Ομιλία του συντρόφου Αντώνη Παπαδόπουλου στην εκδήλωση για τα 50 χρόνια από τη ΜΠΠΕ
5 Ιουνίου, 2016Διήμερο Μ.Π.Π.Ε. 2016admin

Ο Α. Παπαδόπουλος τοποθετήθηκε εκ μέρους του Μ-Λ ΚΚΕ στη δεύτερη συζήτηση της πρώτης μέρας

Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Τιμώντας τα 50 χρόνια από το ξέσπασμα της ΜΠΠΕ, το πρώτο που θέλουμε να υπογραμμίσουμε είναι ότι αποτέλεσε τον πιο ξεχωριστό, θυελλώδη και παρατεταμένο αγώνα που πρόσφερε νέα στοιχεία στο κομμουνιστικό κίνημα για την ενίσχυση των θέσεων της προλεταριακής ιδεολογίας και του σοσιαλιστικού συστήματος, ενάντια στις δυνάμεις που προετοίμαζαν το έδαφος μιας ανοιχτής επίθεσης για την παλινόρθωση του καπιταλισμού στην Κίνα.
Πρόσφερε νέα στοιχεία γιατί μέσα στις συνθήκες του σοσιαλισμού έκφραζε και υλοποιούσε την κατεύθυνση πως οι αγώνες για τη στερέωση του σοσιαλισμού πρέπει να διεξάγονται όχι μόνο υπέρ των συμφερόντων του εργαζόμενου λαού, αλλά και με την άμεση, πλατιά και ορμητική συμμετοχή του στη μαζική κριτική και πάλη εναντίον των καπιταλιστικών δυνάμεων και για τη σοσιαλιστική αναμόρφωση και διαπαιδαγώγηση ολόκληρης της κοινωνίας μέσω της ταξικής πάλης.
Με εύστοχο τρόπο, η Ανακοίνωση των δύο οργανώσεών μας υπογραμμίζει: “Πενήντα χρόνια μετά το ξέσπασμά της, η ΜΠΠΕ αποτελεί μια ανεκτίμητη επαναστατική παρακαταθήκη για την υπόθεση του σοσιαλισμού, πηγή και πεδίο απαντήσεων για την καπιταλιστική παλινόρθωση στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, ύστερα από τη ρεβιζιονιστική στροφή που σηματοδοτήθηκε για το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα από το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, το Φλεβάρη του 1956”.
Και ακόμη ότι: “Τα γεγονότα και οι θυελλώδεις ιδεολογικοπολιτικές αντιπαραθέσεις εκείνης της περιόδου, οι προσεγγίσεις και εκτιμήσεις των εξελίξεων που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια, αποτελούν αναγκαία ιδεολογική βάση του κινήματος σήμερα και σημαντικό πεδίο ιδεολογικοπολιτικού προβληματισμού νέων και παλιότερων αγωνιστών”.
Πραγματικά, όλα τα πολύτιμα διδάγματα που μας πρόσφερε η μεγάλη πολεμική που ξέσπασε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και η ΜΠΠΕ αποτελούν για εμάς ανεκτίμητη επαναστατική παρακαταθήκη, πεδίο απαντήσεων για την καπιταλιστική παλινόρθωση, αναγκαία ιδεολογική βάση για την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος σήμερα.
Το κεντρικό ζήτημα, που επανέρχεται διαρκώς στο επίκεντρο της συζήτησης από τότε και θα επανέρχεται για πολλά χρόνια ακόμα, είναι το ζήτημα της σοσιαλιστικής επανάστασης και της καπιταλιστικής παλινόρθωσης.
Αν στη σημερινή περίοδο ο ιμπεριαλισμός εξαπολύει πολέμους, καταβροχθίζει χώρες, υποδουλώνει έθνη και λαούς και ο καπιταλισμός ξεθεμελιώνει και σαρώνει όλα τα κατακτημένα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα, ασκώντας την πιο άγρια πολιτική εκμετάλλευσης και καταπίεσης, αυτό είναι αποτέλεσμα της αποφασιστικής αλλαγής του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος της παγκόσμιας αντίδρασης ύστερα από την παλινόρθωση του καπιταλισμού.
Αν το λαϊκό και ευρύτερα επαναστατικό κίνημα αδυνατεί να οργανώσει μια αποτελεσματική άμυνα στην αχαλίνωτη επιθετικότητα του ιμπεριαλιστικού και καπιταλιστικού συστήματος, αυτό επίσης συνδέεται με την οπισθοχώρηση, την ιδεολογικοπολιτική κρίση και τον αφοπλισμό που προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος η παλινόρθωση του καπιταλισμού.
Κατά συνέπεια, έχει αποφασιστική σημασία για το κομμουνιστικό κίνημα και την προοπτική του, αν θα φωτιστούν τα προβλήματα, θα αναδειχθούν οι βαθύτερες αιτίες και θα δοθούν, όσο γίνεται, ουσιαστικές απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα που απασχολούν χιλιάδες κομμουνιστές για το θεμελιώδες ζήτημα της καπιταλιστικής παλινόρθωσης.
Η ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος και το σταδιακό του πέρασμα σε μια άλλη φάση, που θα το κάνει ικανό να αντιπαλέψει με ουσιαστικούς όρους τους ταξικούς αντιπάλους, συνδέεται με την κατανόηση και αφομοίωση των σωστών διδαγμάτων και συμπερασμάτων που πρέπει και μπορούν να βγουν από την ιστορική εμπειρία μισού αιώνα και από το κατά πόσο αυτά θα ενσωματωθούν, θα χωνευτούν και θα αποτελέσουν αναπόσπαστο στοιχείο της γενικότερης ιδεολογικοπολιτικής φυσιογνωμίας, του προσανατολισμού και της πάλης που διεξάγει.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Το Φλεβάρη που μας πέρασε, συμπληρώθηκαν εξήντα χρόνια από τη σύγκληση του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ που ανέτρεψε την επαναστατική πολιτική του κόμματος και του σοβιετικού κράτους, προκαλώντας στις αρχές της δεκαετίας του ΄60, το ξέσπασμα μιας μεγάλης πολεμικής μέσα στις γραμμές του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Στο επίκεντρο της μεγάλης πολεμικής βρέθηκαν όλα τα ιδεολογικά, πολιτικά και θεωρητικά ζητήματα που αφορούσαν τη γενική γραμμή του, όπως είναι το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού, η διατήρηση ή όχι της δικτατορίας του προλεταριάτου και ο χαρακτήρας του κομμουνιστικού κόμματος και του κράτους στην περίοδο του σοσιαλισμού, ο ρόλος του εθνικοαπελευθερωτικού και αντιιμπεριαλιστικού κινήματος στην εποχή μας, τα προβλήματα του πολέμου και της ειρήνης.
Με βαρυσήμαντα άρθρα και ντοκουμέντα αντιρεβιζιονιστικής πολεμικής το ΚΚΚίνας ξεσκεπάζει και αντικρούει τη γενική γραμμή του ΚΚΣΕ, τις αντιμαρξιστικές – αντιλενινιστικές θεωρίες του, και προειδοποιεί πως η γενική γραμμή του βάζει τα θεμέλια της καπιταλιστικής παλινόρθωσης.
Η ανοιχτή παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Σ.Ε. με την περεστρόικα το 1991, η διάλυσή της όπως και η διάλυση του ΚΚΣΕ, ήταν η αναπόφευκτη κατάληξη, το τραγικό τέλος μιας ολέθριας διαδρομής που είχε αφετηρία της την κυριαρχία του ρεβιζιονισμού στο 20ό συνέδριο.
Πώς εκφράστηκε στη χώρα μας όλη αυτή η αντιπαράθεση που καθόρισε την πορεία του παγκόσμιου αλλά και του δικού μας κινήματος και πώς ενσωματώνουμε τα πολύτιμα συμπεράσματα που βγαίνουν από αυτή την εξέλιξη στον προσανατολισμό μας;
Στη χώρα μας, ύστερα από τη μεγάλη αντεπαναστατική ανατροπή, ξεκίνησε ο αγώνας των μαρξιστών – λενινιστών της Ελλάδας, στις εξορίες, τις φυλακές και την πολιτική προσφυγιά. Σταδιακά, και όσο προχωρούσε ο ρεβιζιονιστικός εκφυλισμός, εξελίχθηκε σε ένα παρατεταμένο ιδεολογικοπολιτικό αγώνα που κάλυψε τα πιο βασικά ζητήματα του δικού μας και του παγκόσμιου κινήματος. Μέσα απ” αυτούς τους αγώνες διαμορφώθηκαν οι προϋποθέσεις για την ανεξάρτητη δράση των μαρξιστικών – λενινιστικών δυνάμεων που επισφραγίστηκε με την έκδοση του περιοδικού “Αναγέννηση” το 1964 και τη δημιουργία της ΟΜΛΕ και της Μαρξιστικής – Λενινιστικής Οργάνωσης πολιτικών προσφύγων. Τα πενήντα χρόνια από τη δημιουργία τους τίμησαν οι δύο οργανώσεις μας το 2014, καθώς και τις ηγετικές μορφές αυτού του αγώνα, τους συντρόφους Ισαάκ Ιορδανίδη, Γιάννη Χοντζέα, Πολύδωρο Δανιηλίδη, Γαβρίλο Παπαδόπουλο.
Ποιές θέσεις υποστήριξε, και σε ποιά πλευρά βρέθηκε η ηγεσία του ΚΚΕ, στο διάστημα μισού και παραπάνω αιώνα από τότε, γύρω από τα μεγάλα ζητήματα που ξέσπασαν και συνεχίζουν να απασχολούν τους κομμουνιστές σχετικά με την καπιταλιστική παλινόρθωση;
Η ηγεσία του ΚΚΕ, καρπός της χρουτσωφικής επέμβασης της «6ης Ολομέλειας» που ανέτρεψε την επαναστατική γραμμή και ηγεσία του κόμματος, αποτέλεσε -διαχρονικά μέσα στο κίνημα- τον εκφραστή του σοβιετικού ρεβιζιονισμού. Από το 1956 μέχρι και το 1991 (όταν δεν είχε πια κανένα περιθώριο) υποστήριξε με το νι και με το σίγμα όλη τη ρεβιζιονιστική σκουριά που εκπορευόταν από το ΚΚΣΕ, “εξειδικεύοντας” και εκφράζοντας στη χώρα μας τη γενική γραμμή του.
Χειροκρότησε τη γραμμή του 20ού συνεδρίου που απ” αυτή γεννήθηκε. Χειροκρότησε τη γραμμή της περιόδου Μπρέζνιεφ, τα πραξικοπήματα και τις επεμβάσεις του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού. Χειροκρότησε, ένθερμα, την γκορμπατσωφική περεστρόικα που ξεθεμελίωνε τα πάντα και την πρόβαλλε ως “μια μεγάλη πρακτική και θεωρητική σύλληψη στην πορεία οικοδόμησης του σοσιαλισμού”, ενώ, ταυτόχρονα, αναπαρήγαγε όλες τις αντικινέζικες – αντιμαοϊκές επιθέσεις των σοβιετικών και επιδιδόταν σε μια κατασυκοφάντηση των μαρξιστικών – λενινιστικών δυνάμεων στην Ελλάδα και στην πολιτική προσφυγιά.
Έμεινε έτσι γαντζωμένη, μέχρι το τέλος, στην υπεράσπιση μιας γραμμής που κατέληξε στο ολοκληρωτικό αδιέξοδο και τη χρεοκοπία, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των μελών του ΚΚΕ, που έβλεπαν να καταρρέουν σαν χάρτινοι πύργοι το ένα “σοσιαλιστικό” καθεστώς μετά το άλλο, να διαλύονται τα “αδελφά” κόμματα, να αποκομμουνιστικοποιούνται και, σε μια νύχτα, να μεταμορφώνονται οι “κομμουνιστές” ηγέτες τους σε λακέδες της Δύσης και ο “αναμορφωτής” Γκορμπατσώφ να διαλύει το ΚΚΣΕ και τη Σοβιετική Ένωση και να παλινορθώνει, ανοιχτά, τον κλασικό καπιταλισμό στην πιο βάρβαρη μορφή του.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Η ιστορική πείρα της δικτατορίας του προλεταριάτου, τόσο στη Σοβιετική Ένωση όσο και στην Κίνα, έδειξε πως κεντρικό σημείο της σύγκρουσης γύρω από το οποίο περιστράφηκε ο ταξικός και πολιτικός αγώνας στο επίπεδο της οικονομίας, ήταν ο περιορισμός ή η επέκταση της εμπορευματικής παραγωγής και γενικότερα του αστικού δικαίου.
Αφού, στην περίοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, το εμπορευματικό σύστημα και το αστικό δίκαιο εξακολουθεί να εφαρμόζεται, αυτό σημαίνει πως, στην περίοδο αυτή και πάνω σ” αυτή τη βάση, αναπτύσσεται μια σύγκρουση ανάμεσα στις σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής που θέλουν να ανοίξουν το δρόμο στις κομμουνιστικές σχέσεις και στις εμπορευματικές σχέσεις παραγωγής που θέλουν να ανοίξουν το δρόμο στις καπιταλιστικές σχέσεις. Φυσικά, αυτή η σύγκρουση, που αναπτύσσεται στο έδαφος της οικονομικής βάσης, δεν είναι “τυφλή”, ούτε ανεξάρτητη από τη δράση του εποικοδομήματος, πολύ περισσότερο δεν είναι ανεξάρτητη από τη δράση του υποκειμενικού παράγοντα.
Σε κάθε κοινωνία, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων προπορεύεται από την ανάπτυξη των παραγωγικών σχέσεων. Η αντίθεση που διαμορφώνεται μάλιστα απ” αυτή την εξέλιξη αποτελεί και τη βασική αντίθεση που εκφράζεται στο κοινωνικό επίπεδο με την πάλη των τάξεων και κινεί την κοινωνία προς τα μπρος. Αυτός είναι ο νόμος ανάπτυξης των κοινωνιών, σύμφωνα με τη θεωρία που επεξεργάστηκε ο Μαρξ.
Και στο σοσιαλισμό, οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται πιο γρήγορα από τις σχέσεις παραγωγής. Αυτή η ανάπτυξη ακριβώς δημιουργεί και τη βασική αντίθεση στο σοσιαλισμό, την αντίθεση δηλαδή ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής, που εκφράζεται στο κοινωνικό επίπεδο με την πάλη των τάξεων και κινεί τη σοσιαλιστική κοινωνία προς τα μπρος.
Αναλύοντας τη σχέση αυτή ο Στάλιν, το 1952, και αναιρώντας τη θέση για την “πλήρη αντιστοιχία των παραγωγικών σχέσεων με το χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων” στο σοσιαλισμό, που κυριαρχούσε όλη την προηγούμενη περίοδο, γράφει συγκεκριμένα: “Φυσικά οι νέες παραγωγικές σχέσεις δεν μπορούν να μείνουν και δεν θα μείνουν αιώνια νέες, αρχίζουν να παλιώνουν και να έρχονται σε αντίθεση με την παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αρχίζουν να χάνουν το ρόλο της κύριας κινητήριας δύναμης των παραγωγικών δυνάμεων και μετατρέπονται σε τροχοπέδη τους. Τότε στη θέση αυτών των παραγωγικών σχέσεων, που έχουν πια παλιώσει, εμφανίζονται νέες παραγωγικές σχέσεις που ο ρόλος τους συνίσταται στο να αποτελούν την κύρια κινητήρια δύναμη της παραπέρα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων”. Για να καταλήξει ως εξής: “Σε περίπτωση σωστής πολιτικής των καθοδηγητικών οργάνων, αυτές οι αντιθέσεις δεν μπορούν να μετατραπούν σε εναντιώσεις και το πράγμα εδώ δεν μπορεί να φτάσει μέχρι τη σύγκρουση ανάμεσα στις παραγωγικές σχέσεις και τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας. Άλλη υπόθεση αν θα ακολουθήσουμε λαθεμένη πολιτική. Σ” αυτήν την περίπτωση, η σύγκρουση θα είναι αναπόφευκτη”.
Τι σημαίνει μια τέτοια τοποθέτηση του προβλήματος; Σημαίνει πως η μετατροπή των παραγωγικών σχέσεων από κινητήρας των παραγωγικών δυνάμεων σε τροχοπέδη τους, δεν μπορεί να νοηθεί σαν μια “αυτόματη” διαδικασία, σαν μια “καθαρή”, “αφηρημένη” έννοια, έξω από τις κοινωνικές δυνάμεις που δρουν στη σοσιαλιστική κοινωνία.
Όπως επίσης και η “εμφάνιση” νέων παραγωγικών σχέσεων, δεν μπορεί να νοηθεί πως ξεπηδά αυτόματα, έξω από τη συνειδητή δράση των δυνάμεων της κοινωνίας.
Κάθε παραγωγική σχέση είναι δεμένη άρρηκτα με συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα. Με δυο λόγια, οι παλιές σχέσεις παραγωγής που γίνονται τροχοπέδη και οι νέες που γίνονται κινητήρας των παραγωγικών δυνάμεων, εκφράζουν τα συμφέροντα δύο διαφορετικών τάξεων, και παντού και πάντα η αντικατάσταση των παλιών σχέσεων με τις νέες γίνεται με την επέμβαση των τάξεων, δηλαδή με την ταξική πάλη.
Ποτέ μέχρι τώρα η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν οδήγησε στον αυτόματο μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων. Και ούτε πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο. Η ανατροπή των παλιών παραγωγικών σχέσεων σε όλη τη διάρκεια της κοινωνικής εξέλιξης έγινε πάντα με την επέμβαση των τάξεων, με τον ταξικό αγώνα. Η πάλη των τάξεων είναι η κινητήρια δύναμη του τροχού της ιστορίας προς τα μπρος.
Όλα αυτά αναφέρονται ενάντια στην περίφημη “θεωρία της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων” η οποία προσπαθεί να υποβιβάσει το μαρξισμό στο χυδαίο επίπεδο του οικονομισμού, υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδηγεί από μόνη της και στον μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων.
Μια τέτοια θεωρία σημαίνει για την εργατική τάξη να αγωνίζεται για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, μέσα από την οποία θα “προκύψει” ο μετασχηματισμός των παραγωγικών σχέσεων και όχι για τη συντριβή τους. Όπως ακριβώς στον καπιταλισμό, έτσι και στο σοσιαλισμό, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν οδηγεί ποτέ από μόνη της στο μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων. Μέσα από τον αδιάκοπο ταξικό αγώνα, μέσα από τη συνέχιση της επανάστασης, η πολιτικά κυρίαρχη εργατική τάξη πρέπει να προωθεί τις νέες σχέσεις παραγωγής που θα ανταποκρίνονται στο νέο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.
Δίπλα στη βασική αυτή αντίθεση, εκδηλώνεται στις συνθήκες του σοσιαλισμού και η αντίθεση ανάμεσα στην οικονομική βάση και το εποικοδόμημα.
Η αλλαγή ενός τρόπου παραγωγής, ιδιαίτερα για τον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής, προϋποθέτει την αλλαγή του εποικοδομήματος, που επιδρά κι αυτό με τη σειρά του πάνω στην οικονομική βάση. Για την εργατική τάξη με το δεδομένο ότι είναι αδύνατο να αναπτυχθεί στις συνθήκες του καπιταλισμού ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής ο αγώνας της στρέφεται αποκλειστικά στην κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, με όπλο την επαναστατική ιδεολογία. Μόνο με την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, με τη συντριβή του αστικού κράτους και τη δημιουργία του προλεταριακού, με τη δημιουργία ενός νέου εποικοδομήματος, μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για την εμφάνιση και ανάπτυξη ενός νέου τρόπου παραγωγής.
Για να γίνει αυτό σημαίνει, πως η υποταγμένη πριν εργατική τάξη αποκτά συνείδηση του ιστορικού της ρόλου, απορρίπτει την ιδεολογία της αστικής τάξης, ενστερνίζεται τη νέα επαναστατική ιδεολογία, κατακτά την πολιτική εξουσία και διαμορφώνει έτσι ένα εποικοδόμημα που μπορεί να εκφράσει τις ανάγκες της νέας οικονομικής βάσης. Και όσο περισσότερο στις συνθήκες του σοσιαλισμού διεισδύει η επαναστατική ιδεολογία στις μάζες, περιορίζοντας αντίστοιχα την επιρροή της αστικής ιδεολογίας, τόσο περισσότερο ευνοείται η ανάπτυξη και σταθεροποίηση του νέου τρόπου παραγωγής.
Ο μετασχηματισμός της παλιάς οικονομικής βάσης, δεν σημαίνει πως εξαφανίζεται το παλιό εποικοδόμημα και ιδιαίτερα η παλιά ιδεολογία. Δεν είναι δυνατόν μια κληρονομημένη ιδεολογία, που βαραίνει στη συνείδηση της ανθρωπότητας χιλιάδες χρόνια, να εξαφανιστεί με την κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο. Αυτή εξακολουθεί να επιβιώνει για μια μεγάλη περίοδο και ο αγώνας για την εκμηδένιση της επιρροής της, αποτελεί το πιο σύνθετο και δύσκολο καθήκον.
Ο Λένιν έγραφε γι αυτό. «Να τσακίσουμε την αντίσταση των καπιταλιστών, όχι μόνο την στρατιωτική και την πολιτική, αλλά ακόμα και την ιδεολογική, που είναι η πιο βαθιά και ισχυρή αντίσταση. Αυτό είναι το καθήκον μας.»
Πάνω στη βάση αυτή αναπτύσσεται ένας σκληρός ταξικός αγώνας – και ένας τέτοιος θυελλώδης και παρατεταμένος αγώνας ήταν ακριβώς η ΜΠΠΕ – ανάμεσα στην εργατική τάξη που αγωνίζεται να μετασχηματίσει το εποικοδόμημα και να κυριαρχήσει σε όλους τους τομείς του, συντρίβοντας την αντίσταση της αστικής ιδεολογίας , «που είναι η πιο βαθιά και ισχυρή» και την αστική τάξη, που προσπαθεί να αντισταθεί σε αυτό το μετασχηματισμό και να κυριαρχήσει στο επίπεδο του εποικοδομήματος και στην καρδιά του, την πολιτική εξουσία, πράγμα που θα της επιτρέψει να γκρεμίσει στη συνέχεια τη σοσιαλιστική οικονομική βάση και να επαναφέρει τον παλιό τρόπο παραγωγής.
Η σοσιαλιστική κοινωνία είναι μια κοινωνία όπου συνεχίζεται η ταξική πάλη και μετά το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό των βασικών μέσων παραγωγής ή πρόκειται για μια κοινωνία που έχουν εξαφανιστεί οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις και η ταξική πάλη;
Η ιστορία έχει δώσει την απάντησή της και τώρα μας φαίνεται αυτονόητη, αλλά έχει σημασία να επιμείνουμε, γιατί πρέπει να δούμε όσο μπορούμε πιο ολοκληρωμένα πως συντελέστηκε η παλινορθωτική διαδικασία, να κατανοήσουμε τι εκφράζει ο ρεβιζιονισμός.
Η θέση που ανέπτυξε ο Μάο αντλώντας διδάγματα από την κυριαρχία του ρεβιζιονισμού στη Σοβιετική Ένωση είναι ότι η σοσιαλιστική κοινωνία είναι μια μεταβατική κοινωνία στην οποία αντιπαλεύουν εχθρικές τάξεις, η εργατική τάξη και η αστική τάξη, οπότε τελικά η σοσιαλιστική κοινωνία μπορεί να οδηγηθεί σε δυο διαμετρικά αντίθετους δρόμους. Ή θα παραμείνει κυρίαρχη η εργατική τάξη, εφαρμόζοντας τη δικτατορία του προλεταριάτου, οδηγώντας μέσα από τον αδιάκοπο επαναστατικό μετασχηματισμό την κοινωνία μπροστά, προς τον κομμουνισμό, ή η αστική τάξη κάτω από οποιαδήποτε μορφή θα ανατρέψει την εργατική τάξη και θα κυριαρχήσει αυτή, οδηγώντας τη σοσιαλιστική κοινωνία πίσω στον καπιταλισμό.
Σύμφωνα με τη γενική γραμμή που επεξεργάστηκε ο Μάο “η σοσιαλιστική κοινωνία καλύπτει μια μεγάλη ιστορική περίοδο που στη διάρκειά της υπάρχουν πάντα οι τάξεις, οι ταξικές αντιθέσεις και η πάλη των τάξεων, όπως και η πάλη ανάμεσα στον καπιταλιστικό δρόμο και το σοσιαλιστικό δρόμο, ο κίνδυνος της παλινόρθωσης του καπιταλισμού”.
Πρόκειται για την καθοδηγητική θεωρία της συνέχισης της επανάστασης στις συνθήκες της δικτατορίας του προλεταριάτου, που αποτελεί τη σημαντικότερη συνεισφορά στον επαναστατικό μαρξισμό, τη σημερινή περίοδο. Η θεωρία αυτή συγκρούστηκε με τις θεωρίες των σοβιετικών ρεβιζιονιστών, που υποστήριζαν πως στη σοβιετική κοινωνία δεν υπάρχουν ταξικές ανταγωνιστικές αντιθέσεις, ότι η νίκη και η επικράτηση του σοσιαλισμού είναι οριστική και αμετάκλητη και πως η σοβιετική κοινωνία βαδίζει ολοταχώς προς τον κομμουνισμό. Στο 22ο Συνέδριο μάλιστα του ΚΚΣΕ, το 1961, υπήρχε στο πρόγραμμά του η πρόβλεψη πως “σε 20 χρόνια στη Σοβιετική Ένωση θα έχουμε κομμουνισμό”.
Τώρα, που ολοκληρώθηκε ο κύκλος της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στη Σ. Ένωση και στην Κίνα, μπορεί να δει ο καθένας σε ποια θεωρία βρίσκεται η αλήθεια, που περιέχονται θεμελιώδη, ιστορικά επιβεβαιωμένα συμπεράσματα ικανά να ερμηνεύσουν τις οξύτατες ταξικές συγκρούσεις και την καπιταλιστική παλινόρθωση που συντελέστηκε σ” αυτές τις χώρες. Να επιβεβαιώσουν την αλήθεια πως στις συνθήκες του σοσιαλισμού διεξάγεται ένας ανελέητος ταξικός αγώνας, “ένας αγώνας ανάμεσα στο προλεταριάτο, επικεφαλής του εργαζόμενου λαού, από τη μια πλευρά, και της αστικής τάξης από την άλλη”, όπως υπογράμμιζε ο Μάο.
Πώς εκφράζεται και εκδηλώνεται, όμως, ο πολιτικός αγώνας από τη στιγμή που εκμηδενίζονται οι κλασικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης και τα πολιτικά της κόμματα στις συνθήκες της δικτατορίας του προλεταριάτου; Πού εναποθέτει η παλιά και νέα αστική τάξη τις ελπίδες της για παλινόρθωση και πού αναζητά τους πολιτικούς της εκπροσώπους; Με παραστατικό τρόπο υπογράμμισε ο Μάο: “Κάνουμε τη σοσιαλιστική επανάσταση και δεν ξέρουμε πού βρίσκεται η αστική τάξη, βρίσκεται μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα, είναι οι υπεύθυνοι του κόμματος που μπήκαν στον καπιταλιστικό δρόμο” και πως “ο πολιτικός αγώνας της εργατικής τάξης στρέφεται ενάντια σ” εκείνους τους εκπροσώπους της αστικής τάξης που εισχώρησαν μέσα στο κόμμα, την κυβέρνηση, το στρατό και τους διάφορους τομείς της κουλτούρας” για να καταλήξει στο βασικό συμπέρασμα πως “ο ρεβιζιονισμός στην εξουσία είναι η αστική τάξη στην εξουσία”.
Οι θέσεις του Μάο ξεκαθαρίζουν πως η πολιτική πάλη μεταφέρεται και διεξάγεται μέσα στις γραμμές του κομμουνιστικού κόμματος. Πώς εξηγείται αυτό; Η εσωκομματική πάλη δεν είναι ξεκομμένη από τα προβλήματα και από την ταξική πάλη που διεξάγεται στη σοσιαλιστική κοινωνία. Είναι αντανάκλαση αυτής της ταξικής πάλης. Η εργατική τάξη και η αστική τάξη είναι δύο ανταγωνιστικές τάξεις που συνυπάρχουν μέσα στη σοσιαλιστική κοινωνία. Συγκρούονται και αλληλοσυμπλέκονται μεταξύ τους. Ανταγωνίζονται και διεισδύουν η μία μέσα στην άλλη, ιδεολογικά και πολιτικά. Μέσα από μια τέτοια αλληλεπίδραση, διαμορφώνονται οι εκφραστές της αστικής πολιτικής στις γραμμές του κομμουνιστικού κόμματος και διεξάγουν ένα σκληρό πολιτικό αγώνα για την επικράτησή της. Τόσο στη Σοβιετική Ένωση, όσο και στη Λ.Δ. Κίνας, ο Λένιν, ο Στάλιν και ο Μάο Τσετούνγκ διεξήγαγαν σκληρούς ιδεολογικούς και πολιτικούς αγώνες ενάντια στους εκπροσώπους της αστικής τάξης μέσα στο κόμμα, η έκβαση των οποίων κάθε φορά έκρινε και την τύχη της επανάστασης. Με βάση αυτή την καθοδηγητική θεωρία, προχώρησε το ΚΚ Κίνας για τη στερέωση της δικτατορίας του προλεταριάτου και την αποτροπή της παλινόρθωσης του καπιταλισμού. Η Πολιτιστική Επανάσταση δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η πρακτική έκφραση αυτής της θεωρίας για την πολιτική συντριβή της αστικής τάξης.
Πολλές φορές, ο Μάο υπογράμμισε πως τέτοιες επαναστάσεις θα πρέπει να ξαναγίνουν, μέχρι την οριστική συντριβή της αστικής τάξης. Για να τονίσει την αποφασιστική σημασία που έχει για την υπόθεση του σοσιαλισμού η γενική γραμμή της συνέχισης της ταξικής πάλης, ήδη από το 1963, προειδοποιούσε: “Εάν οι τάξεις, οι ταξικές αντιθέσεις, η ταξική πάλη και η δικτατορία του προλεταριάτου ξεχαστούν, τότε πολύ σύντομα, ίσως σε λίγα χρόνια μόνο ή σε μια δεκαετία ή το πολύ σε μερικές δεκαετίες, θα γίνει αναπόφευκτα αντεπαναστατική παλινόρθωση σε εθνική κλίμακα, το μαρξιστικό – λενινιστικό κόμμα θα γίνει, χωρίς αμφιβολία, ένα ρεβιζιονιστικό κόμμα, ένα φασιστικό κόμμα, κι ολόκληρη η Κίνα θα αλλάξει χρώμα”.
Η ΜΠΠΕ μπόρεσε να αποκρούσει και να αναχαιτίσει το ρεβιζιονισμό για κάποια χρόνια. Δεν μπόρεσε να αποτρέψει τελικά την αναρρίχηση των ρεβιζιονιστών στην Κίνα και ένα μεγάλο ζήτημα που πρέπει να μελετηθεί σε βάθος είναι πώς μπόρεσε μετά τον θάνατο του Μάο να σφετεριστεί την καθοδήγηση του ΚΚΚίνας η αντεπαναστατική κλίκα του Τενγκ Χσιάο Πινγκ που ανέτρεψε όλες τις μεγάλες κατακτήσεις του κινέζικου λαού και παλινόρθωσε τον καπιταλισμό, προξενώντας τεράστια ζημιά όχι μόνο στην υπόθεση του κινέζικου λαού αλλά και σε όλο το διεθνές επαναστατικό κίνημα.

Συντρόφισσες και σύντροφοι
Αν η νέα αστική τάξη πήρε την εξουσία στη Σ. Ένωση και την Κίνα, αυτό ούτε αναπόφευκτο ήταν, ούτε και νομοτελειακό. Η ανατροπή αυτή καθορίστηκε από τους συγκεκριμένους ταξικούς και πολιτικούς συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν σε κρίσιμες περιόδους και σε συνθήκες μεγάλου πολιτικού κενού που δημιουργούσε ο θάνατος των ηγετών της επανάστασης.
Η διαμόρφωση των κοινωνικών όρων και προϋποθέσεων που δεν θα επιτρέπουν τη γέννηση και ανάπτυξη των νέων αστικών στοιχείων και θα κάνει αδύνατη την κυριαρχία τους, η ιστορία της Σ. Ένωσης και της Κίνας έδειξε πως δεν είναι υπόθεση μιας γενιάς, αλλά μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου και πως η διεξαγωγή της ταξικής πάλης συνδέεται με την πολιτική του κόμματος και του κράτους σε όλους τους τομείς, με τους αντικειμενικούς περιορισμούς και το ιστορικό πλαίσιο που αντιμετωπίζει η επανάσταση σε κάθε στάδιο ανάπτυξής της και σύμφωνα με τις διορατικές εκτιμήσεις των ίδιων των ηγετών της επανάστασης είναι ένα έργο αφάνταστα πιο δύσκολο, πιο σύνθετο και πιο βαθύ από αυτό της κατάληψης της πολιτικής εξουσίας και την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού.
Όταν σύμφωνα με τον Μαρξ “ο σοσιαλισμός είναι η διαρκής κήρυξη της επανάστασης, η ταξική δικτατορία του προλεταριάτου σαν το αναγκαίο σημείο περάσματος για να φτάσουμε στην κατάργηση των ταξικών διαφορών γενικά, στην κατάργηση όλων των παραγωγικών σχέσεων πάνω στις οποίες βασίζονται οι ταξικές διαφορές, στην εξάλειψη όλων των κοινωνικών σχέσεων που αντιστοιχούν σε αυτές τις παραγωγικές σχέσεις, στην ανατροπή όλων των ιδεών που πηγάζουν από αυτές τις σχέσεις”, γεγονός δηλαδή που σημαίνει την εξαφάνιση ενός “γενετικού” κοινωνικού υλικού ταξικών κοινωνιών που μεταφέρεται και κληρονομείται χιλιετίες, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε τις δυσκολίες, το μέγεθος της προσπάθειας, την “απεραντοσύνη των σκοπών” για ένα ταξίδι που τώρα μόλις ξεκίνησε η ανθρωπότητα να κάνει.
Όταν η αστική τάξη εμφανίστηκε στο προσκήνιο της ιστορίας πριν 5 – 6 αιώνες, ξεκινώντας από την περίοδο της Αναγέννησης, χρειάστηκε δυο αιώνες στην αρχή για να προετοιμάσει τους ιδεολογικούς όρους της κυριαρχίας της, καταπολεμώντας την ιδεολογία της φεουδαρχίας και χρειάστηκε, στη συνέχεια, άλλους δυο αιώνες αιματηρών εξεγέρσεων, επαναστάσεων, παλινορθώσεων και νέων επαναστάσεων για να επιβληθεί οριστικά στη φεουδαρχία και να επιβάλει, όχι την κατάργηση των τάξεων γενικά, για την οποία παλεύει η εργατική τάξη, αλλά τη δική της αστική κυριαρχία και τη διαιώνιση της ταξικής κοινωνίας.
Στη μακρόχρονη πορεία της ιστορίας, οι επαναστάσεις σε όλες τις χώρες δέχθηκαν αποτυχίες και πισωγυρίσματα, γνώρισαν μεγάλες νίκες αλλά και οδυνηρές ήττες.
Όμως αυτή είναι η διαλεκτική πορεία οικοδόμησης του νέου κοινωνικού σοσιαλιστικού συστήματος, όπως και κάθε νέου κοινωνικού συστήματος που γνώρισε παλιότερα η ανθρωπότητα.
Ο Λένιν έλεγε: “Αν μελετήσουμε την ουσία του ζητήματος, θα δούμε πως δεν συνέβηκε ποτέ στην ιστορία ένας νέος τρόπος παραγωγής να επιβληθεί με το πρώτο, χωρίς μια μακρόχρονη περίοδο αποτυχιών, λαθών, υποχωρήσεων”.
Έτσι και τώρα η μεγάλη οπισθοδρόμηση του επαναστατικού αγώνα, όσο κι αν είναι οδυνηρή για την εργατική τάξη και όλους τους επαναστάτες, όσο κι αν η αστική τάξη θριαμβολογεί πως ξόρκισε για πάντα το φάντασμα του σοσιαλισμού και πανηγυρίζει το “θάνατο του κομμουνισμού”, όχι μόνο δεν μπορεί να αλλάξει τη ροή της παγκόσμιας ιστορίας προς το σοσιαλισμό, αλλά αντίθετα μέσα από την ήττα των επαναστάσεων αντλούνται τα μεγάλα διδάγματα για τη νέα επαναστατική έφοδο.
Οι αγώνες των λαών προχωρούν κατά κύματα. Τη σημερινή αμπώτιδα του επαναστατικού κινήματος θα τη διαδεχθεί η πλημμυρίδα. Νέες επαναστάσεις θα τραντάξουν τα θεμέλια του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος και ο νέος αιώνας που διανύουμε θα προσφέρει στο πέρασμά του συγκλονιστικές επαναστατικές ανακατατάξεις και ανατροπές .

Όλα τα βασικά κοινωνικά προβλήματα, που απορρέουν από τη φύση του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού, και τα οποία διαμόρφωσαν τις αντικειμενικές συνθήκες για την ωρίμανση και το ξέσπασμα των σοσιαλιστικών και αντιιμπεριαλιστικών επαναστάσεων τον προηγούμενο αιώνα, εξακολουθούν να παραμένουν και σήμερα άλυτα και οξύτερα, θέτοντας ξανά την προοπτική των νέων επαναστάσεων.

Η ίδια η ζωντανή πραγματικότητα αποκαλύπτει ότι:

α) Η κοινωνία δεν έπαψε να χωρίζεται σε τάξεις πάνω στη βάση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Αντίθετα, ο χωρισμός αυτός δυνάμωσε, η απόσταση ανάμεσα στον πόλο του πλούτου και της φτώχειας μεγάλωσε. Καθημερινά, γινόμαστε μάρτυρες μιας πρωτοφανούς επίθεσης της αστικής τάξης ενάντια στην εργατική τάξη στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, με σκοπό την ένταση της εκμετάλλευσης που οδηγεί εκατομμύρια εργαζόμενους στη φτώχεια, την ανεργία και την εξαθλίωση.
Η κρίση που ξέσπασε πριν 8 χρόνια στην καρδιά του καπιταλισμού, στις ΗΠΑ, προκαλώντας βαθύ κλονισμό όλου του οικονομικού συστήματος του καπιταλισμού δεν έχει ξεπεραστεί. Η καπιταλιστική οικονομία εξακολουθεί να κλυδωνίζεται και να παραδέρνει, αγκομαχώντας στο έδαφος της κρίσης, φορτώνοντας τα σπασμένα της στην εργατική τάξη και τις λαϊκές μάζες, – μιας κρίσης τις συνέπειες της οποίας ζει στο πετσί του με τον πιο οδυνηρό τρόπο ο δικός μας λαός.

β) Ο κόσμος δεν έπαψε να κυριαρχείται από μια χούφτα ιμπεριαλιστικά κράτη που καταπιέζουν την τεράστια πλειοψηφία των λαών και των εθνών. Αντίθετα, η καταπίεση και καταλήστευση, η αναβίωση της ίδιας της αποικιοκρατίας με ανοιχτές πλέον μορφές επέμβασης, προσάρτησης και στρατιωτικής κατοχής εθνών και χωρών από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, δείχνει πως η αντίθεση αυτή όχι μόνο υπάρχει αλλά και οξύνεται σε εκρηκτικό βαθμό.

γ) Ο ίδιος ο ιμπεριαλισμός δεν έπαψε να χωρίζεται σε αντίπαλα στρατόπεδα και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για το ξαναμοίρασμα του κόσμου συντελείται διαρκώς, κάθε ώρα και κάθε στιγμή, υπόγεια και φανερά. Η κρίση επανέφερε στην ατζέντα της ιμπεριαλιστικής πολιτικής την απειλή για παγκόσμιο πόλεμο και τον πυρηνικό αλληλοεκβιασμό.

Αυτές οι αλήθειες είναι απαραίτητο να επαναβεβαιωθούν σήμερα, όταν ο ιμπεριαλισμός θέλει να πείσει τους ανθρώπους για τη ζωτικότητα και την αιωνιότητά του.
Όλες αυτές οι αγεφύρωτες αντιθέσεις του καπιταλιστικού – ιμπεριαλιστικού συστήματος, που αποτέλεσαν το έδαφος πάνω στο οποίο ξέσπασε η πρώτη σοσιαλιστική επανάσταση τον Οκτώβρη, εξακολουθούν σήμερα να υπάρχουν, να οξύνονται, να οδηγούνται αναπόφευκτα σε έκρηξη και σε ξέσπασμα νέων μεγάλων ταξικών, επαναστατικών συγκρούσεων. Αν σήμερα η προοπτική αυτή δεν φαίνεται τόσο κοντινή, αυτό δεν έχει να κάνει με την ωρίμανση των αντικειμενικών συνθηκών, αλλά με τη φάση που βρίσκεται σήμερα το κομμουνιστικό και το ευρύτερο επαναστατικό κίνημα.
Είναι μια επώδυνη φάση μετά από την παλινόρθωση του καπιταλισμού και την υποχώρηση του επαναστατικού αγώνα των λαών, φάση ανασυγκρότησης και άντλησης διδαγμάτων από την προηγούμενη περίοδο, είναι ταυτόχρονα μια περίοδος νέας ωρίμανσης των καταπιεζόμενων μαζών στην αθέατη βάση της κοινωνίας.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Το μαρξιστικό – λενινιστικό κίνημα, διεθνώς και στη χώρα μας, έδωσε τις δικές του απαντήσεις πάνω σε όλα αυτά τα μεγάλα προβλήματα που συντάραξαν το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα μισό αιώνα τώρα και οδήγησαν στην παλινόρθωση του καπιταλισμού. Βέβαια τα βασικά αυτά συμπεράσματα δεν μπορούν να θεωρηθούν οριστικά και απόλυτα και υπάρχουν ζητήματα και πλευρές, ιδιαίτερα στο κεφάλαιο της διεξαγωγής της ταξικής πάλης για τη στερέωση της επαναστατικής εξουσίας και την απόκρουση των δυνάμεων της παλινόρθωσης που πρέπει να διερευνηθούν με βάση ό,τι καινούργιο στοιχείο μπορεί να μας προσφέρει η εξέλιξη.
Όμως η πορεία των γεγονότων των τελευταίων δεκαετιών επιβεβαιώνει τη θεωρητική αξία τους και καμιά ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να στηριχθούμε σε αυτά τα συμπεράσματα, χωρίς να ενσωματωθούν και να αποτελέσουν αναπόσπαστο στοιχείο της γενικότερης ιδεολογικοπολιτικής φυσιογνωμίας και του προσανατολισμού του.
Η ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος δεν μπορεί να γίνει πάνω σε μια ρεβιζιονιστική γραμμή, όπως αυτή της ηγεσίας του ΚΚΕ που οδήγησε σε τραγικά αδιέξοδα και στην ήττα του κομμουνιστικού κινήματος. Δεν μπορεί να γίνει επίσης στη βάση μιας γραμμής που επιζητά την κεντρική ιδεολογική και πολιτική συνεργασία με τις δυνάμεις του ρεφορμισμού στα πλαίσια μιας “παναριστεράς” που σκόρπισε στους πέντε ανέμους όσους την εφάρμοσαν, αφού για κάποια χρόνια μετατράπηκαν σε υπηρέτες των ρεφορμιστών, αυτών που σήμερα κυβερνούν για λογαριασμό της άρχουσας τάξης και των ιμπεριαλιστών, ισοπεδώνοντας το λαό.
Οι αλλαγές, μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα, δεν θα προέλθουν με τη συγκάλυψη και άμβλυνση των ιδεολογικοπολιτικών αντιπαραθέσεων που φέρνει η συνεργασία με τις δυνάμεις του ρεφορμισμού, αλλά αντίθετα μέσα από την ανοιχτή αντιπαράθεση και πάλη αρχών ενάντια στα αντίπαλα ιδεολογικά ρεύματα.
Η ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος δεν θα κατακτηθεί μέσα από ταχύρυθμες συνταγές, θα κατακτηθεί μέσα από πολύχρονους σκληρούς ιδεολογικούς και πολιτικούς αγώνες των κομμουνιστών που συνειδητοποιούν αυτή την αναγκαιότητα, μέσα από την πρωτοπόρα δράση τους στους εργατικούς και λαϊκούς αγώνες, μέσα από το ρίζωμα και το άπλωμα των δεσμών τους με την εργατική τάξη, μέσα από τη συσπείρωση, την κριτική και το διάλογο ανάμεσα σε όλους τους κομμουνιστές, πάνω στα βασικά ιδεολογικά και πολιτικά προβλήματα του κομμουνιστικού κινήματος που πρέπει να ανοιχτούν και να συζητηθούν σε πλατιά κλίμακα.
Από την άλλη, κοιτώντας αυτό το μισό αιώνα, δεν μπορούμε να μη δούμε τις αρνητικές εξελίξεις που σημάδεψαν την πορεία του μ-λ κινήματος, διεθνώς και στη χώρα μας, και το οδήγησαν σε μεγάλη υποχώρηση. Οι αντικειμενικές δυσκολίες που αντιμετώπισε, τα σοβαρά λάθη που διαπράχθηκαν, οι αδυναμίες και ανωριμότητες που εκδηλώθηκαν στις γραμμές του, η διάσπαση και η διασπορά των δυνάμεων του, δεν του επέτρεψαν να έχει μια σταθερή ανάπτυξη, να αποκτήσει μια πλατιά επιρροή στο λαϊκό κίνημα. Έχουμε χρέος να σκύψουμε στον απολογισμό της ιστορίας του κινήματός μας με υπεύθυνο, σοβαρό, και αντικειμενικό τρόπο, να βγάλουμε διδάγματα και συμπεράσματα από τη θετική και αρνητική εμπειρία μας, από τα σωστά και τα λάθη που διαπράξαμε, έτσι ώστε να εξοπλιστούμε στο δύσκολο αγώνα μας για την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος.
Το μαρξιστικό – λενινιστικό κίνημα της Ελλάδας γεννήθηκε στη μάχη του αντιρεβιζιονιστικού αγώνα για να σηκώσει την κόκκινη σημαία που απαρνήθηκαν οι σοβιετικοί και ντόπιοι αναθεωρητές και οι εξελίξεις, που μεσολάβησαν από τότε, όχι μόνο δεν επιβάλουν μια αλλαγή στο γενικό προσανατολισμό που χάραξε, αλλά αντίθετα επιβεβαίωσαν την ορθότητά του. Όλος ο αγώνας που ξεκίνησε τη δεκαετία του1960, η συνόψιση της ιστορικής πείρας της δικτατορίας του προλεταριάτου, η γενική γραμμή του κινήματος στη διάρκεια του θυελλώδους αντιρεβιζιονιστικού αγώνα και η παραπέρα ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας για την πάλη των τάξεων στις συνθήκες του σοσιαλισμού από τον Μάο με τη διεξαγωγή της Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης, αποτελούν αγκωνάρια της βάσης για να προχωρήσουμε στο δρόμο της ανασυγκρότησης.
Τη μόνη σίγουρη και σταθερή βάση για να διατηρούμε τη ζωντανή επαφή με τη συνεχώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα της ταξικής πάλης και να παίρνουμε ό,τι αληθινά νέο και χρήσιμο θα προβάλλει μέσα από αυτή τη νέα πραγματικότητα για την ανάπτυξη του κινήματός μας.

Αναζήτηση

Κατηγορίες