Να μην φορτωθεί ο λαός τα αδιέξοδα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης! Μαζική πάλη για να αντιστραφεί η πορεία!

Στα βραχυκυκλώματα καίγονται ασφάλειες! Και είναι προφανές ότι στην περίπτωση Κοτζιά εκδηλώθηκε ένα βραχυκύκλωμα σαν αποτέλεσμα των πολλαπλών αντιθέσεων που διατρέχουν και τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που παρεμβαίνουν όλο και πιο άγρια στα Βαλκάνια και την ευρύτερη περιοχή αλλά και τις αστικές τάξεις και τις κυρίαρχες δυνάμεις της περιοχής. Καθώς η αστική τάξη αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού του άγριου και επικίνδυνου κυκλώματος, με την κυβέρνηση να τα έχει «δώσει όλα» για να γίνει καθοριστικός παράγοντας υπηρέτησης των αμερικάνικων σχεδιασμών, δεν είναι καθόλου ανεξήγητο το «κάψιμο» του έλληνα ΥΠ.ΕΞ. Συνεπώς η αιτία, ακόμα και η αφορμή της παραίτησης Κοτζιά καθόλου δεν είναι η «διαμάχη για τα μυστικά κονδύλια» που θα παραμείνουν πάντα μυστικά και «βρώμικα» γιατί χρηματοδοτούν τη διπλωματία των ιμπεριαλιστών και των υποτακτικών τους που ασκείται με κάθε πιθανό τρόπο. Αυτή η φιλολογία που χρησιμοποιείται για να συγκαλύψει τις πραγματικές και άγριες διαστάσεις του ζητήματος, σύντομα θα ξεχαστεί και θα ξεπεραστεί καθώς η αναταραχή θα γνωρίζει νέα επεισόδια και νέες εκφράσεις.

Μεγαλύτερη λοιπόν σημασία από τη συγκεκριμένη ανάλυση του βραχυκυκλώματος, το τι χρεώθηκε στον Κοτζιά που ως «χθες» τα πήγαινε καλά προωθώντας, όσο του αντιστοιχούσε, τους αμερικανοΝΑΤΟϊκούς σχεδιασμούς, έχει η βασική διαπίστωση που πρέπει να γίνει και αφορά σε αυτό που ο λαός –και οι λαοί της περιοχής- αντιμετωπίζει, σε αυτό που έχει ανάγκη να αντιπαλέψει. Το βραχυκύκλωμα λοιπόν δεν είναι ούτε παροδικό, ούτε τυχαίο. Είναι μια μικρή μόνο ένδειξη των εντάσεων που συσσωρεύονται, των ακόμα και πολεμικών κινδύνων που μας απειλούν. Το «γεωστρατηγιλίκι» που πουλάει η κυβέρνηση όχι μόνο δεν έχει βέβαια καλή έκβαση αλλά είναι λάδι στη φωτιά των αντιθέσεων, είναι ένας επικίνδυνος τυχοδιωκτισμός. Όλα αυτά δημιουργούν συνέπειες που με πολλούς τρόπους φορτώνονται στις πλάτες του λαού και σκοτεινιάζουν τον ορίζοντα όλης της περιοχής. Αυτό που «λείπει» λοιπόν από τις εξελίξεις και από τις αντιθέσεις που τις κινούν, είναι η ενεργητική αντίθεση του λαού στην επίθεση, την ιμπεριαλιστική εξάρτηση, τον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό. Είναι η κοινή πάλη των λαών της περιοχής ενάντια στους κοινούς τους εχθρούς. Αυτή η κατεύθυνση και η υλοποίησή της είναι αυτή που μπορεί να τροποποιήσει τα δεδομένα και να διαμορφώσει ελπίδες για τα λαϊκά συμφέροντα.

Διεθνής και εσωτερική η αναταραχή!

Η κυβέρνηση Τσίπρα ανέλαβε με φόρα και με άνεση την «επίλυση» του λεγόμενου μακεδονικού ζητήματος. Θεωρούσε ότι με τις πλάτες και την καθοδήγηση των ΗΠΑ θα έφτανε σε γρήγορο και αίσιο, όπως η ίδια το προσδιορίζει, τέλος. Διατυμπάνιζε ότι θα κλείσει το «βόρειο μέτωπο» (είναι σε εξέλιξη αλλά και αυτό πλέον μπλοκαρισμένο και το ζήτημα της συμφωνίας με την Αλβανία) και θα απελευθερώσει «διπλωματικό κεφάλαιο» και δυνάμεις για το κύριο μέτωπο της αστικής τάξης, αυτό με την Τουρκία. Επιπλέον, το κλείσιμο του βόρειου μετώπου θα γινόταν με όρους που θα έδιναν πόντους στην αστική τάξη στα Βαλκάνια, πάλι σε σχέση με τον ανταγωνισμό της με την αστική τάξη της Τουρκίας.

Η διαδρομή όμως όλων των προηγούμενων μηνών βγάζει και ξαναβγάζει αγκάθια και προβλήματα. Οι αμερικάνικες επιδιώξεις έχουν απέναντι τους τη ρώσικη αντίθεση, αλλά και τις ενστάσεις και τους ιδιαίτερους ρόλους που επιδιώκουν οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές. Ταυτόχρονα, εντός του Βαλκανικού πεδίου αναδείχτηκε το κουβάρι των αντιθέσεων χωρών και δυνάμεων που έχουν αναφορά στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και είναι φορτωμένες με τους δικούς τους εθνικιστικούς, αντιδραστικούς τυχοδιωκτισμούς. Πρόκειται για ένα τοπίο που δημιουργήθηκε και τροφοδοτήθηκε ιδιαίτερα τις δύο προηγούμενες δεκαετίες από τις βόμβες, τις αιματοχυσίες και τις συμφωνίες που επέβαλλαν οι ιμπεριαλιστές και που άφησαν ανοιχτούς όλους τους λογαριασμούς.

Σε αυτή καθαυτή την πΓΔΜ, τόσο το δημοψήφισμα όσο και όσα εξελίσσονται μετά από αυτό είναι χαρακτηριστικά αυτής της κατάστασης. Οι επεμβάσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ (γραπτές, προφορικές και ποιος ξέρει τι άλλες…) είναι αποκαλυπτικές του μεγέθους των εκβιασμών που ασκούνται για να επιβάλλουν στροφή στις δυνάμεις που οι ίδιοι διαμόρφωσαν και στήριξαν όλη την προηγούμενη περίοδο! Βέβαια, δεν λείπουν οι ευρωπαϊκές και οι ρώσικες παρεμβάσεις. Εξάλλου, η δυναμική των αντιθέσεων και των ανταγωνισμών ανέδειξε ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο στα «δυτικά Βαλκάνια». Τα γεγονότα και οι ζυμώσεις για το Κόσσοβο ανέδειξαν το «επίδικο κομμάτι», τη Σερβία, που σύμφωνα με την αμερικάνικη διατύπωση «κάθεται σε δύο καρέκλες». Ανέδειξαν, δηλαδή, συνολικά τα Βαλκάνια ως κρίσιμη πλατφόρμα του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού.

Επιπλέον ο ανταγωνισμός στα Βαλκάνια αντικειμενικά και υποκειμενικά τροφοδοτείται από τις συνολικότερες αντιθέσεις και προβλήματα των ιμπεριαλιστών που βαίνουν οξύτερα. Οι εξελίξεις σε Μ. Ανατολή, Συρία και ΝΑ Μεσόγειο, η επικείμενη κλιμάκωση των μέτρων Τραμπ για το Ιράν, τα γεγονότα στην ανατολική Ουκρανία και στην Κριμαία και τα σοβαρά ζητήματα των ιμπεριαλιστών της ΕΕ, όλα αυτά τροφοδοτούν και τις επιπλοκές στα Βαλκάνια. Το διεθνές τοπίο είναι άγριο και οξύ και κανείς από τους ιμπεριαλιστές -που μετρούν ευρύτερους λογαριασμούς σε κάθε μέτωπο- δεν είναι πρόθυμος να «κάνει πίσω» και στα Βαλκάνια.

Σε αυτό το πλαίσιο, η υπόθεση της συμφωνίας των Πρεσπών γνωρίζει πολλαπλές αναταραχές και η κυβέρνηση, που έστησε ολόκληρη «στρατηγική» στην ευόδωσή της, βιώνει αυτούς τους τρανταγμούς. Ήδη δια στόματος Καμμένου στις ΗΠΑ ομολόγησε αυτό που βεβαίωνε ότι δεν ίσχυε: Κινούσα δύναμη της συμφωνίας είναι οι ΗΠΑ και τα γεωστρατηγικά τους σχέδια στα Βαλκάνια. Ο Τσίπρας, παίρνοντας τη θέση του Κοτζιά στο υπουργείο Εξωτερικών ήταν υποχρεωμένος να διαβεβαιώσει ότι «δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τη συμφωνία των Πρεσπών». Για τον ίδιο και την κυβέρνησή του, θα είναι σοβαρή περιπλοκή το μπλοκάρισμά της στις τουλάχιστον «ασαφείς» διαδικασίες της βουλής της πΓΔΜ. Θα βρεθεί με ματαιωμένο το σχέδιο της «τακτοποίησης του βορείου μετώπου» ενώ ταυτόχρονα θερμαίνεται έντονα το «ανατολικό μέτωπο». Η Τουρκία με το Μπαρμπαρόσα και με ανακοινώσεις για γεώτρηση στην Α. Μεσόγειο, αντιδρά στο σχέδιο αποκλεισμού της από αυτή την περιοχή. Σχέδιο που πάλι ενορχηστρώθηκε από τις ΗΠΑ και στο οποίο συνέτρεξε η Ελλάδα με τη γνωστή πολιτική των «αξόνων» με Ισραήλ και Αίγυπτο. Μπροστά σε αυτές τις δυσκολίες και τις ανησυχίες που του γεννούν, ο Τσίπρας δηλώνει πως «το τρένο θα συνεχίσει» και αναλαμβάνει ο ίδιος το ρόλο του ΥΠ.ΕΞ. για να στείλει μήνυμα αποφασιστικότητας και υπεράσπισης του σχεδιασμού του.

Ωστόσο, οι ΗΠΑ -και γενικά οι ιμπεριαλιστές– δεν είναι καθόλου δογματικοί! Σε αυτή τη φάση συνεχίζουν να ρίχνουν όλο τους το βάρος στην ολοκλήρωση της συμφωνίας, που είναι εξάλλου δικιάς τους κοπής. Ωστόσο, και αν στην πορεία η εξέλιξη της συμφωνίας μπλοκάρει, θα επιλέξουν άλλους δρόμους για την επίτευξη των στόχων τους! Και ίσως μια τέτοια αλλαγή μέσων –και όχι στόχων- να επιβάλλει στην Ελλάδα πολιτικές ή και εκλογικές εξελίξεις προς αναζήτηση του κατάλληλου φορέα που θα αναλάβει την προώθηση των νέων σχεδιασμών. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η ΝΔ δεν λέει κουβέντα για την ουσία της τοποθέτησης εν είδει «σχεδίου Β» του Καμένου στις ΗΠΑ, όχι μόνο γιατί είναι φύσει και θέσει αμερικανόδουλη αλλά και γιατί περιμένει τις εξελίξεις και τις αποστολές που προσδοκά αυτές να τις φέρουν.

Το «αναγκαστικό» ταξίδι

Το τι συγκεκριμένα χρεώθηκε ο Κοτζιάς μέσα σε αυτό το πλαίσιο της αναταραχής ίσως να φανεί καλύτερα στο επόμενο διάστημα. Γράφτηκε, μεταξύ άλλων, η χρέωσή του για υπερβολική σύμπλευση με το Ισραήλ και μεγάλη απομάκρυνση από την παλαιστινιακή πλευρά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ΥΠ.ΕΞ. στοιχήθηκε με το Τελ Αβίβ ακόμα και στην υπόθεση της πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ και τις σφαγές στη Γάζα. Ωστόσο μια τέτοια πολιτική ήταν αναγκαία για την κυβέρνηση, που με το μαντρόσκυλο των ΗΠΑ κοντράρει τον ανταγωνιστή της, την Τουρκία! Μια κάποια διαφοροποίηση σε αυτή την κυβερνητική επιλογή μάλλον προϋποθέτει ένα χαμήλωμα των τόνων στους εκβιασμούς των ΗΠΑ έναντι της Τουρκίας.

Αυτό για το οποίο υπάρχει περισσότερη δόση αλήθειας (ή πιο σωστά αστικής ανησυχίας) είναι η επισήμανση που γίνεται για το ότι ο Κοτζιάς χρεώθηκε προσωπικά την αντί-ρώσικη ελληνική στάση καθώς φέρει την ευθύνη των απελάσεων των ρώσων διπλωματών. Ωστόσο, και εδώ εκδηλώνονται τα αδιέξοδα των πολιτικών της εξάρτησης και της υποτέλειας. Από τη μια, η κυβέρνηση έχει δημοσίως ανακοινώσει ότι ασκεί μια πολιτική που υπηρετεί για λογαριασμό των ΗΠΑ «την απόκρουση της ρώσικης διείσδυσης στα Βαλκάνια». Από την άλλη, η κυβέρνηση και συνολικά η αστική τάξη έχει την ανάγκη μιας έμμεσης έστω «στήριξης» της Ρωσίας απέναντι στην Τουρκία για τα πιο θερμά ζητήματα (Αιγαίο, Κύπρος) του αντιδραστικού ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού. Πρόκειται για μια στήριξη που ο ρώσικος ιμπεριαλισμός μπορεί να «δίνει» στα πλαίσια των δικών του συμφερόντων και επιδιώξεων στη ΝΑ Μεσόγειο και στην Κύπρο ακόμα και με τη μορφή της «ενημέρωσης» της ελληνικής πλευράς. Ωστόσο, είναι φανερό ότι το ταξίδι Τσίπρα στη Μόσχα γίνεται με ιδιαίτερα αρνητικούς όρους για τον ίδιο, ακριβώς γιατί η κυβέρνησή του έχει αναδειχτεί σε «πρωταθλητή» υπηρέτησης των Αμερικάνων. Σε αυτό το «αναγκαστικό» ταξίδι είναι ένα ερώτημα αν και πόσο μπορεί να βοηθηθεί από το γεγονός ότι έπαυσε τον υπουργό που απέλασε τους ρώσους διπλωμάτες. Εξάλλου, είναι ένα ζήτημα αν η ελληνική πλευρά μπορεί να εγγυηθεί ότι θα συνεχίσει την «καλή στάση» απέναντι στη Ρωσία στα ψηφίσματα για τις κυρώσεις που συχνά πυκνά η Δύση φέρνει εξαιτίας της Κριμαίας και του γενικότερου ανταγωνισμού. Είναι προφανές –από τα κηρύγματα Πάϊατ έως τα δημοσιεύματα των Νιου Γιορκ Τάιμς– ότι τα περιθώρια των μικρών ελιγμών διαρκώς στενεύουν.

Παλεύουμε για την αντίστροφη πορεία

Η συγκυρία και η πολιτική κατάσταση είναι φορτωμένη με εντάσεις και κινδύνους. Είναι φορτωμένη με τα αδιέξοδα μιας αστικής τάξης και μιας κυβέρνησης που η πολιτική της είναι η εκτέλεση «συμβολαίων» για λογαριασμό των μεγάλων φονιάδων του πλανήτη. Παρόλα αυτά και εξαιτίας της απουσίας της μαζικής λαϊκής πάλης, οι εξελίξεις όχι μόνο δεν χρεώνονται στην αδιέξοδη και αντιδραστική πολιτική του συστήματος αλλά αντίθετα επιχειρείται να στοιχηθεί ο λαός σε αυτές τις εξελίξεις, να γίνει θεατής τους ή και χειροκροτητής της μιας ή της άλλης αντιδραστικής πολιτικής εξέλιξης και επιλογής. Μεγάλο μερίδιο σε αυτή την επιτυχία του συστήματος διεκδικεί επάξια ο κοινοβουλευτικός κρετινισμός και η γραμμή υποταγής των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά και στο κίνημα. Με πρώτη και κύρια την ηγεσία του ΚΚΕ που αντί για γραμμή αντίστασης και διεκδίκησης, προβάλλει τη γραμμή της κοινοβουλευτικής διόρθωσης της κυβερνητικής πολιτικής, την οποία επιχειρεί να συγκαλύψει με μια εικονική απεργία (8/11) που, καθώς δεν της κάνουν το χατίρι ΓΣΣΕ και ΑΔΕΔΥ, δεν ξέρει πώς να την «ξεχάσει». Είναι η ίδια γραμμή που σε όλα τα εθνικά λεγόμενα ζητήματα (πΓΔΜ, ελληνοτουρκικά) στοιχίζεται πίσω από την αστική τάξη και τους ιμπεριαλιστές πάτρωνές της, ενώ στο προσφυγικό ζήτημα έφτασε να απαιτεί ανοιχτά «να φύγουν όλοι οι πρόσφυγες από τη χώρα». Ανάλογα αδιέξοδα αντιμετωπίζει και η πλευρά του κυβερνητισμού που κουβαλάει τη μήτρα των ρεφορμιστικών αναλύσεων και την άρνηση του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα μαζί με την συνέχιση της αναζήτησης της μεταβατικής κυβέρνησης!

Για το λαό μας, σε ένα ζήτημα συγκεντρώνεται το πραγματικό πρόβλημα. Όλα τα προηγούμενα χρόνια, από το 2010 ως σήμερα αποδείχτηκε ότι όλες οι κυβερνήσεις (από τις μεγάλες πασοκικές μέχρι τις ευρύτερες «εθνικές» με «αριστερή» τσόντα και από τις ειδικού σκοπού ως τις παρ’ ολίγον μεταβατικές) μπορούν να χτυπάνε τα λαϊκά εργατικά δικαιώματα, να ληστεύουν τον πλούτο της χώρας, να μετατρέπουν τη χώρα σε πλατφόρμα των ιμπεριαλιστικών σχεδίων και πολέμων. Αυτό που μένει να αποδειχτεί ξανά στη σημερινή εποχή και περίοδο είναι αυτό που ιστορικά ισχύει: Ότι ο λαός και η εργατική τάξη μπορούν απέναντι σε κάθε κυβέρνηση να αντιστέκονται, να διεκδικούν, να αποσπούν κατακτήσεις, να διαμορφώνουν όρους αλληλεγγύης και κοινής πάλης με τους γειτονικούς λαούς.

Για αυτό το ζητούμενο απαιτείται αντικαπιταλιστική-αντιιμπεριαλιστική–αντισυνδιαχειριστική γραμμή, απαιτείται συγκρότηση των λαϊκών και εργατικών μαζών στη βάση των δικών τους συμφερόντων. Αυτό το ζητούμενο είναι ολοένα και περισσότερο ανάγκη της σημερινής εποχής και γι αυτό πρέπει να αγωνιστούμε επίμονα και αποφασιστικά με εμπιστοσύνη στο λαό και στις δυνάμεις του.

Κατηγορίες

Αναζήτηση