαλιστών-κεφαλαίου, που ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της κρίσης του 2008 πήρε χαρακτήρα χιονοστιβάδας απέναντι στις εργατικές-λαϊκές καταχτήσεις και δικαιώματα. Στον δρόμο που είχαν να διανύσουν οι εργατικές-λαϊκές δυνάμεις για να συγκροτήσουν ένα τείχος, ένα ΜΕΤΩΠΟ ΠΑΛΗΣ-ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ & ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ, πάνω στο οποίο θα μπορούσε να προσκρούσει η επίθεση του συστήματος. Στον καθορισμό των καθηκόντων του εργατικού- λαϊκού κινήματος για μία ολόκληρη περίοδο, στην κατεύθυνση της Αντίστασης, της συγκέντρωσης δυνάμεων, της ανασυγκρότησης του εργατικού-λαϊκού κινήματος με την αποτίναξη της σκουριάς της ήττας, της συνθηκολόγησης και της υποταγής που είχε καλύψει όλους τους αρμούς του.
Αυτή μας η πολιτική εκτίμηση και η αντίστοιχη κατεύθυνση αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί μία μειοψηφική τάση στα πλαίσια του κινήματος, καθώς σε αυτό κυριαρχούσαν οι απόψεις της «αντεπίθεσης», των «μεταβατικών προγραμμάτων», της «κεντρικής πολιτικής αναφοράς» και η γραμμή της Αντίστασης δεχόταν μία ολοκληρωτική επίθεση σαν «λίγη», «φτωχοπροδρομική», «κάτω από τις απαιτήσεις». Και δώσε «σχέδια» και «προγράμματα», «επιτροπές ελέγχου», μέχρι το βαρύγδουπο «κάτω η κυβέρνηση» που όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου βρήκε… διέξοδο στο «κυβέρνηση της αριστεράς». Την ίδια περίοδο, το σύστημα, με την βάρβαρη επίθεσή του, ισοπέδωνε καταχτήσεις και δικαιώματα, έσφιγγε τα δεσμά της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, κλιμάκωνε την καταστολή και έμπαινε στην φάση της φασιστικοποίησης της δημόσιας και πολιτικής ζωής.
Παρά τις συνεχείς μαζικές κινητοποιήσεις, τις συγκρούσεις, την επιμονή και την αποφασιστικότητα των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων, οι αστικές κυβερνήσεις πέρναγαν το ένα μέτρο μετά το άλλο διαμορφώνοντας έτσι ένα ολοένα και πιο ασφυκτικό και αντιδραστικό πλαίσιο για τον εργαζόμενο λαό. Και ενώ βοούσε η ανάγκη να ξεπεραστούν οι αδυναμίες του κινήματος μέσα από την ΚΟΙΝΗ ΔΡΑΣΗ που θα έδινε ώθηση στην ανασυγκρότηση του κινήματος στην κατεύθυνση της ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ, οι κυρίαρχες δυνάμεις στην Αριστερά (ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ) έκαναν ότι μπορούσαν για να αποτύχει μία τέτοια κατεύθυνση ενώ κάποιοι άλλοι (ΑΝΤΑΡΣΥΑ) αντέγραφαν πότε τον ένα και πότε τον άλλο. Στην ουσία, κανένας δεν είχε ένα σχέδιο για να ξεπεραστεί η αποσυγκρότηση του εργατικού κινήματος από την χρόνια κυριαρχία του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού που το είχε σμπαραλιάσει τόσο πολιτικά όσο και οργανωτικά. Και φυσικά χωρίς ένα συγκροτημένο εργατικό κίνημα αδυνατίζει σημαντικά η ανάπτυξη του γενικότερου λαϊκού κινήματος, καθώς δεν έχει μία ραχοκοκαλιά στην οποία να στηριχτεί. Στο ερώτημα γιατί επιλέχτηκαν οι διάφορες άλλες κατευθύνσεις και όχι η γραμμή της Αντίστασης και του Μετώπου της, η απάντηση που δώσαμε και δίνουμε είναι γιατί επιλέχτηκε ο δρόμος της αποφυγής της αναμέτρησης με τις δυνάμεις του συστήματος, ο δρόμος της χαμηλής έντασης στην αντιπαράθεση, επικράτησαν οι λογικές της αναχώρησης από την μία μεριά (ΚΚΕ) και της διαχείρισης-διαπραγμάτευσης από την άλλη (ΣΥΡΙΖΑ). Για να αποδειχτεί για άλλη μία φορά ότι με τα ανακυκλωμένα υλικά της ήττας και της υποταγής δεν μπορεί να οικοδομηθεί ένα κίνημα που να αντιστοιχεί στις εργατικές-λαϊκές ανάγκες του σήμερα.
Η κήρυξη παύσης κινήματος, από τις κυρίαρχες ρεφορμιστικές δυνάμεις, από τον Φλεβάρη του 2012 μπροστά στις επερχόμενες εκλογές του Μάη-Ιούνη της ίδιας χρονιάς είχε σαν αποτέλεσμα να χαθούν σημαντικά στοιχεία του κινήματος της προηγούμενης περιόδου και να μπούμε σε μία περίοδο αναμονής, μία περίοδο που η οργή και η αγανάκτηση δεν μετασχηματίζονταν σε συλλογική οργανωμένη δράση αλλά σε λογικές ευκολίας και ανάθεσης, σε εκλογικές στοχεύσεις και μπόλικες αυταπάτες. Η εκλογική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ είχε καθοριστικές επιπτώσεις που χαρακτηρίζουν και τις σημερινές εξελίξεις τόσο στο κίνημα όσο και σε ότι εννοεί κάποιος όταν αναφέρεται σε Αριστερά. Η κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ με την ανάπτυξη της πολιτικής του της διαχείρισης της κρίσης του συστήματος δεν μπορούσε να συνδεθεί με την κατεύθυνση ακόμα και της χαμηλής έντασης αντιπαράθεσης με τις αντιδραστικές δυνάμεις, καθώς όσο πλησίαζε η ώρα της ανάληψης των κυβερνητικών «ευθυνών» του, από την μία έδινε εξετάσεις προσαρμογής στα ξένα και ντόπια αφεντικά και από την άλλη επιδίωκε να θέσει κάθε αντίδραση και αγώνα στο κυβερνητικό του σχέδιο. Τήρησε στο ακέραιο την δέσμευσή του απέναντι στην συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου και τους «τάραξε στην νομιμότητα». Στην ουσία, με συστηματικό τρόπο αποδόμησε κάθε έννοια πάλης και αντίστασης στο κίνημα, πήγε κόντρα στις αγωνιστικές διαθέσεις των εργαζόμενων, οργάνωσε ακόμα και συνδικαλιστικά πραξικοπήματα (ΟΛΜΕ) για να μην «ξεφύγει το πράγμα». Απέναντι στην κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων «απαντούσε» με υπογραφή συμβάσεων με μείωση των αποδοχών για να τις… σώσουν. Σε όσους αγωνίζονταν τους καλούσε να ενταχθούν στο «ρεύμα» για να δικαιωθούν από μία «αριστερή κυβέρνηση», από τους εργαζόμενους στην ΕΡΤ μέχρι τις καθαρίστριες του υπουργείου οικονομικών. Την άνεση που είχε ο ΣΥΡΙΖΑ να επιβάλλει την οπισθοχώρηση και τον αποπροσανατολισμό στο κίνημα δεν την απέκτησε από την θέση του στην αξιωματική αντιπολίτευση, ούτε από την οργανωτική-πολιτική του επιρροή στο κίνημα, που είναι και παραμένει μικρή, αλλά κυρίως από την στάση των υπόλοιπων δυνάμεων (ΚΚΕ – ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Οι τελευταίες, είτε με την αναχώρηση από την ταξική πάλη είτε με την λογική του «μεταβατικού προγράμματος», έδιναν άπλετο χώρο στον ΣΥΡΙΖΑ να δυναμώνει μέσα στους εργαζόμενους και τον λαό την εκλογική αναμονή και τις αυταπάτες περί «αριστερής διακυβέρνησης».
Σε αυτό το πλαίσιο, έτσι όπως διαμορφώθηκε μέχρι τα σήμερα, που έχουμε «για πρώτη φορά αριστερά» στην κυβερνητική διαχείριση, με… λίγο από ΑΝΕΛ και πρόεδρο της δημοκρατίας από ΝΔ, καθορίζονται και οι αντιδράσεις απέναντι στην συμφωνία-υποταγή με ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ. Ιδιαίτερα στις εσωκομματικές αντιδράσεις στα πλαίσια του ΣΥΡΙΖΑ, από την «συγνώμη» του Γλέζου μέχρι τις διαφοροποιήσεις βουλευτών, στελεχών και άλλων, τις διαπερνάει η ίδια υποκριτική λογική, ότι τάχα πηγαίνανε προς άλλη κατεύθυνση και αλλού τους οδηγεί η ηγετική ομάδα. Είναι φανερό ότι ο «οδυνηρός συμβιβασμός», όπως τον περιγράφει μία από τις εφημερίδες (Δρόμος της Αριστεράς) που αποτελούν οργανικό τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ, γεννάει φόβους ότι από μία πολιτική «ανακούφισης», μία συνεπή σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση, η κυβέρνηση κινείται με γοργούς ρυθμούς να γίνει φορέας της επίθεσης του συστήματος απέναντι στους εργαζόμενους και τον λαό. Αυτή η νέα πραγματικότητα που αποκαλύπτεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο θα συνεχίζει να προκαλεί αναταράξεις, διαφοροποιήσεις, αντιπαραθέσεις και πιθανούς διαχωρισμούς στην πορεία και κυρίως όταν νέα μέτρα θα ψηφίζονται και θα εφαρμόζονται.
Αυτές οι διεργασίες όμως δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν τον χαρακτήρα της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης. Είναι μάλιστα πολύ συζητήσιμο κατά πόσο μπορούν να προσθέσουν νέες δυνάμεις στις γραμμές του κινήματος αντίστασης και διεκδίκησης ή θα συνεχίσουν να κινούνται στην γραμμή της πίεσης για «επαναφορά στην σωστή κατεύθυνση» με ότι και αν σημαίνει αυτό για τον καθένα που το διατυπώνει. Εξάλλου όλοι είχαν τις «ευκαιρίες» τους για να διαχωρίσουν την θέση τους από την δεξιά προσαρμογή και την υπόκλιση στο ιμπεριαλιστικό-καπιταλιστικό πλαίσιο και δεν το έπραξαν, θολωμένοι από τις κυβερνητικές αυταπάτες και την δήθεν αξιοποίηση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών προς… όφελος του λαού. Από την άλλη μεριά, οι αντιδράσεις που εκδηλώνονται εκτός του ΣΥΡΙΖΑ με τα περί «προδοσίας» και «νέας Βάρκιζας» κινούνται και αυτές σε μία αποπροσανατολιστική κατεύθυνση αναζητώντας «όρους και προϋποθέσεις» για να εκπληρώσει η κυβέρνηση τις «δεσμεύσεις» της έτσι ώστε να έχουν και αυτοί λόγο για την «διαγραφή του χρέους», τις «εθνικοποιήσεις», τον «εργατικό έλεγχο». Ενώ το ΚΚΕ, με κατάθεση νομοσχεδίου στην βουλή για την κατάργηση του μνημονίου και… κινηματική στήριξη μία κομματική συγκέντρωση, κινείται και αυτό στην «πεπατημένη» της προηγούμενης περιόδου.
Είναι φανερό ότι το μεγαλύτερο μέρος των αντιδράσεων και αντιθέσεων εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ κινούνται μέσα σε όρια που δεν προκρίνουν μία κινηματική αναγέννηση, μία εκ νέου συγκρότηση του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας σε έναν δρόμο που θα ενισχύει την κατεύθυνση της αναμέτρησης κόντρα σε παλιούς και νέους διαχειριστές, σε παλιά και νέα μνημόνια, για την διεκδίκηση στόχων για το μεροκάματο, το δικαίωμα στην δουλειά, τις συνδικαλιστικές ελευθερίες στους χώρους δουλειάς, για την κατάργηση όλου του αντεργατικού-αντιλαϊκού πλαισίου. Είναι φανερό ότι μία τέτοια κατεύθυνση μπορούν να την υπηρετήσουν δυνάμεις που δεν υποκλίνονται στο «αντικειμενικά κανονικό» και στους μονόδρομους του συστήματος αλλά εστιάζουν τις προσπάθειές τους στην οργανωτική και πολιτική συγκρότηση του εργατικού-λαϊκού παράγοντα στα επίπεδα που απαιτεί η σύγκρουση με τις δυνάμεις του συστήματος. Την σύγκρουση αυτή δεν μπορούμε να την ξορκίσουμε, δεν μπορούμε να την παρακάμψουμε. Είναι το μόνο αντικειμενικό γεγονός στο οποίο οφείλουμε να προσαρμόσουμε τις προσπάθειές μας, οι οποίες το επόμενο διάστημα πρέπει να αποκτήσουν ένταση, καθώς οι εξελίξεις δείχνουν ότι τα πράγματα για τον εργαζόμενο λαό θα χειροτερεύσουν από όλες τις απόψεις. Αυτή η κατεύθυνση είναι και η μοναδική που μπορεί να βάλει εμπόδια και να υψώσει τείχος αδιαπέραστο στην αντιδραστική επιρροή στον λαό που ξεκίνησε και θα ενταθεί κάτω από το βάρος των «αριστερών» διαψεύσεων. Ένας κίνδυνος που δεν αντιμετωπίζεται στα λόγια αλλά μέσα από την συγκρότηση και την πάλη.

Αναζήτηση

Κατηγορίες