Να υπερασπιστούμε την ενιαία αγωνιστική έκφραση των εργαζομένων.  Όχι στα παιχνίδια υπονόμευσης των απεργιακών αγώνων.

Ένα άσχημο παιχνίδι στην πλάτη των εργαζομένων συνεχίζει να ξεδιπλώνεται το τελευταίο διάστημα στις γραμμές του εργατικού κινήματος. Με αφορμή (και πρόσχημα) την απεργιακή έκφραση των εργαζομένων ξεδιπλώνονται πολιτικοί σχεδιασμοί που όχι μόνο δεν υπηρετούν την επιτακτική ανάγκη να σταθεί στα πόδια του το εργατικό κίνημα, αλλά το ακριβώς αντίθετο: συντηρούν τη σύγχυση και την αποσυγκρότηση, βαθαίνουν την απογοήτευση και διευκολύνουν το σύστημα να περνάει την πολιτική του χωρίς ουσιαστικές αντιστάσεις.

Όλη αυτή η αντιπαράθεση γύρω από το ποια απεργία είναι η πιο «ταξική» και η πιο «από τα κάτω», που συνοδεύεται πλέον και με αλληλοκατηγορίες για το ποιος είναι διασπαστής και ποιος όχι, αναδεικνύει τον πολιτικό τυχοδιωκτισμό και τον καιροσκοπισμό που κυριαρχεί στις γραμμές της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος. Στοιχεία που γίνονται όλο και πιο έντονα όσο οι πλατιές μάζες των εργαζομένων βρίσκονται στο περιθώριο και μακριά από τους αγώνες. Στοιχεία που αδιαφορούν για τις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων, που προσπερνούν αβασάνιστα την κατάσταση αποσυγκρότησης του εργατικού κινήματος και που, ενώ διατείνονται ότι υπηρετούν το «από τα κάτω», αντιμετωπίζουν το ζήτημα εντελώς «από τα πάνω», ως ένα σχέδιο που μένει να το υπηρετήσουν οι πιο «συνεπείς» (και το οποίο στο βάθος του έχει… εκλογές).

Αυτά τα στοιχεία, όμως, αναδεικνύουν και τα πολιτικά αδιέξοδα όσων υπηρετούν και προβάλλουν στο κίνημα την αντίληψη μιας ψευτοεπάρκειας και της γραμμής που απορρέει από αυτήν. Αδιέξοδα τα οποία, δυστυχώς, μεταφέρονται με τη μορφή εκβιαστικών διλημμάτων και στους εργαζόμενους και ιδιαίτερα σε όσους έχουν τη διάθεση να παλέψουν.

Στο κακόγουστο σήριαλ, λοιπόν, των διαγκωνισμών γύρω από το ποιος είναι ο πιο γνήσιος εκφραστής των ταξικών εργατικών συμφερόντων μπήκε πλέον και η ΓΣΕΕ (με σημαία της την «Κοινωνική Συμμαχία» με δυνάμεις του κεφάλαιου και κρατικούς φορείς) συμβάλλοντας με τη σειρά της στη σύγχυση αλλά και στα εκβιαστικά διλήμματα που μπαίνουν στους εργαζόμενους. Έτσι, την Πέμπτη 1/11 η ολομέλεια της Διοίκησης της ΓΣΕΕ αποφάσισε να προκηρύξει απεργία για τον προϋπολογισμό στις 28 Νοέμβρη. Απόφαση που –πέρα από την επανάληψη της γνωστής τουφεκιάς στον αέρα που ρίχνει κάθε χρόνο τέτοια εποχή– αποτελεί και ευθεία πρόκληση προς το ΠΑΜΕ, το οποίο έχει ήδη μεταθέσει το απεργιακό του κάλεσμα από τις 8 Νοέμβρη στις 14 Νοέμβρη, εκμεταλλευόμενο αντίστοιχη απόφαση που πήρε η ΑΔΕΔΥ και το Εργατικό Κέντρο Αθήνας, και μετατρέποντας σε κουρελόχαρτο τη φλυαρία του περί απεργίας «από τα κάτω» αλλά και τις αποφάσεις αρκετών γενικών συνελεύσεων σωματείων για απεργία στις 8 Νοέμβρη.

Αυτή η ευθεία πρόκληση των εργατοπατέρων της ΓΣΕΕ προς το ΠΑΜΕ δεν εκφράστηκε μόνο στην απόφασή της, αλλά και νωρίτερα, μέσα από καταγγελία της ενάντια στο ΠΑΜΕ για «κομματική τρομοκρατία». Καταγγελία που αποτελεί συνέχεια όλης της αντιπαράθεσης που έχει ξεδιπλωθεί με άθλιους όρους για το εργατικό κίνημα (δικαστικές προσφυγές, μηνύσεις κ.ά.) γύρω από τον έλεγχο των εργατικών κέντρων, και που αυτή τη φορά είχε ως αφορμή το κάλεσμα του ΠΑΜΕ σε συγκέντρωση έξω από τη συνεδρίαση της Διοίκησης της ΓΣΕΕ. Μάλιστα, οι εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ δεν δίστασαν να καλέσουν την ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη να αναλάβει τις ευθύνες της «για κάθε αδίκημα που θα συντελεστεί κατά ζωής και περιουσίας και εν τέλει κατά της δημοκρατίας»!!!

• Μένει να δούμε τι θα κάνει το ΠΑΜΕ, το οποίο μας έχει συνηθίσει σε αντίστοιχες κωλοτούμπες. Αν θα μεταθέσει, δηλαδή, για μια ακόμη φορά το απεργιακό του κάλεσμα, υπονομεύοντας τις αποφάσεις των εργαζομένων (τις οποίες διαρκώς επικαλείται). Όπως μένει να δούμε και τι θα κάνουν οι δυνάμεις που στοιχίστηκαν πίσω από τη λεγόμενη «διακλαδική» απεργία της 1ης Νοέμβρη.

Δεν μας διέφυγε η τοποθέτηση του στελέχους του ΠΑΜΕ Γιάννη Τασιούλα, προέδρου της Ομοσπονδίας Οικοδόμων, μετά την απόφαση της ΓΣΕΕ, που άφηνε ανοιχτό κάθε ενδεχόμενο, («Σε ό,τι μας αφορά, εμείς θα κουβεντιάσουμε, θα συζητήσουμε, θα αποφασίσουμε μέσα στα συλλογικά μας όργανα, τα συνδικάτα, για το πώς θα αντιμετωπίσουμε αυτό το νέο κόλπο, το πιο οξυμένο βήμα, την υπονομευτική τακτική που ακολουθεί η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ»).

Όπως δεν μας διέφυγε και η τοποθέτηση σε σχόλιο της ιστοσελίδας Pandiera.gr μετά την απόφαση της ΓΣΕΕ, αλλά και μετά την υπερθετική αποτίμηση της απεργίας της 1ης Νοέμβρη : «Όμως μέσα στις σημερινές συνθήκες η απεργία στις 14/11 πρέπει να γίνει και να μην αναβληθεί ξανά». Τοποθέτηση που, πέρα από την άσκηση πίεσης στο ΠΑΜΕ, αναδεικνύει και την αγωνία για τη στάση όλου αυτού του δυναμικού στο ενδεχόμενο μια νέας απεργίας με την συνυπογραφή της ΓΣΕΕ.

• Ωστόσο, αυτό που πραγματικά έχει σημασία δεν είναι τα διλήμματα και τα αδιέξοδα του ΠΑΜΕ ή των συγκεκριμένων δυνάμεων του εξωκοινοβουλίου και της αυτονομίας, αλλά τα διλήμματα και τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενες μάζες. Το πώς θα βγουν οι εργαζόμενοι στο προσκήνιο των αγώνων. Πώς θα αποκτήσουν εμπιστοσύνη στη δύναμη της συλλογικότητας και το αγώνα. Πώς θα ξεπεράσουν το φόβο που προκαλεί ο αρνητικός ταξικός συσχετισμός. Πώς θα ξεπεράσουν την ανεμπιστοσύνη στην έννοια του συνδικαλισμού. Πώς θα μπορέσουν να διακρίνουν τον ανεξάρτητο από το κράτος, ταξικό συνδικαλιστικό αγώνα, από τον υποταγμένο, κρατικοδίαιτο συνδικαλισμό και τον εργατοπατερισμό. Πώς θα κάνει τα σωματεία δικά του, μαζικά, όπλα στον αγώνα του ενάντια στο κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό. Πώς θα δει μέσα από αυτή του την κίνηση και δράση την πραγματική προοπτική της ανατροπής του συστήματος της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης.

Σε τι απ’ όλα αυτά συμβάλλει, άραγε, η πανσπερμία αντιπαρατιθέμενων απεργιακών προτάσεων; Γιατί η τάδε πρόταση είναι προτιμότερη από τη δείνα, από τη στιγμή που το πρόταγμά τους, και στη μια και στην άλλη περίπτωση, οδηγεί στη διάσπαση των δυνάμεων της εργατικής τάξης; Γιατί ο –δήθεν ταξικός– διαχωρισμός των σωματείων του ΠΑΜΕ, εδώ και δεκαετίες, δεν έχει συμβάλει στο παραμικρό στο δυνάμωμα της εργατικής τάξης; Και τι διαφορετικό έχει από αυτόν το διαχωρισμό η –δήθεν νέα– πρόταση του «μπλοκ» της 1ης Νοέμβρη (το οποίο μάλιστα εξακολουθεί να θεωρεί το ΠΑΜΕ ως δύναμη ταξικής αναμέτρησης); Έχουν, άραγε, αντιληφθεί αυτές οι δυνάμεις τις αιτίες, την ουσία και το βάθος της υποχώρησης του εργατικού και του λαϊκού κινήματος;

• Οι δυνάμεις του συστήματος έχουν αντιληφθεί πολύ καλά την κακή κατάσταση των εργαζομένων και του κινήματός τους. Βλέπουν πολύ ξεκάθαρα πόσο εύκολα περνούν οι επιλογές τους, πόσο υπονομευμένες είναι οι εργατικές αντιστάσεις. Γνωρίζουν (και έχουν συμβάλει με το παραπάνω σε αυτό) πόσο υπονομευμένη είναι η έννοια του αγώνα και της απεργίας στις συνειδήσεις των εργαζομένων. Το χτύπημα των συνδικαλιστικών ελευθεριών και του δικαιώματος στην απεργία είναι αποτέλεσμα αυτής της διαπίστωσης αλλά και προετοιμασία μπροστά σε νέα ενδεχόμενα εργατικά ξεσπάσματα.

Γι’ αυτό κάθε προσπάθεια εργατικής αντίστασης, κάθε αγώνας που δίνεται –και ιδιαίτερα απεργιακός– είναι πολύτιμος και αξίζει να στηρίζεται ως υπόθεση της εργατικής τάξης συνολικά. Και οι αριστερές προοδευτικές δυνάμεις που παρεμβαίνουν σε αυτόν πρέπει να έχουν ως πρώτο μέλημά τους την πολιτική περιφρούρησή του, την ανάδειξη εκείνου του πλαισίου πάλης, εκείνης της τακτικής αλλά και εκείνης της προοπτικής που θα τον βοηθήσουν να πάει ένα βήμα πιο κοντά στη νίκη.

Η μάχη της απεργίας δεν είναι παιχνίδι για μικροπολιτικές σκοπιμότητες! Δεν εξαργυρώνεται στις κάλπες του κοινοβουλίου. Δεν χωράει σε ιδιοκτησιακές λογικές. Είναι μάχη σημαντική, που απαιτεί την ενότητα της εργατικής τάξης, την –όσο το δυνατόν– μαζικότερη και ενιαία στάση της. Και αυτή η μάχη δεν αφορά αυτούς που την προκηρύσσουν (πόσο μάλλον τους εργατοπατέρες ή τα καλοπληρωμένα συνδικαλιστικά στελέχη) αλλά αυτούς που καλούνται να τη δώσουν. Και η έκβασή της (θετική ή αρνητική) επηρεάζει όχι μόνο αυτούς που δίνουν τελικά τη μάχη αλλά και αυτούς που δεν θέλουν ή δεν καταφέρνουν να τη δώσουν· το τελικό «ταμείο» πάει στην εργατική τάξη συνολικά. Γι’ αυτό και οι ευκολίες, οι πομπώδεις διακηρύξεις και τα κούφια σαλπίσματα περισσεύουν!

Κατηγορίες

Αναζήτηση