Από την περίοδο της διεκδίκησης και της ανάληψης των ολυμπιακών αγώνων μέχρι σήμερα τα ρεφορμιστικά κόμματα (ΚΚΕ-ΣΥΝ) έχουν κρατήσει διαφορετικές στάσεις και πρακτικές που όμως στην ουσία τους και οι δύο έχουν ένα κοινό παρανομαστή. Δεν έχουν την υπόθεση της πάλης ενάντια στους ολυμπιακούς αγώνες σαν κεντρική πολιτική επιλογή αλλά κυρίως μιλούσαν και συνεχίζουν να μιλάνε για τις επιπτώσεις από τη διεξαγωγή τους. Βέβαια το ότι οι ολυμπιακοί αγώνες είχαν , έχουν και θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο λαό ,τους εργαζόμενους, τους νέους αλλά και στη χώρα συνολικά , είναι κάτι που και για τον πιο δύσπιστο αποτελεί σήμερα κάτι δεδομένο. Με αυτή την έννοια η πάλη ενάντια στους ολυμπιακούς αγώνες και τις συνέπειές τους είναι ένα καθήκον για κάθε πολιτική δύναμη που αναφέρεται στην Αριστερά. Αυτό το καθήκον ,στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, το έχουμε αναλάβει προωθώντας τόσο στην Αθήνα αλλά και σε όλη την Ελλάδα εκδηλώσεις , συζητήσεις , πορείες και μαζικές πρωτοβουλίες που αναδεικνύουν τα κεντρικά πολιτικά προβλήματα από την διεξαγωγή των αγώνων , εκδηλώνουν με σαφή τρόπο την αντίθεση σε αυτούς και δίνουν την δυνατότητα σε μεγάλο αριθμό κόσμου να εκφράσει με κάθε τρόπο την αντίθεσή του και τη διάθεσή του να αντισταθεί. Αυτός ο δρόμος της κεντρικής αντίθεσης με τις πολιτικές της άρχουσας τάξης και των ιμπεριαλιστών στο ζήτημα των ολυμπιακών αγώνων δεν ανοίχθηκε εύκολα και χωρίς δυσκολίες , όμως σήμερα έχει ανοίξει.
Τα κόμματα του ρεφορμισμού , όλο το προηγούμενο διάστημα αλλά και σήμερα , εκδηλώνουν την όποια αντίθεσή τους στην ολυμπιάδα με έναν αποσπασματικό και υποβιβασμένο τρόπο , τέτοιον που όχι μόνο δεν βοηθάει στο άνοιγμα ενός μαζικού κινήματος ενάντια στην Ολυμπιάδα και τις επιπτώσεις της αλλά περιορίζεται κυρίως σε λεκτικές καταγγελίες και ελεγχόμενες εκδηλώσεις αντίθεσης. Όπως αυτές που πραγματοποίησε το ΠΑΜΕ με τις κάμερες σε διάφορα σημεία της Αθήνας. Σε ανακοίνωσή του στις 7 Ιούλη το ΠΓ του ΚΚΕ για τους Ολυμπιακούς .λέει « Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων και για να περιοριστούν οι αρνητικές συνέπειες από αυτή τη πολιτική…να ενταθούν και να γίνουν πιο μαζικοί οι αγώνες και οι προσπάθειες του εργατικού και γενικότερα του λαϊκού κινήματος».Αυτό που δεν λέει η ανακοίνωση είναι το πότε θα γίνουν όλα αυτά και το πώς θα γίνουν. Το πιο σοβαρό όμως είναι να μας πουν τι έκαναν για τους 13 νεκρούς εργάτες των ολυμπιακών έργων και μάλιστα από το συνδικάτο οικοδόμων που ελέγχουν απόλυτα. Ας κάνουν το κόπο να μας πούν πως θα υλοποιήσει το «ΑΠΕΙΘΑΡΧΙΑ ΤΩΡΑ» ο δήμαρχος Νϊκαιας, που ανήκει στο χώρο τους, σε σχέση με τις κάμερες – χαφιέδες που έχουν στηθεί στη περιοχή του, έχουμε πολύ καιρό να ακούσουμε «νέα» του Αυτή η γενικόλογη ανακοίνωση που καταλήγει μάλιστα στην ανάγκη «να συμμαχήσουν η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα , για μια πολιτική ριζικά διαφορετική για τη λαϊκή εξουσία» είναι χαρακτηριστικό δείγμα , της πολιτικής που εφαρμόζει χρόνια τώρα η ηγεσία του ΚΚΕ ανακοινώσεις με «αριστερές»κορώνες και επί της ουσίας καμία μαζική κίνηση. Ο λόγος μίας τέτοιας πολιτικής στάσης έχει η βάση της στην άρνησή τους για την δημιουργία ενός μαζικού κινήματος αντίστασης και πάλης στις βασικές επιλογές του συστήματος. Οι ρεφορμιστές , περιορίζουν αυτή την ανάγκη σε ελεγχόμενες από τους ίδιους διαμαρτυρίες τέτοιες και τόσες που να μην τους αναγκάζουν σε μία μετωπική αντιπαράθεση με την άρχουσα τάξη και τον ιμπεριαλισμό. Η στάση τους αυτή δεν αφορά μόνο τους ολυμπιακούς αγώνες αλλά το σύνολο των μεγάλων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι και η νεολαία. Δεν είναι τυχαία η στάση του ΚΚΕ από την περίοδο ,ήδη, της διεκδίκησης των αγώνων όταν σε ανακοίνωση της ΚΕ στις 29/3/1997 έλεγαν: « Παρά το γεγονός ότι έχουμε πολύ καθαρό τι συνεπάγεται για τη χώρα μας και το λαό η πραγματοποίηση ων ολυμπιακών αγώνων, δεν θεωρούμε ότι το πρόβλημα λύνεται με το να αρνηθούμε το δικαίωμα του κάθε λαού, της κάθε χώρας να διεκδικεί τη διοργάνωση των αγώνων.» Αν αυτό το μέρος της ανακοίνωσης δεν είναι η αποθέωση της οπορτουνιστικής τακτικής τότε αλήθεια πως θα το χαρακτήριζε κάποιος : Δηλαδή το ΚΚΕ μας έλεγε ότι ούτε λίγο ούτε πολύ τους ολυμπιακούς αγώνες τους διεκδικούν οι λαοί και οι χώρες ,έτσι απλά , και σε κάτι τέτοιο δεν μπορεί να είναι αντίθετο. Βάζουν όμως «προϋποθέσεις» για την συμφωνία τους στην ανάληψη των αγώνων. «Να μην υποστεί ο λαός οικονομική επιβάρυνση-να υπάρχει διαφάνεια στις οικονομικές διαδικασίες. Να ωφεληθεί ο λαός και ιδιαίτερα η νεολαία από έργα αθλητικής και άλλης υποδομής. Να συμβάλουν οι αγώνες στην αναβάθμιση του περιβάλλοντος» Και συνεχίζουν απτόητοι: «Εμείς δεν συμβιβαζόμαστε με τις αρνητικές εξελίξεις που έχουν παγιωθεί στο διεθνή αυτό θεσμό (ολυμπιακοί αγώνες), επιμένοντας να αποκατασταθεί η κοινωνική , δημοκρατική και φιλειρινική αποστολή τους».Δεν νομίζουμε ότι χρειάζεται άλλος σχολιασμός . εκείνο που χρειάζεται εδώ να επισημανθεί είναι ο διπλός τρόπος με τον οποίο το ΚΚΕ απευθύνεται στο λαό , με αριστερό βερμπαλισμό , ενώ στην αστική τάξη επιμένει στην προτασεολογία και την «υπεύθυνη» στάση. Δεν αμφισβητεί την κυρίαρχη επιλογή της για διεκδίκηση και ανάληψη των αγώνων , για να μην απομονωθεί – από ποιόν άραγε;- αλλά «γκρινιάζει» για τις συνέπειες. Το ότι η ηγεσία του ΚΚΕ στην υπόθεση της Ολυμπιάδας κράτησε μία παθητική στάση φαίνεται , όχι μόνο από τις τοποθετήσεις του 1997 , αλλά και τις πολύ πρόσφατες. Ετσι στις 16 Γενάρη του 2002 ,στη πρό ημερήσιας διάταξης συζήτηση στη Βουλή για τους ολυμπιακούς αγώνες , η Αλέκα Παπαρήγα αναλύοντας τη στάση και τα αιτήματα-στόχους που βλέπει το ΚΚΕ για το επόμενο , έως σήμερα ,διάστημα λέει : « στηρίζουμε διεκδικήσεις και αιτήματα οργανώσεων που ήδη έχουν μία παρουσία με δίκαια και λογικά αιτήματα, με δίκαιες και λογικές ενστάσεις.» Μένει καμιά αμφιβολία για μέχρι πού οριοθετείται η αντίθεση του ΚΚΕ στους ολυμπιακούς ;
Έχει μία σημασία να δούμε ότι το τελευταίο διάστημα και στη βάση κυρίως δύο παραγόντων η στάση του ΚΚΕ έχει γίνει πιο «επιθετική» απέναντι στην ολυμπιάδα. Ο ένας παράγοντας είναι ότι η αντιλαϊκή πολιτική της αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστών στην προώθηση της ολυμπιάδας της εξάρτησης, της εκμετάλλευσης και της καταστολής έχει δημιουργήσει έντονη δυσφορία σε μεγάλα τμήματα του λαού και της νεολαίας. Ο άλλος παράγοντας είναι ότι η δράση , έστω αυτή η περιορισμένη και αποσπασματική , των δυνάμεων που αντιτίθενται στην ολυμπιάδα , είναι κάτι που κανείς πλέον δεν μπορεί να προσπεράσει. Έτσι και το ΚΚΕ είναι αναγκασμένο από τα πράγματα να κινηθεί σε μία κατεύθυνση που θα δηλώνει πιο έντονα την αντίθεσή του.
Το άλλο κόμμα της ρεφορμιστικής αριστεράς , ο ΣΥΝ , έκανε την « έκπληξη » με την στάση του τη περίοδο της διεκδίκησης και της ανάληψης των αγώνων ,δηλώνοντας την αντίθεσή του. Σε μία περίοδο που στο κόμμα αυτό κυριαρχούν λογικές κυβερνητισμού και συνδιαχείρισης , η άρνησή του αποτελούσε μία αντίφαση. Φροντίζει όμως το ίδιο να ξεκαθαρίσει στο πώς ορίζει αυτή την αντίθεση με τις τοποθετήσεις των βασικών στελεχών του. Σε κοινή συνέντευξη του Ν. Κωνσταντόπουλου με τον Α. Φλαμπουράρη στις 21 Φλεβάρη του 2001 δηλώνουν : « όταν οι άλλοι μιλούσαν για Μεγάλη ιδέα , εμείς τονίζαμε με κόστος , ότι πρόκειται για Μεγάλη επιχείρηση που θα αποκαλύψει την ακόμα μεγαλύτερη ανικανότητα των κυβερνητικών χειρισμών και των κρατικών δομών».Το πρόβλημα για τον ΣΥΝ ήταν ότι με μία «ορθολογική» εκτίμηση για τις δυνατότητες του καπιταλισμού στην χώρα μας, δεν έπρεπε να αναληφθούν οι αγώνες. Στεναχωριέται μάλιστα για το «κόστος»- σε ποιον ; – που ανέλαβε και έτσι φρόντισε να βάλει τα πράγματα σε τάξη. Στη συνάντηση αντιπροσωπείας του ΣΥΝ με την πρόεδρο του ΑΘΗΝΑ 2004 Γιάννα Αγγελοπούλου ,στις 23 Σεπτέμβρη του 2003 , ο Ν. Κωνσταντόπουλος δηλώνει : «Θέλουμε με κριτικές απόψεις και με ουσιαστικές παρεμβάσεις να συμβάλλουμε. Σημασία για μας από εδώ και πέρα έχουν τέσσερα ζητήματα : Πρώτον να έρθει σε πέρας με αξιοπρέπεια και επάρκεια η διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων..» και συνεχίζει για το χαμένο χρόνο , τα ζητήματα της ασφάλειας και την εκμετάλλευσή τους από τις ΗΠΑ ,καταλήγοντας ότι «το κόστος των αγώνων θα το πληρώσουμε όλοι , στο σύνολό του ο ελληνικός λαός. Κατά συνέπεια δεν δικαιούται κανένας για λόγους μικροκομματικούς , μία προσπάθεια που πρέπει να έρθει σε πέρας με αξιοπρέπεια και επάρκεια να την εντάξει στη λογικά της μικροπολιτικής εκμετάλλευσης».Τελικά η ηγεσία του ΣΥΝ μας βγάζει , από τα δύσκολα να λύσουμε τους γρίφους της στάσης της στο ζήτημα της ανάληψης των αγώνων σε σχέση με τα γενικότερα χαρακτηριστικά αυτού του κόμματος. Ο ΣΥΝ ξαναγίνεται ΣΥΝ ,με τις προτάσεις του ,με την υπεύθυνη στάση του και με την εξοργιστικά μικροπολιτική του λογική που στο κόστος των αγώνων που θα φορτωθεί στις πλάτες του λαού , αναζητάει λίγο φως από τον ήλιο της αστικής πολιτικής σκηνής. Οι προβληματισμοί και οι ενστάσεις του είναι στα πλαίσια της «σωστής» λειτουργίας και οργάνωσης του αστικού κράτους και των μηχανισμών του για την ανάληψη μεγάλων εγχειρημάτων , όπως οι ολυμπιακοί αγώνες. Έτσι σε ημερίδα του ΣΥΝ για την ολυμπιάδα στις 29 Μάη 2004 ο Ν Κωνσταντόπουλος δίνει κατευθύνσεις : « Η διοργάνωση των ΟΑ 2004 προϋποθέτει από τη φύση των μεγεθών της και εξ’αιτίας των συνεπειών που θα προκαλέσουν την ενεργή συμμετοχή όλων των δομών του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας. Την ενεργό εμπλοκή όλου του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, την ουσιαστική συνεργασία τους και την αποτελεσματικότητά τους».Ο λόγος της παράθεσης μεγάλων αποσπασμάτων από τις δηλώσει της ηγεσίας του ΣΥΝ είναι ότι από μόνες τους μιλάνε για τα όρια της αντίθεσής του στην υπόθεση των ολυμπιακών αγώνων.
Συμπερασματικά , για τη στάση των ρεφορμιστικών κομμάτων στην υπόθεση της ολυμπιάδας , εκείνο που για άλλη μία φορά γίνεται ξεκάθαρο είναι ότι αρνούνται να αναλάβουν το βάρος μίας κεντρικής πολιτικής αντιπαράθεσης με τις επιλογές του συστήματος και περιορίζονται σε «μάχες οπισθοφυλακής» .Στόχος τους να έχουν «και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο» και να είναι μέσα στο παιχνίδι του αστικού πολιτικού συστήματος αλλά και να επενδύουν σε ένα αριστερό προφίλ προς τον λαό , πιστεύοντας ότι έτσι ικανοποιούν τις αγωνίες του και τις διαθέσεις του. Η υποτίμηση του λαού και των μαζικών αγώνων αποτελεί και στην περίπτωση των ολυμπιακών το «σήμα κατατεθέν» για τους ρεφορμιστές , που με χειρισμούς και ελεγχόμενη αντίθεση νομίζουν ότι θα μπορούν για μεγάλο διάστημα να ψαρεύουν στα θολά νερά. Δυστυχώς για αυτούς , η αστική τάξη στη χώρα μας και οι ιμπεριαλιστές , απαιτούν όλο και μεγαλύτερη υποταγή στις επιλογές τους έτσι τα περιθώριά τους για οπορτουνισμούς ,όλο και λιγοστεύουν.

φ.506, 24/7/04

Αναζήτηση

Κατηγορίες