Κλιμάκωση της αντιπαράθεσης στην Ανατολική Μεσόγειο. Αύξηση των κινδύνων για τους λαούς της περιοχής.

Σταθερά κλιμακώνεται η ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο. Η νέα αφορμή, δόθηκε στα μέσα Ιουνίου με τις δηλώσεις Τσαβούσογλου την Παρασκευή 14 Ιουνίου, ότι το γεωτρύπανο «Πορθητής», που βρίσκεται στην περιοχή δυτικά της Πάφου από τον Μάιο, «ξεκίνησε αμέσως γεώτρηση». Δύο μέρες μετά, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ συγκαλούσε εκτάκτως το ΚΥΣΕΑ, για την ενδελεχή εξέταση των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, το δεύτερο τουρκικό γεωτρύπανο, «Γιαβούζ» κατευθυνόταν βορειοανατολικά της Κύπρου στην περιοχή της Καρπασίας.

Οι αιτίες κλιμάκωσης της έντασης στην περιοχή, όπως έχουμε πολλές φορές ξαναγράψει, είναι πολύ βαθύτερες και αφορούν την «αναβάθμιση» της γεωπολιτικής σημασίας της περιοχής, σαν πεδίο άγριου ανταγωνισμού ιμπεριαλιστικών δυνάμεων πρώτης και δεύτερης γραμμής του πλανήτη. Οι ΗΠΑ φανερά σέρνουν το χορό με απανωτούς φιλοπόλεμους τυχοδιωκτισμούς, ώστε να περικυκλώσουν και να στριμώξουν τον κύριο ανταγωνιστή τους, τον ρώσικο ιμπεριαλισμό. Αυτό μαρτυρά –εκτός των άλλων- η προσπάθεια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού να σφίξει τον κλοιό γύρω από το Ιράν. Η Ρωσία, ενισχυμένη από τις επιτυχίες που της έδωσε η άμεση επέμβασή του στη συριακή σύγκρουση, αλλά και η Κίνα (σε σαφώς πιο υποβαθμισμένο επίπεδο) αντιδρούν και διεκδικούν μερίδα λείας στην περιοχή. Και οι ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές χώρες συμμετέχουν σ’ αυτήν την ανελέητη σύγκρουση κερδών και κυριαρχίας, η κάθε μία με τα όπλα της, η Γαλλία στήνοντας βάση στην Κύπρο, η Γερμανία αλλά και η Ιταλία παίζοντας το οικονομικό-ενεργειακό χαρτί.

Ο άγριος αυτός ανταγωνισμός έχει σαφή ενεργειακή πλευρά, που όμως και αυτή εντάσσεται και επαυξάνει την σημασία του κυρίου ζητήματος, δηλαδή της πάλης για τον γεωστρατηγικό έλεγχο και την κυριαρχία στην περιοχή.

Στο κουβάρι των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, με προεξέχουσα την αμερικανορωσική αντιπαράθεση, πρέπει να προστεθούν οι διασταυρούμενες και αντιθετικές επιδιώξεις μιας σειράς περιφερειακών δυνάμεων (π.χ. Ιράν, Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ με τον «ειδικό» ρόλο), για επιρροή και λόγο στην περιοχή, αλλά και οι μωροφιλοδοξίες ντόπιων αστικών τάξεων. Αυτά αρκούν ώστε να αποκτήσουμε μια πρώτη ισχυρή «εικόνα» της πολυπλοκότητας και της επικινδυνότητας της κατάστασης που εξελίσσεται. Σ’ αυτό το πλαίσιο, άλλωστε, εντάσσεται και εξελίσσεται και ο αντιδραστικός ανταγωνισμός των δύο εξαρτημένων αστικών τάξεων, της ελληνικής και της τουρκικής, που φαντασιώνονται ότι θα χρησιμοποιήσουν προς όφελός τους το όλο πλέγμα των ιμπεριαλιστικών σχεδίων και αντιθέσεων.

Γι αυτό και παρά το γεγονός πως παραμένει ασαφές το αν πραγματοποιείται ή όχι γεώτρηση, και μόνο η δήλωση έφτανε για να ανεβεί το θερμόμετρο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αλλά και για να κινηθούν διπλωματικά και να γίνουν μια σειρά τακτικές κινήσεις απ’ όλες τις πλευρές και πριν απ’ όλα τις ιμπεριαλιστικές. Αυτό αποδεικνύει, εκτός των άλλων, πως οι ΑΟΖ έχουν γίνει λάστιχο στα πλαίσια του διεθνούς δήθεν δικαίου αλλά προπαντός εργαλείο στα χέρια των ιμπεριαλιστών. Εργαλείο για την υπομόχλευση και χρησιμοποίηση αντιθέσεων μεταξύ αστικών τάξεων με σκοπό την επέκταση της επικυριαρχίας πάνω τους και με το βλέμμα στην επικράτηση έναντι των ανταγωνιστών τους. Και άρα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, αποτελούν κατάρα και όχι ευλογία για τους λαούς.

Γεώτρηση(;), δηλώσεις και αντιδράσεις

Ο υπουργός εξωτερικών της Τουρκίας, όπως και μια σειρά Τούρκοι αξιωματούχοι βρήκαν την ευκαιρία να ξαναπαίξουν στο διπλό ταμπλό των απειλών και των παραινέσεων για συνεννόηση. Έτσι, την ίδια στιγμή που από την Άγκυρα ακούγεται το απειλητικό «όλες οι επιλογές θα συνεχίσουν να βρίσκονται στο τραπέζι» και ο Τσαβούσογλου κατηγορηματικά δήλωνε πως «καμιά συμφωνία στην οποία δεν συμμετέχει η Τουρκία δεν ισχύει», ο ίδιος «καθησύχαζε» πως «μόλις διασφαλιστούν τα δικαιώματα και τα συμφέροντα όλων στο πλαίσιο του δικαίου και γνωρίζουν (σ.δ. όλοι) σχετικά με τον διαμοιρασμό, δεν θα υπάρχει πρόβλημα».

Δεν είναι, φυσικά, σύμπτωση που την ίδια μέρα, με την Κοινή τους Διακήρυξη, οι χώρες (Ελλάδα, Κύπρος, Μάλτα, Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία και Πορτογαλία) της 7ης Συνόδου του Ευρωπαϊκού Νότου (γνωστής ως «Med7»), με την ισχυρή παρότρυνση του γαλλικού ιμπεριαλισμού, εξέφρασαν «την πλήρη υποστήριξη και αλληλεγγύη τους με την Κυπριακή Δημοκρατία», και τη «βαθιά τους λύπη που η Τουρκία συνεχίζει τις παράνομες ενέργειές της στην Ανατολική Μεσόγειο». Αυτή τη διακήρυξη, φυσικά, το ΥΠΕΞ της Τουρκίας την απέρριψε ως μεροληπτική.

Ούτε τυχαίο ήταν που, επίσης την ίδια μέρα, Παρασκευή αργά το βράδυ, ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης Moody’ s, υποβάθμισε περαιτέρω την πιστοληπτική ικανότητα της Τουρκίας. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έσπευδε αμέσως να χαρακτηρίσει αυτό το βήμα, δηλαδή «την έναρξη γεωτρήσεων σε μια περιοχή την οποία αξιώνει η Κυπριακή Δημοκρατία ως Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη», «ιδιαίτερα προκλητικό και δημιουργεί τον κίνδυνο για αύξηση της έντασης στην περιοχή». Ο πολυπράγμων πρέσβης των ΗΠΑ στη χώρα μας, Τζέφρι Πάιατ, δήλωνε λίγες μέρες αργότερα πως «οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ε.Ε. μοιράζονται την ίδια προοπτική για τις εξελίξεις στα ύδατα εκτός Κύπρου και, ειδικότερα, το κοινό μας συμφέρον, το να αποφευχθούν οι περαιτέρω προκλητικές ενέργειες από την Τουρκία».

Μία εβδομάδα μετά, οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές στη Σύνοδο Κορυφής, μέσω απόφασης του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων της ΕΕ, με έναν τόνο σαφώς μεν πιο πάνω στις επικρίσεις έναντι της Τουρκίας, κρατούσαν ωστόσο μια -κρυμμένη μέσα στις γραμμές- σχετική ισορροπία. Διότι φοβούνται πως μια αναταραχή στην περιοχή θα έχει άμεση αντανάκλαση στην τραυματισμένη εσωτερική της συνοχή αλλά και γιατί θέλουν να συνεχίσουν να διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο επικυριαρχίας στην Τουρκία. Έτσι, από τη μια επαναλάμβαναν όσα είχαν γραφτεί στην διακήρυξη των Med7, υπογραμμίζοντας τις αρνητικές συνέπειες που έχουν οι τουρκικές ενέργειες «σ’ όλη την έκταση των σχέσεων ΕΕ- Τουρκίας». Από την άλλη, καλούσαν τα αρμόδια όργανα (Ευρωπαϊκή Επιτροπή κ.ά.) να υποβάλλουν «χωρίς καθυστέρηση επιλογές για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων κατά της Τουρκίας» έως την επόμενη συνεδρίαση του Συμβουλίου, τον Ιούλιο! Αλλά και επιβεβαίωναν τη σημαντική εταιρική σχέση ΕΕ-Τουρκίας, επιδοκιμάζοντας τις «σημαντικές προσπάθειες της Τουρκίας για τη φιλοξενία 4 εκατομμυρίων προσφύγων». Η τούρκικη ηγεσία, πριν την Σύνοδο και με non paper, ζήτησε από την ΕΕ να μην αναμειχθεί στα θέματα της κυπριακής ΑΟΖ, διότι θα επιδεινωθούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και η προοπτική επίλυσης του Κυπριακού. Απαιτούσε, δηλαδή, από την ΕΕ μια άλλη «συμπεριφορά» που να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντά της.

Το έχουμε ξαναγράψει. Η τούρκικη αστική τάξη γενικότερα διαπραγματεύεται εδώ και πολύ καιρό με τη Δύση σαν όλον και κυρίως με τις ΗΠΑ, έναν σημαντικό ρόλο στην περιοχή. Αντί για την απόδοση ενός τέτοιου ρόλου, οι τακτικές των ΗΠΑ στη συριακή σύγκρουση (χρησιμοποίηση Κούρδων) την έφεραν μπροστά σε υπαρξιακά ζητήματα. Επιπλέον, η (τουλάχιστον) ανοχή των ΗΠΑ στο αποτυχημένο πραξικόπημα, προσέθεσε καχυποψία ανάμεσά τους. Έτσι, η τούρκικη αστική τάξη έχει πολλαπλασιάσει τα τελευταία χρόνια τις τυχοδιωκτικές κινήσεις της και τις εμπρηστικές δηλώσεις και πράξεις. Ιδιαίτερα τυχοδιωκτική είναι η επιλογή της να εκμεταλλευτεί τις αμερικανορωσικές αντιθέσεις, για να διεκδικήσει από τις ΗΠΑ αυτό που θεωρεί πως της ανήκει. Αυτό έχει καταστεί «κόκκινο πανί» για τους Αμερικανούς, που κλιμακώνουν τις πιέσεις και τους εκβιασμούς προς την Τουρκία. Το κύριο δίλημμα είναι το εξής: Ή περιορίζονται στο ελάχιστο οι σχέσεις με τη Ρωσία και συμμορφώνεται με τις αμερικανικές προτεραιότητες με αντάλλαγμα την απόκτηση ρόλου στα ενεργειακά και όχι μόνο, ή αντίθετα όχι μόνο κινδυνεύει να αποκλειστεί από την ενεργειακή μοιρασιά αλλά θα συνεχιστεί το στρίμωγμά της με απρόβλεπτες συνέπειες για την οικονομική και πολιτική της συνοχή. Και όλα αυτά σε μια περίοδο που, όπως έδειξαν και οι επαναληπτικές εκλογές στην Κωνσταντινούπολη, η παντοκρατορία Ερντογάν έχει μάλλον παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Από την άλλη πλευρά, διά στόματος Τσίπρα αλλά και με την συναίνεση όλων των αστικών κομμάτων, η ελληνική αστική τάξη, τυχοδιωκτικά κι αυτή, αναζητά τη στήριξη των συμφερόντων της στα ιμπεριαλιστικά δεκανίκια των ΗΠΑ–ΕΕ, παίζοντάς το, το «καλό παιδί» έναντι της «άτακτης» Τουρκίας, ενώ το αστικό αφήγημα «επιθετική Τουρκία-αμυνόμενη Ελλάδα» βρίσκει στήριξη και από τα αριστερά…

Έτσι, ο Τσίπρας αναφέρθηκε στην «ισχυρή θέση της Ελλάδας και της Κύπρου» χάρη στις αποφάσεις της ιμπεριαλιστικής ΕΕ. Ιδιαίτερο βάρος έδωσε στη συμμετοχή της χώρας στις τριμερείς και πολυμερείς συνεργασίες, όλες τους καθοδηγημένες από τους Αμερικάνους, με το κράτος δολοφόνο του Ισραήλ, τη χούντα της Αιγύπτου και τελευταία και την ιορδανική μοναρχία. Εκθείασε την, με αμερικανική υπόδειξη, συμφωνία των Πρεσπών, που οδήγησε τη γειτονική χώρα στον εγκληματικό ΝΑΤΟϊκό μηχανισμό και κάθε άλλο παρά στρίμωξε τον εθνικισμό.

Το φιλειρηνικό προσωπείο της δεν μπορεί να κρύψει ότι δεν υπάρχει πιο φιλοπόλεμη πολιτική από αυτή που δίνει γη και νερό στους ιμπεριαλιστές-εμπρηστές του πολέμου. Ακόμα, η συζήτηση που άνοιξε με αφορμή την παρέμβαση Σημίτη, δείχνει τα σοβαρά διλήμματα που αντιμετωπίζει η άρχουσα τάξη για την αντιμετώπιση του βασικού ανταγωνιστή της στην περιοχή.

Σ΄ αυτό το εκρηκτικό πλαίσιο, η μαρτυρική Κύπρος, δυστυχώς για το λαό της, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, έχει «αναβαθμιστεί» στην ιμπεριαλιστική ατζέντα. Οι ΗΠΑ έχουν εντείνει τις προσπάθειές τους να δρομολογήσουν το «σφιχταγκάλιασμα» της Κύπρου. Οι χάρτες που διαρρέουν, οι συνεχείς δηλώσεις για τη δίκαιη μοιρασιά του ενεργειακού πλούτου του νησιού και η σύνδεση μιας τέτοιας εξέλιξης με την επίλυση του προβλήματος (sic!) της Κύπρου, που περνάει μέσα και από την ένταξη στις ΝΑΤΟϊκές δομές, αυτό πιστοποιούν. Η κυπριακή ηγεσία, «καταδικασμένη» από την εξαρτημένη φύση και τα χαρακτηριστικά της, κάνει πως δεν καταλαβαίνει σε τι «παιχνίδι με τη φωτιά» την έχουν βάλει οι ιμπεριαλιστές. Και πριμοδοτεί πολιτικές που βλέπουν τις θάλασσες γύρω από το νησί σαν ενεργειακά οικόπεδα προς ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση και το ίδιο το νησί σαν αβύθιστο αεροπλανοφόρο για τις πολεμικές τους εξορμήσεις.

Αναζήτηση

Κατηγορίες