Ουκρανία. Οι κίνδυνοι της επόμενης μέρας

Το κρίσιμο των ζητημάτων
Στην σχετική φιλολογία δίνεται μεγάλη έμφαση στην οικονομική διάσταση του ζητήματος, ιδιαίτερα στην πλευρά του ενεργειακού, στο γεγονός ότι μέσα από την Ουκρανία διέρχονται οι αγωγοί τροφοδοσίας της Ευρώπης με φυσικό αέριο, στον όγκο των οικονομικών σχέσεων και συναλλαγών ανάμεσα σε Ρωσία και ΕΕ κ.λπ.
Αναμφισβήτητα όλα αυτά έχουν τη σημασία τους. Σωστά λοιπόν επισημαίνονται, μόνο που η διάσταση που τούς δίνεται ορισμένες φορές επισκιάζει εκείνο που έχει τον πιο κρίσιμο χαρακτήρα ακόμη και όταν αναφέρονται σ’ αυτό. Αναφερόμαστε στην στρατηγική διάσταση του ζητήματος και η οποία μάλιστα παίρνει πολύ «ειδικά» χαρακτηριστικά στην περίπτωση της Ουκρανίας.
Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για τις αγορές, τις σφαίρες επιρροής, την διεύρυνση των περιοχών κυριαρχίας τους είναι πολύ παλιά ιστορία. Στην περίπτωση που μας απασχολεί, μετά την ανατροπή των παγκόσμιων συσχετισμών στα 1989-1991, πήρε τη μορφή της επέλασης των Δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και με στόχο την επανακατάκτηση, επαναποικιοποίηση του κόσμου. Έκφρασή της υπήρξε και η επιθετική επέκτασή τους (κατάκτηση στην ουσία) στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ.
Ταυτόχρονα και ειδικότερα για τις ΗΠΑ είχε και τον χαρακτήρα της απώθησης, περικύκλωσης, περίσφιξης της Ρωσίας που το πυρηνικό της οπλοστάσιο συνέχιζε να αποτελεί το κυριότερο εμπόδιο στην ολοκλήρωση του στόχου της παγκόσμιας κυριαρχίας που επεδίωκαν οι ΗΠΑ.
Αυτή την κατεύθυνση υπηρετούσε η ένταξη στο ΝΑΤΟ χωρών όπως η Πολωνία, οι Βαλτικές και άλλες χώρες και η επιδίωξη ένταξης και της Ουκρανίας.
Εδώ βρίσκεται και το κρισιμότερο στοιχείο του όλου ζητήματος και από τη μεριά μας είχε επισημανθεί ήδη από τα τότε. Πιο συγκεκριμένα γράφαμε (ΠΣ Νο 315, 06/04/1996) ότι «η επέκταση του ΝΑΤΟ στην Ανατολή φέρνει πιο κοντά τον πόλεμο». Για την ακρίβεια θεωρούσαμε και θεωρούμε ότι έτσι διαμορφώνονται πολιτικοί, στρατιωτικοί και εδαφικοί όροι πολεμικού χαρακτήρα. Πιο συγκεκριμένα η εγκατάσταση αμερικανικών πυραύλων και αεροδρομίων στα σύνορα της Ρωσίας ελαχιστοποιεί τον χρόνο ρωσικής αντίδρασης. Η ανάπτυξη των συστημάτων αναχαίτισης (η λεγόμενη «ασπίδα») επιδιώκει να περιορίσει στο ελάχιστο δυνατό την αποτελεσματικότητα αυτής της αντίδρασης. Μια τέτοια εξέλιξη υποχρεώνει τη Ρωσία να στρέψει ένα μεγάλο μέρος των δυνάμεών της σ’ αυτή την πλευρά και αντίστοιχα να περιορίσει αυτά που στοχεύουν το μητροπολιτικό έδαφος των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα η δημιουργία βάσεων στη Μαύρη Θάλασσα ή πολύ περισσότερο το ξήλωμα των ρωσικών ναυτικών βάσεων στην Κριμαία θα εξουδετέρωνε την δυνατότητα πρόσβασης της Ρωσίας στη θάλασσα.
Η επέκταση του ΝΑΤΟ έχει στις σύγχρονες συνθήκες τον χαρακτήρα που είχε με τους παλιότερους πολιτικοστρατιωτικούς όρους η συγκέντρωση των στρατιωτικών δυνάμεων μιας δύναμης στα σύνορα μιας ανταγωνίστριάς της. (Αυτό υπήρξε πάντα το «τελευταίο βήμα» πριν την έναρξη των πολεμικών συγκρούσεων).
Θα μπορούσαμε συνεπώς να πούμε ότι η κατάκτηση και της Ουκρανίας αποτελεί για τις ΗΠΑ το εφαλτήριο ακόμη και εκείνης της «τελικής λύσης» που ονειρεύεται ήδη από το «μακρινό» 1945.

Ρωσικές αντιδράσεις και στοχεύσεις
Από την άλλη μεριά για τη Ρωσία η αποτροπή μιας τέτοιας εξέλιξης αποτελεί την προ-τελευταία γραμμή άμυνάς της αν θεωρήσουμε σαν τελευταία τη διατήρηση του πυρηνικού της οπλοστασίου. (Που κι αυτό επεδίωξαν να διαλύσουν οι ΗΠΑ επί εποχής του ανεκδιήγητου Γιέλτσιν χωρίς να το κατορθώσουν). Σ’ αυτή τη βάση αντιτάχθηκε στην επέκταση του ΝΑΤΟ σε όλες τις περιπτώσεις.
Ταυτόχρονα και ενόσω με τον Πούτιν ανασυγκροτούνταν προχώρησε σε κινήσεις αποκατάστασης της επιρροής-κυριαρχίας στον περίγυρό της ακόμη και με στρατιωτικά μέσα (Γεωργία). Κορυφαία και «επιθετική» πλέον έκφραση της κατεύθυνσης ανασυγκρότησης της βασικής ισχύος η προώθηση του σχεδίου οικονομικο-πολιτικής ενότητας της Ρωσίας, Καζακστάν, Λευκορωσίας, Ουκρανίας. Η ολοκλήρωση-παγίωση αυτού του σχεδίου θα σήμαινε την εμφάνιση στο προσκήνιο μιας δύναμης ικανής να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ-Δύση σε όλα τα πεδία.
Σε κάτι τέτοιο αντιτάσσονταν όπως ήταν αναμενόμενο και με την μεγαλύτερη σφοδρότητα τόσο οι ΗΠΑ όσο και συνολικά οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Δύσης ενώ και η Κίνα δεν «ενθουσιαζόταν» καθόλου απέναντι σε μια τέτοια προοπτική. (Τώρα το αν, πότε και πώς θα ανταποδώσει ο Πούτιν την κινέζικη «φιλοφρόνηση» -π.χ. στη διένεξη της Κίνας με την Ιαπωνία για τα νησάκια- μένει να το δούμε).
Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε μια εξέλιξη που όχι μόνο θα ανέτρεπε τους σχεδιασμούς της Δύσης αλλά και θα έθετε σε άμεση αμφισβήτηση τον κυρίαρχο ρόλο που είχαν στις παγκόσμιες εξελίξεις από το 1989-1991.

Ο αδύνατος κρίκος

Ο αδύνατος κρίκος σ’ αυτόν τον ρωσικό σχεδιασμό ήταν η Ουκρανία. Τόσο με βάση την εθνοτική της σύνθεση (Ανατολή-Δύση) και τις αντίστοιχες ιστορικές καταβολές όσο και με βάση τα χαρακτηριστικά της αστικής -ας την πούμε έτσι- τάξης της Ουκρανίας που είχε τα πόδια της στην Ανατολή αλλά το βλέμμα της να αλληθωρίζει προς την Δύση.
Έτσι ή αλλιώς στην περίπτωση της Ουκρανίας συμπλέκονταν και διασταυρωνόταν κρίσιμου χαρακτήρα βλέψεις και αντιθέσεις της κάθε πλευράς και σε διπλή κατεύθυνση. Αποτροπή των σχεδιασμών του αντιπάλου, προώθηση των σχεδιασμών της και αντίστροφα.
Στη βάση όλων αυτών των δεδομένων είχαμε σειρά γεγονότων και αντιπαραθέσεων με επίκεντρο την Ουκρανία ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 μέχρι τα σήμερα. Από το τι θα γίνει το μέρος του πυρηνικού οπλοστασίου της ΕΣΣΔ που βρισκόταν στην Ουκρανία μέχρι το πώς θα μοιραστεί ο σοβιετικός στόλος της Μαύρης Θάλασσας και το ποιο θα είναι το καθεστώς της Κριμαίας.
Από την πρώτη εκλογή Γιανουκόβιτς μέχρι την «Πορτοκαλί Επανάσταση» (2004) και την άνοδο των φιλοδυτικών δυνάμεων. Από την χρεωκοπία του καθεστώτος Γιούσενκο-Τιμοσένκο μέχρι την επανεκλογή Γιανουκόβιτς. Σ’ όλο αυτό το διάστημα η Ουκρανία πήγε κι ήρθε ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση αρκετές φορές μέχρι να φτάσουμε στις τελευταίες εξελίξεις.

Από την «εξέγερση» στο πραξικόπημα
Με την χρεοκοπία της διακυβέρνησης Γιούσενκο-Τιμοσένκο, την λαϊκή δυσαρέσκεια, την ρωσική πίεση (το ζήτημα του αερίου και των αγωγών) φτάσαμε στην επανεκλογή Γιανουκόβιτς. Αυτό σήμαινε ισχυροποίηση των θέσεων και της επιρροής της Ρωσίας αλλά όχι χωρίς τις συνήθεις παλινδρομήσεις. Έτσι ή αλλιώς η προοπτική της συμφωνίας σύνδεσης με την ΕΕ βρισκόταν πάντα στο τραπέζι. Η ματαίωσή της και πολύ περισσότερο η συμφωνία προσχώρησης στο ρωσικό σχέδιο πυροδότησε τις πρόσφατες εξελίξεις.
Άμεση υπήρξε απέναντι σ’ αυτή την κίνηση η αντίδραση της Δύσης και των ανθρώπων της στην Ουκρανία. Προετοιμασμένη, οργανωμένη συντονισμένη, βίαιη. Ταυτόχρονα παρά την δεδομένη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στη διαφθορά του καθεστώτος Γιανουκόβιτς η συμμετοχή λαϊκών μαζών δεν είχε ούτε την μαζικότητα ούτε τη διάρκεια που προπαγάνδιζαν τα ΜΜΕ της Δύσης. Ακριβώς επειδή το επίδικο των κινητοποιήσεων δεν ήταν τα λαϊκά προβλήματα αλλά η ανατροπή της συμφωνίας με τη Ρωσία και η στροφή στη Δύση. Αντίστοιχα και οι δυνάμεις που κινητοποιήθηκαν ήταν οι φιλοδυτικές, το Σβόμποντα και ο «Δεξιός Τομέας», πλαισιωμένες από σχετικά μικρές ομάδες νεολαίας και απλού κόσμου. Δυνάμεις ωστόσο που κινήθηκαν αποφασιστικά, οργανωμένα και επίμονα παρά τις προσπάθειες του Γιανουκόβιτς να τις καταστείλει με την χρήση αστυνομικής βίας.
Το κρίσιμο στοιχείο της εξέλιξης υπήρξε η μεταστροφή σημαντικών παραγόντων της οικονομικής ολιγαρχίας που έως τότε υποστήριξαν τον Γιανουκόβιτς και οι οποίοι επηρέαζαν και μεγάλο μέρος των βουλευτών του Γιανουκόβιτς και πιθανότατα μηχανισμούς του κράτους. Έτσι και κάτω από την πίεση των πραγμάτων διαγράφηκε προς στιγμή η πιθανότητα ενός προσωρινού έστω συμβιβασμού όπως έδειξε η υπογραφή της συμφωνίας ανάμεσα στον Γιανουκόβιτς και τους «ηγέτες» της αντιπολίτευσης. Μια συμφωνία που εγγυήθηκαν οι παρόντες σ’ αυτήν υπουργοί εξωτερικών της Γερμανίας, Γαλλίας και Πολωνίας. Μόνο που όπως έδειξαν και απέδειξαν οι εξελίξεις άλλα είχαν κατά νου.
Όπως ήδη διαφάνηκε από την υποκλαπείσα ενδοαμερικανική συνομιλία κανονίζονταν ποιοι προκρίνονται για πρόεδροι και πρωθυπουργοί πριν καν γίνει η εν λόγω «συμφωνία». Όσο για την «ομόθυμη» καθαίρεση του Γιανουκόβιτς από μια Βουλή που την προηγούμενη μέρα ψήφιζε το ίδιο «ομόθυμα» τις προτάσεις του Γιανουκόβιτς δεν εξηγείται με μόνο την επιρροή που ασκούσαν πάνω τους οι ολιγάρχες. Κατά πάσα πιθανότητα «ψήφισαν» υπό την «επιτήρηση» των ελεύθερων σκοπευτών του Μαϊντάν. Έτσι ή αλλιώς το πραξικόπημα ήταν γεγονός. Ένα πραξικόπημα που διευκολύνθηκε από την φυγή του Γιανουκόβιτς που όπως ο ίδιος δήλωσε έγινε μετά από δολοφονική απόπειρα ενάντιά του.
Ο χαρακτήρας και οι στόχοι της νέας «κυβέρνησης» φάνηκαν ευθύς εξαρχής. Ανάθεση κρίσιμων υπουργείων και διευθύνσεων Αστυνομίας σε άτομα του ακροδεξιού-φασιστικού χώρου. Εσπευσμένη ψήφιση νόμων που έθεσαν εκτός νόμου το κόμμα των Περιφερειών (του Γιανουκόβιτς) και το ΚΚ Ουκρανίας. Η καθιέρωση της ουκρανικής γλώσσας σαν επίσημης και μοναδικά «ανεκτής» στην ουκρανική επικράτεια.
Δηλώσεις στελεχών που «υπόσχονταν» την πιο σκληρή αντιμετώπιση των διαφωνούντων με το νέο καθεστώς. Η διαμόρφωση καθεστώτος τρόμου στο Κίεβο και στις («δικές» τους) δυτικές περιοχές (εκεί ο ΟΟΣΑ δεν στέλνει «παρατηρητές») που δείχνει τι μέλλεται να ακολουθήσει και στις ανατολικές όταν και εάν το νέο καθεστώς εδραιωθεί.

Η ρωσική «απάντηση»
Απέναντι σε μια τέτοια εξέλιξη αντέδρασαν άμεσα οι ρωσόφωνες λαϊκές μάζες στις ανατολικές περιοχές. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν η ανύψωση ρωσικών σημαιών αποτελεί εδραιωμένη πεποίθηση-κατεύθυνση ή μορφή οργισμένης αντίδρασης στα όσα συντελούνταν. Οπωσδήποτε δείχνει στην αντίθεση αυτού του κόσμου στο πραξικόπημα και τα όσα συντελέστηκαν στο Κίεβο.
Άμεση υπήρξε η αντίδραση του Πούτιν (που μάλλον αιφνιδιάστηκε από την τροπή που πήραν τα πράγματα και την ταχύτητα με την οποία αυτή συντελέστηκε). Δραστήρια παρέμβαση κύρια στην Κριμαία, στρατιωτικά γυμνάσια στα σύνορα με Ουκρανία, υποστήριξη των λαϊκών αντιδράσεων στα ανατολικά. Ψήφισμα της Ρωσικής Βουλής που εξουσιοδοτεί τον Πούτιν να δράσει έως και στρατιωτικά «αν κινδυνεύσουν οι Ρώσοι» των ανατολικών περιοχών κ.λπ.
Ειδικότερα στην Κριμαία προχώρησε ένα βήμα περισσότερο. Περικύκλωση και έλεγχος των βάσεων του ουκρανικού στρατού στην Κριμαία. Προώθηση δημοψηφίσματος με το ερώτημα προσχώρησης της Κριμαίας στη Ρωσική Ομοσπονδία που ήδη πραγματοποιήθηκε υπερψηφίζοντας την προσχώρηση.

Στοχεύσεις και προβλήματα
Πώς διαμορφώνεται πλέον η κατάσταση; Όσον αφορά κατ’ αρχάς τη Δύση, αυτό που θέλουν είναι η …Ουκρανία. Στα πλαίσια της λογικής και των κατευθύνσεων που δρομολογήθηκαν μετά τις ανατροπές του 1989-1991. Ειδικότερα για τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές αποτελεί περιοχή διεύρυνσης της οικονομικής και πολιτικής τους επικυριαρχίας (ο πάλαι ποτέ «ζωτικός χώρος» που ανέκαθεν ορεγόταν η Γερμανία). Για τις ΗΠΑ αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο και πολύ πιο επικίνδυνο. Την διαμόρφωση της Ουκρανίας σε εφαλτήριο πολεμικών ενεργειών ενάντια στη Ρωσία.
Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια και σ’ αυτή συνεχίζουν να κινούνται επιστρατεύοντας όλα τα μέσα. Την υποκίνηση των γεγονότων στο Μαϊντάν. Το ότι αδίστακτα στήριξαν την αντίδρασή τους σε ακροδεξιές, φασιστικές δυνάμεις μια και οι λαϊκές αντιδράσεις δεν είχαν ούτε την έκταση ούτε τη δυναμική που προσδοκούσαν. Την πρωτοφανή στα πολιτικά χρονικά συμμετοχή υπουργών και άλλων αξιωματούχων της Δύσης στις «διαδηλώσεις». Τη διαρκή καθοδήγηση των «ηγετών» της αντιπολίτευσης με τους οποίους βρίσκονταν σε συνεχή επαφή και συνεργασία.
Την ανοιχτή χρήση προβοκατόρικων δολοφονικών μεθόδων με τους ελεύθερους σκοπευτές που πυροβολούσαν αδιάκριτα τόσο διαδηλωτές όσο και αστυνομικούς. Αυτή που αποκαλύφθηκε από την τηλεφωνική συνομιλία του Εσθονού υπουργού εξωτερικών με την επίτροπο εξωτερικών υποθέσεων της ΕΕ Λαίδη Άστον. Η οποία Λαίδη «συγκλονίστηκε» μεν από την αποκάλυψη αλλά μέχρις εκεί. Την οργάνωση εν τέλει μέσω των ανθρώπων της ενός πραγματικού πραξικοπήματος που ανέτρεψε τον Γιανουκόβιτς και ανέδειξε μια ομάδα ανδρεικέλων ανάμεσα στα οποία φιγουράρουν σε πρώτο πλάνο ακροδεξιά φασιστικά στοιχεία.
Αυτούς τους στόχους επιδιώκει να ολοκληρώσει.
Με την «νομιμοποίηση» του πραξικοπήματος, την παγίωση της κατάστασης που έχει διαμορφώσει.
Με την αναγνώριση της Ουκρανικής «κυβέρνησης» από το σύνολο των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των άλλων «προθύμων».
Με την υπόσχεση παροχής οικονομικής βοήθειας.
Με την καταδίκη των ρωσικών αντιδράσεων και ενεργειών και την απειλή επιβολής κυρώσεων.
Ταυτόχρονα και απέναντι σ’ αυτές τις αντιδράσεις αναφέρεται και στην αναγκαιότητα «διπλωματικής λύσης» θέτοντας ωστόσο ως βάση της την αποδοχή του πραξικοπήματος και των τετελεσμένων που αυτό διαμορφώνει.
Σ’ αυτή την κατεύθυνση αντιμετωπίζει και σοβαρά προβλήματα και πέρα από τις έτσι κι αλλιώς αναμενόμενες ρωσικές αντιδράσεις.
Πρόβλημα νομιμοποίησης αυτής της πραξικοπηματικής «κυβέρνησης» στις συνειδήσεις του λαού της Ουκρανίας και δεν εννοούμε μόνο των ανατολικών περιοχών. Το ερώτημα ως προς το πόσο μπορεί να βασίζεται στην οικονομική ολιγαρχία και τις τάσεις παλινδρόμησης που κατά κανόνα εμφανίζει.
Το πρόβλημα ελέγχου των μηχανισμών του κράτους, του στρατού, της αστυνομίας που δεν απαντιέται ολοκληρωμένα με τις εκκαθαρίσεις και τους διορισμούς δικών τους ανθρώπων.
Χαρακτηριστική η περίπτωση του αρχηγού του στόλου που μόλις διορίστηκε πέρασε στην άλλη πλευρά. Ακόμα πιο σημαντικό μάλλον το γεγονός ότι στην επιστράτευση που κήρυξε αυτή η κυβέρνηση ανταποκρίθηκε, όπως γράφηκε, μόνο το ένα τοις εκατό των επίστρατων. Όσον αφορά την απόφαση δημιουργίας σώματος εθνοφρουράς από «εθελοντές» (βασικά από ακροδεξιές δυνάμεις), αυτό δείχνει δύο πράγματα. Πρώτον, τη διάθεση δημιουργίας ενός σώματος πραιτοριανών που να διατίθεται να επιβάλλει δια πυρός και σιδήρου τη «νομιμότητα» της νέας κατάστασης στον λαό της Ουκρανίας. Δεύτερο, το ότι ως φαίνεται, ο στρατός και η αστυνομία δεν ελέγχονται από τη μεριά των πραξικοπηματιών στο βαθμό που θα διασφάλιζε την χρησιμοποίησή τους σε έναν τέτοιο ρόλο.

Υπό ρωσικό έλεγχο η Κριμαία
Από την άλλη μεριά η Ρωσία πέρα από τις κινήσεις της στις ανατολικές περιοχές προχώρησε στον στρατιωτικό έλεγχο της Κριμαίας τον οποίο νομιμοποίησε με τη διενέργεια του γνωστού δημοψηφίσματος. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν η Ρωσία προχωρήσει στην προσάρτηση της Κριμαίας. Αυτό που είναι καθαρό είναι πως επιδιώκει την διασφάλιση του ελέγχου της Κριμαίας όποια μορφή κι αν πάρει τελικά το καθεστώς της. Αυτό για την Ρωσία είναι αδιαπραγμάτευτο μια και εκεί έχει την κυριότερη ναυτική της βάση που διασφαλίζει την παρουσία της (ή και έλεγχο) στη Μαύρη Θάλασσα. Ταυτόχρονα διαγράφεται σαν πιθανή η εκδοχή τού να χρησιμοποιήσει αυτή την εξέλιξη σαν διαπραγματευτικό χαρτί για τη διαμόρφωση του καθεστώτος συνολικά της Ουκρανίας.
Σε μια τέτοια κατεύθυνση ήδη από την μεριά και της Ρωσίας γίνονται προτάσεις εξεύρεσης «διπλωματικής λύσης». Η διαφορά βρίσκεται στο ότι η μεν Ρωσία θέτει σαν βάση διαπραγμάτευσης την συμφωνία Γιανουκόβιτς (τον οποίο συνεχίζει να θεωρεί ως τον νόμιμο πρόεδρο) με την αντιπολίτευση ενώ η Δύση θέτει ως βάση την αποδοχή του πραξικοπήματος και των τετελεσμένων που διαμορφώνει.

Μια δύσκολη «εξίσωση»
Εδώ χρειάζεται να ξεκαθαριστούν ορισμένα πράγματα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το μεγάλο επίδικο είναι το τι θα γίνει συνολικά με την Ουκρανία. Οι δυτικοί γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να πετάξουν τους Ρώσους έξω από την Κριμαία.
Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι η κυριαρχία τους στην κυρίως Ουκρανία και στη βάση των επιδιώξεων που έχουν προαναφερθεί.
Από την άλλη μεριά, αν η Ρωσία κρατήσει μεν τον έλεγχο της Κριμαίας (που θα τον κρατήσει) αλλά δει την Ουκρανία να εντάσσεται στο ΝΑΤΟ, αυτό θα αποτελεί γι’ αυτήν ήττα στρατηγικού χαρακτήρα. Η αποτροπή μιας τέτοιας εξέλιξης προϋποθέτει τον συνδυασμό σειράς παραγόντων.
Την κινητοποίηση έως και σε επίπεδο εξέγερσης (κατά το ανάλογο της Κριμαίας) των ρωσόφωνων στις ανατολικές περιοχές. Την πίεση που ήδη ασκείται στην αστική τάξη της Ουκρανίας που αντιμετωπίζει τα δικά της οικονομικά και όχι μόνο αδιέξοδα. Το «χαρτί» της Κριμαίας αλλά και συνολικά την ρωσική πίεση και απειλή. Όλα αυτά μπορούν ίσως να ανοίξουν το ζήτημα μιας διαπραγμάτευσης σε κοινά αποδεκτή βάση, μπορεί όμως και όχι.
Στη δεύτερη περίπτωση, ο Πούτιν μια και μόνο επιλογή θα έχει για να αποτρέψει αυτή τη στρατηγική ήττα. Να διαβεί για δεύτερη φορά (μετά την Κριμαία) τον Ρουβίκωνα. Να εισβάλει στρατιωτικά στην ανατολική Ουκρανία είτε αυτό γίνει με χρήση τακτικών στρατιωτικών δυνάμεων είτε με τη μορφή «εθελοντών» ή ό,τι άλλο.

Οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν
Σε μια τέτοια περίπτωση το ζήτημα ολοφάνερα παίρνει άλλες διαστάσεις και χαρακτηριστικά. Και το ερώτημα βρίσκεται στο πώς θα αντιδράσουν σε κάτι τέτοιο Δύση-ΗΠΑ. Τα πολιτικοστρατιωτικά δεδομένα του πράγματος είναι αρκετά σαφή. Η υπεροχή των ρωσικών δυνάμεων κρούσης απέναντι σ’ αυτές που θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί η «κυβέρνηση» του Κιέβου είναι συντριπτική. Αυτή η υπεροχή δεν μπορεί να ανατραπεί με κινήσεις ενίσχυσης των στρατιωτικών δυνάμεων του Κιέβου με εξοπλισμούς κ.λπ.
Η αντιμετώπισή της θα απαιτούσε άλλων διαστάσεων και χαρακτήρα εμπλοκή των δυτικών δυνάμεων που και πάλι θα βρίσκονταν σε θέση αδυναμίας σε μια σύγκρουση συμβατικού χαρακτήρα σ’ εκείνη την περιοχή. Έτσι κι αλλιώς ο καθένας αντιλαμβάνεται το τι θα σήμαινε μια τέτοια εξέλιξη, πολύ περισσότερο μάλιστα που κανείς δεν θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι θα είχε περιορισμένο και ελεγχόμενο χαρακτήρα και δεν θα εξελιχθεί με τον χειρότερο τρόπο.
Μια τέτοια εφιαλτική προοπτική θέτει πρόβλημα σε όλους. Σε ΗΠΑ, σε Ρωσία ενώ για τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές το πρόβλημα έχει τεθεί και χωρίς τα πράγματα να έχουν φτάσει σε αυτό το σημείο.
Αναμφισβήτητα και όπως έχει ήδη φανεί αντιτίθενται απόλυτα στις ρωσικές επιδιώξεις και ταυτόχρονα θέλουν να επεκτείνουν, παγιώσουν τον ρόλο τους στην Ουκρανία. Η τροπή ωστόσο που έχουν πάρει οι εξελίξεις τούς βάζουν πολύ σοβαρά προβλήματα. Αυτά δεν είναι μόνο τα οικονομικά, οι «κυρώσεις», η διακοπή των οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία, η ενεργειακή τους τροφοδοσία, οι ζημίες που θα υποστούν. Το κυριότερο βρίσκεται στο ότι η «μεταφορά» του πεδίου αντιπαράθεσης με την Ρωσία στο επίπεδο της μεγαλύτερης έντασης τούς φέρνει σε θέση και ρόλο που καθόλου δεν τους είναι επιθυμητός, αυτόν του ακόλουθου της επιθετικής πολιτικής των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα και καθόλου ανεξήγητα αντιμετωπίζουν με δέος την πιθανότητα μιας γενικευμένης σύρραξης με το επίκεντρό της στον ευρωπαϊκό χώρο.
Αυτές οι διαστάσεις και χαρακτηριστικά του ζητήματος είναι που αναγκάζουν όλους τους εμπλεκόμενους να κρατούν ανοιχτή την πορεία των διαπραγματεύσεων με την διαφορά ότι -για την ώρα- οι αντιθέσεις μοιάζουν να είναι αγεφύρωτες. Όσο για το τι τελικά θα γίνει μένει να το δούμε.

Το ερώτημα που ζητάει απάντηση
Με όλα αυτά τίθεται το ερώτημα, ποια είναι, ποια θα μπορούσε και ποια θα έπρεπε να είναι η λύση.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη διατύπωση μιας άποψης. Αυτή, τουλάχιστον για τους κομμουνιστές αλλά και για κάθε προοδευτικό άνθρωπο, είναι δεδομένη.
Είναι η άποψη που υποστηρίζει την ανεξαρτησία της Ουκρανίας έξω από κάθε ιμπεριαλιστική εξάρτηση και ένταξή της σε ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς. Είναι η άποψη που υποστηρίζει το δικαίωμα του λαού της Ουκρανίας να ορίζει την μοίρα του, να διαμορφώσει μια κοινωνία ενότητας, ειρήνης, δημοκρατίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, μια κοινωνία σοσιαλιστική.
Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι -τουλάχιστον στη φάση αυτή και για το ορατό προσεχές διάστημα- ο φορέας που θα ήθελε και θα μπορούσε να προωθήσει αποφασιστικά και αποτελεσματικά μια τέτοια άποψη «απουσιάζει». Η εργατική τάξη, ο λαός της Ουκρανίας, οι κομμουνιστικές αριστερές προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις της Ουκρανίας δεν έχουν κατακτήσει εκείνο το επίπεδο συγκρότησης (ιδεολογικής, πολιτικής, οργανωτικής) που θα τους έδινε την δυνατότητα να παρέμβουν στις εξελίξεις από την μεριά και για λογαριασμό των δικών τους συμφερόντων, προσδοκιών και επιδιώξεων.
Το παιχνίδι παίζεται από άλλες δυνάμεις έξω και ενάντια στις εργατικές λαϊκές μάζες. Αυτή η σχέση πραγμάτων αφορά ακόμη και τις αστικές δυνάμεις της Ουκρανίας που με βάση τα χαρακτηριστικά τους, ανερμάτιστες άγονται και φέρονται παλινδρομώντας ανάμεσα στις συμπληγάδες των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Ανταγωνισμών που απειλούν να συνθλίψουν την Ουκρανία και τον λαό της ή ακόμη και να την μετατρέψουν σε εφαλτήριο των επιθετικών τυχοδιωκτισμών του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, πράγμα που αποτελεί και την πιο αρνητική και επικίνδυνη (συνολικά για την ανθρωπότητα) εκδοχή των πραγμάτων.
Όλα αυτά δεν αναιρούν καθόλου την ορθότητα της άποψης. Δείχνουν ωστόσο το πού βρίσκονται σήμερα τα πράγματα, από ποιες δυνάμεις κινούνται και πού οδηγούνται. Ταυτόχρονα δείχνουν την κατεύθυνση στην οποία θα όφειλαν και οφείλουν να κινηθούν ο λαός και οι προοδευτικές δυνάμεις της Ουκρανίας και όχι μόνο της Ουκρανίας.

Αναζήτηση

Κατηγορίες