Ομιλία του συντρόφου Θανάση Τσιριγώτη στην εκδήλωση για τα 50 χρόνια από τη ΜΠΠΕ
5 Ιουνίου, 2016Διήμερο Μ.Π.Π.Ε. 2016admin

Ο Θ. Τσιριγώτης τοποθετήθηκε εκ μέρους του Μ-Λ ΚΚΕ στη συζήτηση της δεύτερης μέρας.

Έχουν αναφερθεί αναλυτικά αρκετοί στο ζήτημα της παλινόρθωσης και στην ανάγκη ενίσχυσης της επανάστασης στις συνθήκες δικτατορίας του προλεταριάτου. Ωστόσο, είναι ανάγκη να ξανατονιστεί ο ρόλος του εποικοδομήματος στον σοσιαλισμό.

Η αντιφεουδαλική – νεοδημοκρατική επανάσταση στην Κίνα (1949) εκπλήρωνε τρεις στόχους:

-Πρώτον, την εθνική απελευθέρωση

-Δεύτερον, τον αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό

-Τρίτον, το άνοιγμα του δρόμου για το σοσιαλισμό.

Βασική μέθοδος ανάλυσης των τάξεων στην κινέζικη κοινωνία, των συμμαχιών αλλά και η ευρύτερη σύλληψη της υλιστικής φιλοσοφίας ήταν για τον Μάο Τσε Τουνγκ ο νόμος της ενότητας και πάλης των αντιθέσεων. Ο Μάο γράφει σχετικά: «Πολλοί δεν παραδέχονται πως εξακολουθούν να υπάρχουν αντιθέσεις σε μία σοσιαλιστική κοινωνία, με αποτέλεσμα να βρίσκονται σε θέση μειονεκτική και παθητική όταν αντιμετωπίζουν κοινωνικές αντιθέσεις· δεν καταλαβαίνουν πως η σοσιαλιστική κοινωνία θα αποκτήσει μεγαλύτερη ενότητα και σταθερότητα μέσα από τη διαρκή διαδικασία του ορθού χειρισμού και της ορθής διευθέτησης των αντιθέσεων. Γι’ αυτό το λόγο είναι ανάγκη να εξηγήσουμε τα πράγματα στο λαό μας, στα νέα στελέχη πριν απ’ όλους, για να τους βοηθήσουμε ν’ αντιληφθούν τις αντιθέσεις μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας και να μάθουν να χρησιμοποιούν σωστά μεθόδους για την αντιμετώπιση αυτών των αντιθέσεων».

Διόλου δεν επιβεβαιώθηκε πως στη δικτατορία του προλεταριάτου, που είναι το πολιτικό καθεστώς του σοσιαλισμού (δικτατορία για την αντίδραση – δημοκρατία για το λαό), παύουν να υφίστανται όλοι οι όροι που γεννούν την παλινόρθωση του καπιταλισμού, την πολιτική παλινδρόμηση και την κοινωνική οπισθοδρόμηση. Οι αστικές ιδέες και οι φορείς τους γεννιούνται στο πεδίο της οικονομίας, δηλαδή μέσα στην μικρή εμπορευματική παραγωγή που «παράγει» μαζικά τον καπιταλισμό, στο πεδίο της πολιτικής «τρυπώνοντας» στο κομμουνιστικό κόμμα και στο εποικοδόμημα, όπου τα παλιά ήθη – έθιμα – πολιτισμός κουβαλούν όλο το φορτίο των παλιών επιδράσεων.

Η αφαίρεση της πολιτικής εξουσίας από τα χέρια της αστικής τάξης διόλου δε σημαίνει ότι τ’ απομεινάρια της στα τρία – προαναφερθέντα – πεδία είναι νεκρά και ανίσχυρα και ότι οι σύγχρονες και παλιές φιλοαστικές αντιλήψεις μπήκαν στο ιστορικό χρονοντούλαπο.

Είναι γνωστό, άλλωστε, πως ο Κ. Μαρξ έγραψε διορατικά τα εξής:

«Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κομμουνιστική κοινωνία, όχι όπως έχει εξελιχθεί πάνω στη δική της βάση, μα αντίθετα όπως ακριβώς προβάλλει από την κεφαλαιοκρατική κοινωνία, με μια κομμουνιστική κοινωνία, λοιπόν, που από κάθε άποψη, οικονομικά, ηθικά, πνευματικά, είναι γεμάτη με τα σημάδια της παλιάς κοινωνίας, που από τους κόλπους της βγήκε».

Ο Λένιν προειδοποίησε επανειλημμένα πως, πέρα από τον κίνδυνο της ξένης ανάμειξης, υπήρχαν μέσα στο σοβιετικό σύστημα συνθήκες που κάνουν δυνατή την επάνοδο του καπιταλισμού. Συγκεκριμένα έγραφε:

«Η μετάβαση από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό καλύπτει μια ολόκληρη ιστορική περίοδο. Ωσότου κλείσει η περίοδος αυτή, οι εκμεταλλευτές θα τρέφουν την ελπίδα της επανόδου και η ελπίδα αυτή εκφράζεται με απόπειρες επανόδου».

Επίσης: «Η αστική τάξη αναδεύεται, όχι μόνο ανάμεσα στους υπαλλήλους της Σοβιετικής μας κυβέρνησης – λίγοι μονάχα μπορούν να αναδυθούν από τις τάξεις τους – αλλά απ‘ τις τάξεις των βιοτεχνών και των αγροτών. Πράγμα που αποδείχνει πως ακόμα και στη Ρωσία η καπιταλιστική παραγωγή εμπορευματικών αγαθών ζει, δρα, αναπτύσσεται και δημιουργεί μιαν αστική τάξη, όπως ακριβώς και σε κάθε άλλη καπιταλιστική χώρα».

Και: «Όσο ζούμε σε μια χώρα μικροκαλλιεργητών, θα υπάρχει ασφαλέστερη βάση για τον καπιταλισμό στη Ρωσία παρά για τον κομμουνισμό. Αυτό πρέπει να το ’χουμε πάντα στο νου μας. Όσοι έχουν μελετήσει προσεκτικά τη ζωή στην ύπαιθρο με γνώμονα τη ζωή στις πόλεις, ξέρουν πως δεν έχουμε ξεριζώσει τον καπιταλισμό και δεν έχουμε σκάψει τα θεμέλια, τη βάση του εσωτερικού εχθρού. Το δεύτερο οφείλεται στη μικρής κλίμακας παραγωγή, και δεν υπάρχει παρά ένας μονάχα τρόπος να τα υποσκάψουμε: να θέσουμε δηλαδή την οικονομία της χώρας μαζί και τη γεωργία σε μια νέα τεχνολογική βάση, την τεχνολογική βάση της σύγχρονης μεγάλης παραγωγής».

Ο Στάλιν επίσης γράφει για την ιδεολογία της νέας αστικής τάξης:

«Η Σμένα-Βέκισμ είναι η ιδεολογία της νέας αστικής τάξης που αναπτύσσεται και σιγά – σιγά δικτυώνεται με τους κουλάκους και την ιντελιγκέντσια στην κρατική υπηρεσία. Η νέα αστική τάξη έχει αναπτύξει τη δική της ιδεολογία (…) που συνίσταται στην άποψη πως το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι προορισμένο να εκφυλιστεί και πως η νέα αστική τάξη θα σταθεροποιηθεί, ενώ φαίνεται πως, χωρίς να το αντιληφθούμε, εμείς οι Μπολσεβίκοι θα φτάσουμε στο κατώφλι της λαϊκής δημοκρατίας, θα το διαβούμε και με τη βοήθεια κάποιου «Καίσαρος», που θα ξεφυτρώσει πιθανώς από τις τάξεις του στρατού ή των αξιωματούχων των κρατικών υπηρεσιών, θα βρεθούμε στη θέση μιας κοινής αστικής δημοκρατίας».

Στην Κίνα, μετά την κατάργηση των φεουδαλικών σχέσεων παραγωγής, εμφανίστηκαν δύο γραμμές. Η πρώτη, με υποστηρικτή τον Λιου Σάο Σι, έλεγε πως μπορεί να υπάρχει κολεκτιβοποίηση και σοσιαλισμός χωρίς τεχνική ανάπτυξη· άποψη που θύμιζε τον Μπουχάριν στην Σοβιετική Ένωση όταν υποστήριζε ότι με ελεύθερη αγορά οι πλουσιοχωρικοί (κουλάκοι) θα περνούσαν στο σοσιαλισμό. Αυτή η πολιτική θέση σχηματοποιήθηκε γλαφυρά από τον Τενγκ Χσιάο Πινγκ με τη γνωστή φράση «δεν έχει σημασία το χρώμα της γάτας, αρκεί να πιάνει ποντίκια»· που σημαίνει ότι δεν έχει σημασία το πολιτικό καθεστώς, αρκεί να υπάρχει ανάπτυξη. Είναι η θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων, χυδαίος οικονομισμός, ακραία αστική θέση.

Η κομμουνιστική θέση εκφράστηκε από τον Μάο Τσε Τουνγκ και πήρε το 1966 τη μορφή της Πολιτιστικής Επανάστασης. Η πολιτική φόρμουλα «κάνουμε την επανάσταση, προωθούμε την παραγωγή» έδινε προτεραιότητα στην πολιτική και δεν παραγνώριζε την οικονομία. Ο Μάο Τσε Τουνγκ έλεγε, στα χνάρια των κλασικών του μαρξισμού-λενινισμού, ότι «η πολιτική δεν μπορεί παρά να έχει προβάδισμα απέναντι στην οικονομία. Διαφωνία με τη θέση αυτή σημαίνει άγνοια της αλφαβήτας του Μαρξισμού». Αυτή τη σχέση πολιτικής και οικονομίας ο Λένιν την αποκαλεί επαναστατική διαλεκτική.

Ορισμένοι παλιοί και σύγχρονοι οπαδοί της αποκλειστικής προτεραιότητας στην οικονομία επικαλούνται τον Μαρξ όταν αυτός λέει πως η συνείδηση των ανθρώπων γεννιέται από την κοινωνική τους ύπαρξη· πως το είναι καθορίζει τη συνείδηση. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά οι Μαρξ – Ένγκελς έβλεπαν τη δυναμική σχέση ανάμεσα στα δύο. Ο Ένγκελς, λοιπόν, γράφει σχετικά:

«Η πολιτική, νομική, φιλοσοφική, θρησκευτική, λογοτεχνική, καλλιτεχνική κλπ εξέλιξη βασίζεται στην οικονομική εξέλιξη. Αλλά όλα αυτά επιδρούν το ένα πάνω στ’ άλλο και όλα μαζί πάνω στην οικονομική βάση. Η οικονομική κατάσταση δεν είναι η «αιτία» και η «μόνη δρώσα». Τα υπόλοιπα δεν είναι απλώς παθητικοί δέκτες. Υπάρχουν μάλλον αλληλεπιδράσεις βάση την οικονομική αναγκαιότητα, που τελικά πάντα υπερισχύει».

Ο Μάο Τσε Τουνγκ γράφει για το ίδιο θέμα:

«Είναι γεγονός πως οι παραγωγικές δυνάμεις και η οικονομική βάση παίζουν πρωταρχικό και αποφασιστικό ρόλο και όποιος το αρνείται δεν είναι υλιστής. Αλλά πρέπει να παραδεχτούμε πως κάτω από ορισμένες συνθήκες, πλευρές αυτών των παραγόντων, όπως οι παραγωγικές σχέσεις, η θεωρία και το εποικοδόμημα παίρνουν με τη σειρά τους πρωταρχικό και αποφασιστικό ρόλο. Όταν είναι αδύνατο για τις παραγωγικές δυνάμεις να αναπτυχθούν χωρίς μεταβολές στις παραγωγικές σχέσεις, τότε η μεταβολή στις παραγωγικές σχέσεις παίρνει αυτόν τον πρωταρχικό και αποφασιστικό ρόλο. Η δημιουργία και η ενίσχυση της επαναστατικής θεωρίας παίζει πρωταρχικό και αποφασιστικό ρόλο σε καιρούς που, όπως είπε και ο Λένιν, «Χωρίς επαναστατική θεωρία δε μπορεί να υπάρξει επαναστατικό κίνημα». Όταν μια αποστολή, αδιάφορο ποια, πρέπει να εκτελεσθεί, αλλά λείπει η καθοριστική γραμμή, η μέθοδος, το πρόγραμμα ή η πολιτική, τότε πρωταρχικής και αποφασιστικής σημασίας είναι η επιλογή αυτής της γραμμής, της μεθόδου, του προγράμματος ή της πολιτικής. Όταν το εποικοδόμημα (πολιτική, κουλτούρα κλπ) παρεμποδίζει την ανάπτυξη της οικονομικής βάσης, οι πολιτικές και πολιτιστικές μεταβολές αποβαίνουν πρωταρχικές και αποφασιστικές. Μήπως ερχόμαστε σε αντίθεση με τον υλισμό παίρνοντας αυτή τη θέση; Όχι. Ο λόγος είναι πως, ενώ αναγνωρίζουμε ότι μέσα στην ιστορική εξέλιξη το υλικό προσδιορίζει το πνευματικό, και το κοινωνικό «είναι» προσδιορίζει την κοινωνική συνείδηση, αναγνωρίζουμε επίσης – και πρέπει να την αναγνωρίσουμε – την επίδραση του πνεύματος πάνω στην ύλη, της κοινωνικής συνείδησης πάνω στην κοινωνική ύπαρξη και του εποικοδομήματος πάνω στην οικονομική βάση. Τούτο δεν έρχεται σε αντίθεση με τον υλισμό· αντίθετα ξεπερνάει το μηχανιστικό υλισμό και επικυρώνει αποφασιστικά το διαλεκτικό υλισμό».

Αναφερθήκαμε στη μαρξιστική μέθοδο ανάλυσης των κοινωνιών. Ότι δηλαδή κάθε κοινωνικός σχηματισμός αναλύεται στο σχήμα «βάση – εποικοδόμημα». Όπου βάση εννοούμε τους υλικούς όρους συγκρότησης της κοινωνίας, παραγωγικές δυνάμεις (γη, εργαλεία, εργασία) και παραγωγικές σχέσεις, ό,τι συγκροτεί το παραπάνω πλέγμα και εποικοδόμημα τις ιδέες, ήθη, έθιμα, κουλτούρα, συνήθειες που ξεπηδούν από τον συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής.

Το εποικοδόμημα γεννιέται και αναπαράγεται από την υλική βάση της κοινωνίας. Για να κατανοήσουμε π.χ. τις ιδέες της Φιλικής Εταιρείας στις αρχές του 19ου αιώνα, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε την ανάγκη έκφρασης των εμπόρων – αστών στα όρια της οθωμανικής αυτοκρατορίας και δεν μπορούμε να συλλάβουμε τον όρο εργατική τάξη – σοσιαλισμός – κομμουνισμός παρά μόνο αν έχουν δημιουργηθεί οι υλικοί όροι πραγμάτωσής τους.

Όμως το εποικοδόμημα δεν παρακολουθεί παθητικά την οικονομική βάση. Δεν είναι απλός αντικατοπτρισμός. Έχει τη δική του δυναμική· παρεμβαίνει στους υλικούς όρους αναπαραγωγής της κοινωνίας. Η κυρίαρχη ιδεολογία επικαθορίζει αυτό που συντελείται στο εργοστάσιο, το χωράφι και το γραφείο. Είναι σωστή η παρατήρηση του Μαρξ πως «το είναι καθορίζει τη συνείδηση», πως δηλαδή οι οικονομικοί όροι «σε τελική» ανάλυση δημιουργούν αυτήν ή την άλλη μορφή συνείδησης, τρόπου σκέψης, συνηθειών κλπ. Όμως, με τη σειρά του το εποικοδόμημα, δηλαδή οι ιδέες επηρεάζουν όλες τις δομές της κοινωνίας και επενεργούν δυναμικά στις συμπεριφορές των ανθρώπων. Ορισμένα πολιτικά ρεύματα της λεγόμενης νέας αριστεράς (πχ Αλτουσεριανοί) αναδεικνύουν το εποικοδόμημα, δηλαδή τις ιδέες, σε καθοριστικό παράγοντα βαφτίζοντας μάλιστα τον βολονταρισμό τους (υποκειμενισμό) σε μαοϊκή θεωρία. Πρόκειται για αριστερίστικη απόκλιση που απογειώνει την πολιτική από τους αντικειμενικούς νόμους στον άκρατο θεληματισμό.

Οφείλουμε να δούμε ότι ένας νέος τρόπος παραγωγής, ο σοσιαλιστικός, όπου οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται, δεν μπορεί να επεκταθεί, να βαθύνει και να κυριαρχήσει εν τέλει, αν δεν μετασχηματιστεί το εποικοδόμημα. Χωρίς το ανάλογο εποικοδόμημα (ιδέες, ήθη, πολιτισμός) η ίδια η οικονομική βάση απειλείται και σε τελική ανάλυση απειλείται ο ίδιος ο σοσιαλισμός.

Οι παραγωγικές δυνάμεις και οι παραγωγικές σχέσεις θα «φρενάρουν» αν δεν τροποποιούνται σ’ επαναστατική κατεύθυνση όλες οι σκέψεις, οι ιδέες και οι συμπεριφορές των ανθρώπων. Ακόμα και αν θεωρήσουμε ότι είναι συμπαγής η οικονομική βάση στο σοσιαλισμό, αυτή θα υποστεί στο πέρασμα του χρόνου ρωγμές από ένα αναντίστοιχο εποικοδόμημα, παλαιό, εκμεταλλευτικά χτισμένο ή αντιγραφέα αστικών προτύπων και αξιών.

Μία οικονομίστικη ερμηνεία των Μαρξ – Ένγκελς θα μας οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι οι ιδρυτές του μαρξισμού σκέφτονται «μηχανιστικά», υποστηρίζουν πως η οικονομική ανάπτυξη συνεπάγεται αυτόματα τον μετασχηματισμό του εποικοδομήματος. Λάθος! Οι Μαρξ – Ένγκελς επέμεναν στην ολόπλευρη εξέταση όλων των όρων ενός κοινωνικού σχηματισμού. Γράφει σχετικά ο Ένγκελς:

«Η δουλοκτησία πεθαίνοντας αφήνει πίσω της το φαρμακερό κεντρί της, την περιφρόνηση της παραγωγικής εργασίας από τη μεριά των ελεύθερων πολιτών. Αυτό ήταν το αδιέξοδο μπροστά στο οποίο βρέθηκε ο ρωμαϊκός πολιτισμός: η διατήρηση της δουλοκτησίας δεν μπορούσε πια και η ελεύθερη εργασία δεν μπορούσε ακόμα ν’ αποτελέσει τη βάση της κοινωνικής παραγωγής. Το μόνο φάρμακο γι’ αυτήν την κατάσταση ήταν η επανάσταση» .

Όπως παρατηρούμε «η περιφρόνηση της παραγωγικής εργασίας» κατά τον Ένγκελς γίνεται «εμπόδιο για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων». Το ρόλο του εποικοδομήματος πάνω στην οικονομική βάση τον διακρίνουμε σ’ όλη την ιστορική διαδρομή. Για παράδειγμα, το κίνημα της Αναγέννησης ή των διαφωτιστών επηρέασε θετικά την άνοδο των παραγωγικών δυνάμεων των εμπόρων και των αστών αντίστοιχα.

Μπορεί η οικονομική βάση να έχει προτεραιότητα, αλλά το συνολικό εποικοδόμημα αναπτύσσει μία δυναμική σχέση με την υλική βάση της κοινωνίας και μπορεί να δώσει ώθηση σ’ αυτήν μέσω της οικονομικής πολιτικής. Η εξάλειψη όλων των κληρονομημένων αρνητικών στις συνήθειες και τον τρόπο σκέψης και η αντικατάστασή τους από νέα συστήματα αξιών δίνουν νέα ποιότητα στο δίπολο παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις, δηλαδή στην οικονομική βάση.

Να συνεχίσουμε την επανάσταση.

Είναι φανερό πως το κεφαλαιώδες πρόβλημα του πώς επιβιώνει, ανασυντάσσεται και επανέρχεται ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν έχει λυθεί στα 1960. Το ΚΚΚίνας προβληματίζεται σοβαρά όταν γράφει:

«Οι διαφορές ανάμεσα στους εργάτες και αγρότες, την πόλη και το χωριό, τη χειρωνακτική και διανοητική εργασία, συνεχίζουν να υπάρχουν στη σοσιαλιστική κοινωνία, το δίκαιο της αστικής τάξης δεν έχει ακόμη καταργηθεί και είναι αδύνατο να εξαλείψουμε μονομιάς την άλλη αδικία: την κατανομή των καταναλωτικών αγαθών ανάλογα με την εργασία (κι όχι ανάλογα με τις ανάγκες), επομένως υπάρχουν ακόμα ανισότητες πλούτου. Προοδευτικά μόνο μπορούμε να εξαλείψουμε όλα αυτά τα φαινόμενα και τις διαφορές, καθώς και το δίκαιο της αστικής τάξης, κι αυτό απαιτεί αναπόφευκτα μια πολύ μεγάλη χρονική περίοδο. Όπως είπε ο Μαρξ, μόνο αφού εξαλειφθούν αυτές οι διαφορές και καταργηθεί ολότελα το δίκαιο της αστικής τάξης, θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί ο ολοκληρωμένος κομμουνισμός, που χαρακτηρίζεται από την αρχή: “από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του”».

Σύμφωνα με τη θεωρία που επεξεργάστηκε ο Μάο Τσε Τουνγκ: «Η σοσιαλιστική κοινωνία καλύπτει μια μεγάλη ιστορική περίοδο, που στη διάρκειά της υπάρχουν πάντα οι τάξεις, οι ταξικές αντιθέσεις και η πάλη των τάξεων, όπως και η πάλη ανάμεσα στον καπιταλιστικό δρόμο και το σοσιαλιστικό δρόμο, ο κίνδυνος της παλινόρθωσης του καπιταλισμού και η απειλή της υπονόμευσης και της επίθεσης από τη μεριά του ιμπεριαλισμού και του σοσιαλιμπεριαλισμού».

Στην πραγματικότητα ο Μάο και το ΚΚΚίνας αναζητούσαν και εφάρμοζαν τη θεωρία για τη συνέχιση της επανάστασης.

Με βάση αυτή την καθοδηγητική θεωρία, προχώρησε το ΚΚΚίνας με επικεφαλής το Μάο Τσε Τουνγκ για τη στερέωση της δικτατορίας του προλεταριάτου και την αποτροπή της παλινόρθωσης του καπιταλισμού. Η Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά η πρακτική έκφραση αυτής της θεωρίας στις συνθήκες της Λ.Δ. Κίνας, για την πολιτική συντριβή της αστικής τάξης.

Ένα λαμπρό παράδειγμα στην αγροτική οικονομία είναι η λειτουργία του κοινοβίου του χωριού Τατσάϊ, όπου οι κάτοικοι εργάζονταν με πνεύμα αυταπάρνησης, αυτοθυσίας και αυτοπεποίθησης, χωρίς κρατική βοήθεια αλλά χωρίς κανένα ατομικό κέρδος, όπου καταργήθηκαν όλα τα συστήματα βαθμών εργασίας και αντικαταστάθηκαν από μία συνολική εκτίμηση της εργατικής ικανότητας κάθε μέλους του συνεργείου βασισμένη στην ομαδικότητα και την πρωτοβουλία, με εκπληκτικά οικονομικά αποτελέσματα. Η γραμμή που έριξε ο Μάο τσε Τουνγκ «να διδασκόμαστε από το Τατσάϊ» σημαίνει να δίνουμε προτεραιότητα στην πολιτική, στην πρωτοβουλία των ανθρώπων και στην ομαδική εργασία.

Ένα δεύτερο παράδειγμα δυναμικής λειτουργίας του εποικοδομήματος είναι το κίνημα που οργάνωσαν εκατομμύρια Κινέζοι, με την καθοδήγηση του ΚΚΚίνας, ενάντια στα κηρύγματα του Κομφούκιου, ως απάντηση στις φιλοφεουδαρχικές σχέσεις υποταγής που καταδυνάστευαν το λαό για πάνω από δυόμισι χιλιετίες.

Παράλληλα, στον τομέα της τέχνης και κυρίως στα είδη τέχνης που ήταν ιδιαίτερα αγαπητά στην Κίνα, όπως η όπερα, έγιναν σοβαροί μετασχηματισμοί. Η λογική ήταν «να κρατάμε τη μορφή και ν’ αλλάζουμε το περιεχόμενο», δηλαδή να στηριζόμαστε στις γνωστές και αγαπητές από το λαό φόρμες και να μετασχηματίζουμε τα νοήματα, την πλοκή, τις σχέσεις, ώστε να δώσουμε στα έργα σοσιαλιστική προοπτική. Ο μικροαστικός ρομαντισμός αντικαθίσταται με τον επαναστατικό ρομαντισμό σε μία αριστερή και λαϊκή εκδοχή.

Για την οικονομία του χρόνου αναφέραμε ελάχιστες από τις πάμπολλες παρεμβάσεις που έγιναν στο πεδίο του εποικοδομήματος.

Πολλές φορές, ο Μάο Τσε Τουνγκ υπογράμμισε, πως τέτοιες επαναστάσεις θα πρέπει να ξαναγίνουν, μέχρι οριστική συντριβή της αστικής τάξης. Για να υπογραμμίσει την τεράστια σημασία που έχει για την υπόθεση του σοσιαλισμού, η εμμονή στη θεωρία της συνέχισης της ταξικής πάλης, ήδη από το 1963, προειδοποιούσε: «Εάν οι τάξεις, οι ταξικές αντιθέσεις, η ταξική πάλη και η δικτατορία του προλεταριάτου ξεχαστούν, τότε πολύ σύντομα, ίσως σε λίγα χρόνια μόνο ή σε μια δεκαετία ή το πολύ σε μερικές δεκαετίες, θα γίνει αναπόφευκτα αντεπαναστατική παλινόρθωση σε εθνική κλίμακα, το μαρξιστικό – λενινιστικό κόμμα θα γίνει, χωρίς αμφιβολία, ένα ρεβιζιονιστικό κόμμα, ένα φασιστικό κόμμα, κι ολόκληρη η Κίνα θ’ αλλάξει χρώμα».

Το ερώτημα που μπαίνει είναι πώς ενώ το ΚΚΚίνας είχε σαν άξονα δράσης του μια τέτοια θεωρία, τελικά δεν απέφυγε τη δραματική προειδοποίηση που πολλές φορές είχε επαναλάβει ο Μάο Τσε Τουνγκ, με αποτέλεσμα «η Κίνα ν’ αλλάξει χρώμα».

Αλλά αυτό δεν συμβαίνει για πρώτη φορά. Όποτε η ανθρωπότητα προχωρούσε και άνοιγε νέους αδιάβατους δρόμους, μέσα από ατέλειωτα ζιγκ-ζαγκ, πάντα υπήρχαν οι δυνάμεις εκείνες που λυσσασμένα την τραβούσαν να γυρίσει πίσω και να ξαναπάρει τον «παλιό ίσιο δρόμο».

Όταν η αστική τάξη στο χάραμά της συγκρούστηκε με τη φεουδαρχία, χρειάστηκε να περάσουν δύο αιώνες για να επιβληθεί οριστικά, για να εξαφανίσει τις φεουδαρχικές σχέσεις και τα φεουδαρχικά υπολείμματα. Πολλές φορές, μάλιστα, οι βρυκόλακες της φεουδαρχίας ύστερα από τις αστικές επαναστάσεις κατάφεραν να παλινορθώσουν την εξουσία τους για χρόνια και μόνο ύστερα από νέες συγκρούσεις και νέες αστικές επαναστάσεις εξαφανίστηκαν

Και συνέβαιναν αυτές οι παλινορθώσεις, όταν ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μπορούσε να αναπτυχθεί στις συνθήκες της φεουδαρχίας, γεγονός που ισχυροποιούσε αφάνταστα την αστική τάξη και όταν η άνοδος της αστικής τάξης στην εξουσία δεν οδηγούσε στην κατάργηση των τάξεων γενικά, αλλά στη διαιώνιση της ταξικής κοινωνίας, στη διαιώνιση της ταξικής κυριαρχίας μιας ελάχιστης μειοψηφίας πάνω στη συντριπτική πλειοψηφία.

Αν αναλογιστούμε, τώρα, πως ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής δεν μπορεί να αναπτυχθεί στις συνθήκες του καπιταλισμού και πως η εργατική τάξη έχει τελικό σκοπό να καταργήσει τις τάξεις γενικά, να ξεριζώσει δηλαδή μια κληρονομιά χιλιετηρίδων, μπορούμε να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε το φαινόμενο της παλινόρθωσης του καπιταλισμού. Κι όσο πιο γρήγορα το συλλάβουμε, τόσο πιο γρήγορα θα ξεμπερδέψει η ανθρωπότητα με τους βρυκόλακες της αστικής τάξης.

Αν η νέα αστική τάξη σφετερίστηκε την εξουσία στη Σοβιετική Ένωση και την Κίνα, αυτό ούτε αναπόφευκτο ήταν, ούτε νομοτελειακό. Η ανατροπή αυτή καθορίστηκε από τους συγκεκριμένους ταξικούς συσχετισμούς, που διαμορφώθηκαν σε κρίσιμες περιόδους, που επέτρεψαν στην αστική τάξη να υφαρπάξει την κρατική εξουσία.

Ο Β.Ι. Λένιν έγραφε για το σοσιαλισμό στο βιβλίο του «Η προλεταριακή Επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκυ»:

«Το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό είναι ολόκληρη ιστορική εποχή. Όσο δεν έχει τελειώσει η εποχή αυτή, οι εκμεταλλευτές διατηρούν αναπόφευκτα την ελπίδα της παλινόρθωσης, κι αυτή η ελπίδα μεταβάλλεται σε απόπειρες για παλινόρθωση».

Ήδη από τον 19ο αιώνα μπροστά στο πρόβλημα της παλινωδίας (παλινόρθωσης) ο Μαρξ έγραφε στο έργο «18η Μπρυμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη»: «Οι προλεταριακές επαναστάσεις, όπως και οι αστικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα, κάνουν αδιάκοπη κριτική στον ίδιο τον εαυτό τους, διακόπτουν κάθε στιγμή την πορεία τους, γυρίζουν πάλι σε κείνο που φαίνεται πως έχει πραγματοποιηθεί για να το ξαναρχίσουν από την αρχή, χλευάζουν με ωμή ακρίβεια τις συνέπειες, τις αδυναμίες και τις ελεεινότητες που παρουσιάζουν στις πρώτες δοκιμές τους, φαίνονται πως ξαπλώνουν κάτω τον αντίπαλό τους μόνο για να αντλήσει καινούριες δυνάμεις από τη γη και να σηκωθεί μπροστά τους πιο γίγαντας, οπισθοχωρούν όλοι μπροστά στη μεγαλοσύνη των σκοπών τους, ώσπου να δημιουργηθούν οι όροι που κάνουν αδύνατο κάθε πισωγύρισμα».

Αναζήτηση

Κατηγορίες