ΚΚΕ: «Παντός καιρού» αλλά με ποιον; (γ” μέρος)
18 Μαΐου, 2017Επιλεγμένα Άρθρα, ΚΚΕadmin

Σοφιστείες αποφυγής της εξάρτησης

Πολύ χειρότερα είναι τα πράγματα όσον αφορά τις θέσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ για την ίδια τη χώρα μας μέσα στον καπιταλιστικό –ιμπεριαλιστικό κόσμο. Ήδη από το 19ο Συνέδριο, η Ελλάδα έχει ανακηρυχτεί σε «ιμπεριαλιστική χώρα». Η θέση αυτή έγινε και θέση του Προγράμματος του ΚΚΕ, όπως αυτό ψηφίστηκε στο 19ο Συνέδριό του ως εξής: «Ο καπιταλισμός στην Ελλάδα βρίσκεται στο ιμπεριαλιστικό στάδιο ανάπτυξής του, σε ενδιάμεση θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, με ισχυρές ανισότιμες εξαρτήσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ […]». Τι πρέπει να καταλάβει ο καθένας από αυτό το… μνημείο δικολαβίστικης διατύπωσης για το πιο καίριο ζήτημα για το εργατικό και λαϊκό κίνημα στη χώρα; Τι πρέπει να καταλάβουν πριν από όλα τα μέλη του ΚΚΕ που καλούνται ακριβώς βάσει του Προγράμματος να «ατσαλώσουν το Κόμμα τους»; Στο σχετικό διάλογο που έγινε ήδη στο 19ο Συνέδριο, ο Π. Μεντρέκας (μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ) απαντούσε οργισμένος σε αυτούς που καταλάβαιναν ότι το «Ο καπιταλισμός στην Ελλάδα βρίσκεται στο ιμπεριαλιστικό στάδιο ανάπτυξής του» σημαίνει ότι η Ελλάδα είναι ιμπεριαλιστική χώρα: «Γράφει η Ελ. Μαυρούλη: “Χαρακτηριστικό παράδειγμα ατεκμηρίωτης εκτίμησης (σ.σ. εννοεί του Κόμματος) η άποψη περί ιμπεριαλιστικής Ελλάδας”. Πού το βρήκε αυτό; Πού έχει διατυπώσει αυτή την άποψη το ΚΚΕ; Πουθενά. Οι Θέσεις της ΚΕ για το 19ο Συνέδριο λένε “Ο ελληνικός καπιταλισμός βρίσκεται στο ιμπεριαλιστικό στάδιο ανάπτυξής του, σε ενδιάμεση θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, με ισχυρές εξαρτήσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ”. Όσο ανόητο είναι να ισχυρίζεται κάποιος -το ΚΚΕ πάντως δεν το κάνει- ότι η αστική τάξη της Ελλάδας έχει τη δύναμη και τον επιθετικό ρόλο που έχουν οι αστικές τάξεις των ΗΠΑ, Γερμανίας, Ρωσίας, Κίνας κλπ., άλλο τόσο και περισσότερο ανόητο είναι να ισχυρίζεται κάποιος ότι η ελληνική πλουτοκρατία δε δαγκώνει το λαό, δε δαγκώνει τους λαούς προς τα έξω, όπου και όταν την παίρνει! Ότι από υποτέλεια και όχι από συμφέρον είναι μέσα στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ» (Ριζοσπάστης 28/3/2013).

«Πουθενά», λοιπόν, το ΚΚΕ δεν λέει ότι η Ελλάδα είναι ιμπεριαλιστική χώρα! Εξάλλου αυτό θα σήμαινε ότι έχει την «ίδια δύναμη» και τον «ίδιο επιθετικό ρόλο» που έχουν ΗΠΑ, Γερμανία, Ρωσία, Κίνα κλπ. Άραγε –λέμε εμείς- όλες αυτές έχουν την «ίδια δύναμη» και τον «ίδιο επιθετικό ρόλο»; Άραγε η Ιταλία λόγου χάρη, που είναι ιμπεριαλιστική δύναμη, δεν είναι… ιμπεριαλιστική δύναμη, γιατί δεν έχει την ίδια δύναμη και τον ίδιο επιθετικό ρόλο με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία; Αλλά ας το «ξεπεράσουμε» και αυτό το απίστευτο επιχείρημα. Δεν είναι λοιπόν ιμπεριαλιστική χώρα η Ελλάδα, λέει το ΚΚΕ. Θαυμάσια! Τότε τι είναι; Εξαρτημένη; Όχι μας λέει πάλι η ηγεσία του ΚΚΕ δια στόματος Μεντρέκα, γιατί «τόσο και περισσότερο ανόητο είναι να ισχυρίζεται κάποιος ότι η ελληνική πλουτοκρατία δε δαγκώνει το λαό, δε δαγκώνει τους λαούς προς τα έξω, όπου και όταν την παίρνει! Ότι από υποτέλεια και όχι από συμφέρον είναι μέσα στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ». Δηλαδή δεν είναι εξαρτημένη, γιατί το «εξαρτημένη» σημαίνει ότι η αστική τάξη δεν εκμεταλλεύεται και δεν καταπιέζει τους εργάτες και τον λαό, σημαίνει ότι δεν είναι αντιδραστική και στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού ενάντια στους άλλους λαούς! Εξαίρετα! Μαθαίνουμε εδώ, λοιπόν, πως μια (όποια) εξαρτημένη αστική τάξη –αν κάπου το ΚΚΕ επιτρέπει μια τέτοια να υπάρχει- δεν έχει αγεφύρωτη αντίθεση με την εργατική τάξη της χώρας της, δεν έχει αντιδραστική φύση. Και ότι την εξάρτησή της «δεν την έχει από συμφέρον» (από το υπέρτατο ταξικό της συμφέρον την έχει, λέμε εμείς) αλλά από… υποτέλεια! Η οποία υποτέλεια δεν πρέπει (σύμφωνα με το ΚΚΕ) να νοείται ως μια πραγματική σχέση οικονομική, πολιτική, στρατιωτική που έχει διαμορφωθεί ακριβώς γιατί υπάρχουν ιμπεριαλιστικές και εξαρτημένες χώρες. Αλλά ως τι άραγε; Ως μια «ακατανόητη ιδιοτροπία», που στα καλά καθούμενα αποκτούν κάποιες (η πολύ μεγάλη πλειοψηφία) αστικές τάξεις στον πλανήτη; Μαθαίνουμε, λοιπόν, εδώ ότι ο Λένιν δεν ήξερε τι του γινόταν όταν έγραφε τον «ιμπεριαλισμό» και ότι οι τροτσκιστές είχαν δίκιο που πάνω κάτω με τέτοια «επιχειρήματα» στάθηκαν απέναντι και ενάντια στο επαναστατικό κομμουνιστικό κίνημα που ηγήθηκε των επαναστάσεων και των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων του 20ου αιώνα!

Γνωρίζουμε βέβαια ότι η ηγεσία του ΚΚΕ εξαιτίας αυτών των ακροβασιών της επιχειρεί εκτός των άλλων να ξαναγράψει την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Τι να περιμένουμε άραγε; Την εκτίμηση ότι η Μικρασιατική εκστρατεία έγινε από μια… ιμπεριαλιστική Ελλάδα; Την καταδίκη της 6ης ολομέλειας του 1934, με βάση την οποία το ΚΚΕ ξεπέρασε τον φραξιονισμό και τις «παιδικές του ασθένειες» και έγινε επαναστατικό κόμμα, ως… οπορτουνιστικής; Ότι η ελληνική συμμετοχή στην ιμπεριαλιστική επέμβαση στην Κορέα ήταν πάλι στη βάση του… ελληνικού ιμπεριαλισμού, όπως μάλλον πρέπει να ήταν και για το Νεπάλ εκδήλωση του… ιμπεριαλισμού του η παρουσία Νεπαλέζων στρατιωτών δίπλα στις δυνάμεις του Σκόμπυ τον Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα;

Ας επιστρέψουμε στο σήμερα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η «εκκρεμότητα» για το τι χώρα είναι η Ελλάδα κρατεί από το 2013 όταν ψηφίστηκε αυτή η θέση στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ! Είναι ας πούμε «εξαρτημένη ιμπεριαλιστική». Ή «ιμπεριαλιστική εξαρτημένη». Αλλά εδώ δεν χωρούν αστεία και ευφυολογίες. Το ζήτημα δεν είναι από αυτά που μπορεί να «μένουν στην άκρη» ή που συμβιβάζεται με… οξύμωρα σχήματα. Και η αλήθεια είναι ότι η πραγματική θέση του ΚΚΕ είναι πολύ καθαρή: Η Ελλάδα είναι ιμπεριαλιστική χώρα. Γι’ αυτό ακριβώς το Πρόγραμμα προβλέπει ότι, (όπως λόγου χάρη θα γινόταν στην ιμπεριαλιστική Γαλλία) αφού γίνει η σοσιαλιστική επανάσταση, θα αποχωρήσει η Ελλάδα από ΝΑΤΟ και ΕΕ και θα διώξει τις βάσεις των ιμπεριαλιστών. Γι’ αυτό εξάλλου ο Δ. Κουτσούμπας, στο κλείσιμο των διαδικασιών του 20ου Συνεδρίου, ξεκαθάρισε σε όλους τους τόνους ότι δεν είναι κρίκος της πάλης στη χώρα μας ο στόχος και ο αγώνας για την έξοδο από ΝΑΤΟ και ΕΕ.

Τι συνιστούν όλα αυτά; Συνιστούν στήριξη των βάθρων αναπαραγωγής της αστικής εξουσίας στη χώρα. Γιατί τα βάθρα αυτά είναι η ιμπεριαλιστική της εξάρτηση από Αμερικανούς και Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Συνιστούν άρνηση και υπονόμευση της δυνατότητας συγκρότησης της εργατικής τάξης και του λαού σε επαναστατική κατεύθυνση. Γιατί αυτή η κατεύθυνση στη χώρα μας δεν νοείται αν το εργατικό-λαϊκό κίνημα δεν βάλει ως στόχο του το σπάσιμο όλων των δεσμών της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, που είναι προϋπόθεση, πολιτική και πρακτική, της επανάστασης στη χώρα μας. Προϋπόθεση βέβαια όχι για να φτιαχτεί ένα «μεταβατικό πρόγραμμα», το οποίο θα προκρίνει ως τακτικούς στόχους το σπάσιμο κάποιων από τους δεσμούς εξάρτησης και που θα αναζητά… μια κυβέρνηση για να το υλοποιήσει όπως κάνουν ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλοι. Αλλά προϋπόθεση άρρηκτα συνδεδεμένη με τον στρατηγικό στόχο της επανάστασης, που είναι ο μόνος δρόμος για να πάρει ο λαός στα χέρια του τις τύχες της χώρας.

Είναι φανερό ότι η ηγεσία του ΚΚΕ δεν μπορεί να επιχειρηματολογήσει ανοικτά αυτή της τη θέση στο ίδιο το κομματικό της δυναμικό και καταφεύγει σε απίθανες σοφιστείες σαν αυτές του Π. Μεντρέκα. Ή σε τοποθετήσεις ενόψει του 20ου συνεδρίου όπως αυτή στον Ριζοσπάστη της 20/1/17 («Για την οικονομική και στρατιωτική δύναμη της Ελλάδας»), όπου, αφού με «μαρξιστική εγκράτεια» διαπιστώνει πως «είναι σύνθετη η ακριβής εκτίμηση της στρατιωτικής ισχύος μιας χώρας», μετά μας ενημερώνει ότι σύμφωνα με το αρμόδιο Διεθνές Κέντρο της Βόννης, η «Ελλάδα είναι η 10η πιο στρατιωτικοποιημένη χώρα στον κόσμο […]» για να υπαινιχθεί πλαγίως τον ιμπεριαλιστικό της χαραχτήρα! Λες και δεν το ‘χει ο κόσμος τούμπανο ότι η Ελλάδα είναι ένα υπερεξοπλισμένο αμερικανονατοϊκό φυλάκιο στην περιοχή!

Όλα αυτά καθιστούν διπλά υπόλογη την ηγεσία του ΚΚΕ. Και γιατί η θέση της για την Ελλάδα είναι θέση υποταγής στην αστική τάξη και στα ιερά της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης με βάση την οποία υπάρχει και αναπαράγεται. Και γιατί αποδεικνύουν ότι η θέση αυτή είναι μια συνειδητή κατασκευή στηριγμένη σε σοφιστείες και διαστροφές της πραγματικότητας για να αποφύγει η ηγεσία του ΚΚΕ όσα η θέση της εξάρτησης σημαίνει σε επίπεδο γραμμής και ταξικής πάλης.

Ο πόλεμος

Πολλές είναι οι αναφορές των Θέσεων για το 20ο Συνέδριο σε σχέση με το ζήτημα του πολέμου. Το ζήτημα απασχόλησε έντονα και τον δημόσιο προσυνεδριακό διάλογο και σχετικά με αυτό υπάρχει και ξεχωριστή ενότητα στην πολιτική απόφαση του Συνεδρίου. Οι εξελίξεις –παγκόσμιες, στην ευρύτερη περιοχή αλλά και στη στενή γειτονιά της χώρας μας (Τουρκία, Βαλκάνια Ν.Α. Μεσόγειος)- είναι τέτοιες που το ζήτημα δεν θα μπορούσε να «αποφευχθεί». Παρόλα αυτά, θεωρούμε ότι τελικά… αποφεύγεται! Είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτής της αποφυγής ότι η βασική θέση που αναφέρεται στο ζήτημα του πολέμου (θέση 44) βρίσκεται στην ενότητα με τίτλο «Άξονες επικέντρωσης της ιδεολογικής παρέμβασης του Κόμματος»! Άραγε το ζήτημα της αντιμετώπισης του πολέμου είναι βασικά ένα ζήτημα «ιδεολογικής» ή πολιτικής πάλης με συγκεκριμένους στόχους και θέσεις για το εργατικό και λαϊκό κίνημα; Και επιπλέον για ποιον πόλεμο μιλάμε; Για το ενδεχόμενο ενός ελληνοτουρκικού πολέμου; Για μια ιμπεριαλιστική πολεμική επιδρομή στα Βαλκάνια, στη Μ. Ανατολή, σαν αυτές που ζήσαμε και ζούμε, με την Ελλάδα να εμπλέκεται και να υπηρετεί με κάθε τρόπο τα αμερικανονατοϊκά αφεντικά της; Για τον κίνδυνο –υπαρκτό για μας- ενός γενικευμένου πολέμου; Όλες αυτές οι εκδοχές δεν μπορούν να τσουβαλιαστούν όπως το κάνει η ηγεσία του ΚΚΕ βάζοντας τες όλες κάτω από το όνομα «ιμπεριαλιστικός πόλεμος».

Σε όλα αυτά τα ενδεχόμενα ισχύει πράγματι ότι «ο πόλεμος είναι συνέχιση της ίδιας πολιτικής με άλλα μέσα» αλλά βεβαίως δεν ξεμπερδεύει κανείς με αυτό! Ούτε απαντά κανείς στο κίνδυνο του σφαγείου που απειλεί τους λαούς και τον λαό μας με την θεωρητική αναζήτηση της «αποσταθεροποίησης της αστικής εξουσίας» στα πλαίσια του πολέμου που μπορεί να κάνει «εφικτό το πέρασμα της εξουσίας στην εργατική τάξη». Η κάθε μια από τις παραπάνω εκδοχές πολέμων και πολεμικών επεμβάσεων απαιτεί τη «συγκεκριμένη ανάλυση» που φέρνει τη «συγκεκριμένη κατάσταση» για να αναδειχθούν καθήκοντα πάλης για τον λαό και τη νεολαία. Καθήκοντα πάλης πριν από όλα για την αποτροπή αυτών των ενδεχομένων. Τέτοια και μόνο καθήκοντα και στον βαθμό που θα υλοποιούνται μέσα στο κίνημα και στην πάλη του αποτελούν και την αναγκαία υλική βάση για να μπορεί η εργατική τάξη και ο λαός να λογαριαστούν σε επίπεδο αναμέτρησης με το σύστημα όταν ξεσπάσει ο πόλεμος. Αλλιώς –αν απλώς «περιμένει» κανείς τον πόλεμο και τις «αντικειμενικές συνθήκες αποσταθεροποίησης της αστικής εξουσίας» που φέρνει- με το κίνημα αποδιοργανωμένο και την πάλη του λαού μας, των λαών σε συνθήκες υποχώρησης, τα σχέδια περί «εργατικής εξουσίας» είναι στην καλύτερη περίπτωση ασκήσεις επί χάρτου.

Όσον μας αφορά και απέναντι σε όλα αυτά τα ενδεχόμενα, προκρίνουμε ως απόλυτα αναγκαία σήμερα την αντιπολεμική-αντιιμπεριαλιστική πάλη του λαού και της νεολαίας στη χώρα μας. Μια πάλη που θα φέρει στην πρώτη γραμμή των στόχων του λαϊκού κινήματος την έξοδο της χώρας από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, το κλείσιμο-διώξιμο όλων των βάσεων και των κάθε λογής δυνάμεων των ιμπεριαλιστών που βρίσκονται στη χώρα μας, η οποία αποτελεί γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά πλατφόρμα εξόρμησης των Αμερικανονατοϊκών. Μια τέτοια πάλη μόνο «αταξική» δεν είναι, γιατί συγκρούεται καίρια με αυτό που υπηρετεί και σε αυτό που στηρίζεται η άρχουσα τάξη και οι κυβερνήσεις της. Μια τέτοια πάλη είναι υπόθεση της εργατικής τάξης και του λαού και είναι ταυτόχρονα η μέγιστη συνεισφορά σε αυτό που συνολικά απαιτείται: το αντιπολεμικό-αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο πάλης των λαών της περιοχής και του κόσμου!

Αυτό το βασικό καθήκον δεν το έχουν ούτε ως υπαινιγμό οι θέσεις για το 20ο Συνέδριο του ΚΚΕ ενώ η πολιτική απόφαση του Συνεδρίου το «ανακαλύπτει» και το εξαντλεί σε δύο γραμμές! Η αντίφαση προκύπτει από το γεγονός ότι το Πρόγραμμα του κόμματος –που βέβαια είναι η ανώτερη θέση- δεν χωράει, είναι αντίθετη με μια τέτοια λογική, με μια τέτοια πάλη. Έτσι, η πολιτική απόφαση «συμβιβάζει τα ασυμβίβαστα» ενώ ο Δ. Κουτσούμπας έσπευσε, στο κλείσιμο του Συνεδρίου, όπως ήδη αναφέραμε, να «εξηγήσει» ότι δεν είναι κρίκος της πάλης ο στόχος της εξόδου από ΝΑΤΟ και ΕΕ.

Τα ελληνοτουρκικά ζητήματα

Ακόμα πιο αντιφατικά και θολά είναι τα ζητήματα όσον αφορά τη στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ απέναντι στο ενδεχόμενο ενός ελληνοτουρκικού πολέμου, για τον οποίο (πριν από όλα, ποια πρέπει να είναι η πάλη για την αποτροπή του) δεν υπάρχει ούτε στις Θέσεις ούτε στην πολιτική απόφαση του Συνεδρίου συγκεκριμένη τοποθέτηση. Με το ζήτημα αυτό ασχολείται η θέση 12 («οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και οι κίνδυνοι πολεμικής εμπλοκής») και θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ασχολείται και η «ιδεολογική» θέση 44. Λέμε «θα μπορούσε να θεωρηθεί», γιατί σε αυτήν το καθήκον για το ΚΚΕ προσδιορίζεται ως εξής: «Σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδας σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο και σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, το Κόμμα πρέπει -υπερασπιζόμενο τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του ελληνικού λαού- να ηγηθεί στην οργάνωση της εργατικής – λαϊκής πάλης για να βγει η Ελλάδα από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Αυτό προϋποθέτει όχι μόνο να ηττηθεί ο όποιος πιθανός ιμπεριαλιστής εισβολέας -είτε είναι προσωρινός “σύμμαχος” είτε είναι προσωρινός “αντίπαλος” της αστικής τάξης της χώρας- αλλά να ηττηθεί ολοκληρωτικά και η ίδια η εγχώρια αστική τάξη. Μόνο έτσι μπορεί να γίνει εφικτό το πέρασμα της εξουσίας στην εργατική τάξη και η διέξοδος από τη βαρβαρότητα του καπιταλιστικού συστήματος που, όσο κυριαρχεί και σαπίζει, θα φέρνει εναλλάξ πότε τον πόλεμο, πότε την ιμπεριαλιστική “ειρήνη” με το πιστόλι στον κρόταφο των λαών».

Για ποιον πόλεμο γίνεται λόγος εδώ είναι μάλλον πολύ δύσκολο να διευκρινιστεί! Ο «εισβολέας» (που μπορεί να είναι προσωρινός «σύμμαχος» ή «αντίπαλος» της αστικής τάξης) είναι άραγε η Τουρκία ή μήπως… η Ρωσία ή οι ΗΠΑ ή ενδεχομένως… η Αλβανία; Σε όλα αυτά τα ενδεχόμενα έχουμε έναν «ιμπεριαλιστικό πόλεμο»; Με τα ίδια χαρακτηριστικά και καθήκοντα για τον λαό; Και ποια είναι αυτά τα καθήκοντα; «Να περάσει η εξουσία στην εργατική τάξη», γιατί όσο έχουμε καπιταλισμό θα έχουμε πολέμους και ειρήνη που θα προετοιμάζει πόλεμο! Πολύ σωστά! Αλλά είναι αυτό συγκεκριμένη πολιτική θέση από την οποία προκύπτουν συγκεκριμένα καθήκοντα για τα μέλη του κόμματος και για τον λαό στις συγκεκριμένες συνθήκες; Όμως ακόμα χειρότερα γίνονται τα πράγματα όταν τίθενται και συγκεκριμένες «προϋποθέσεις» για την υλοποίηση του καθήκοντος. Να ηττηθεί, λέει, «και ο εισβολέας» και η «εγχώρια αστική τάξη». «Ολοκληρωτικά»! Και αυτό θα γίνει ενώ το ΚΚΕ θα ηγείται στην πάλη για να βγει η Ελλάδα από τον πόλεμο! Τι να καταλάβουμε εδώ πια;

Αυτή τη σύγχυση παράγει η «ιμπεριαλιστική πυραμίδα» που «καταργεί» τον ιμπεριαλισμό και την ιμπεριαλιστική εξάρτηση! Όμως, δεν πρόκειται μόνο για σύγχυση αλλά – κυρίως- για οπορτουνισμό. Σε τελική ανάλυση, και τα διάφορα ιδεολογήματα όπως αυτό της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας ή τα παρόμοια των ολοκληρώσεων, της παγκοσμιοποίησης κλπ επιστρατεύονται για να υπηρετήσουν πολιτικές στοχεύσεις. Δεν είναι δηλαδή αιτίες αλλά αποτελέσματα μιας μη ομολογούμενης πολιτικής επιλογής, τα οποία ιδεολογήματα με τη σειρά τους παράγουν και συμβάλλουν στη δυναμική της σύγχυσης και του αποπροσανατολισμού

Ας δούμε λοιπόν ποια είναι η –κατά τη γνώμη μας- ουσία του ζητήματος. Η ηγεσία του ΚΚΕ δεν θέλει βέβαια να συμπλεύσει με την αστική εθνικιστική γραμμή και προπαγάνδα σχετικά με το ζήτημα του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού στην περιοχή και γενικά με το ζήτημα των αντιθέσεων μεταξύ των δύο αστικών τάξεων. Αυτό είναι όρος εκ των «ων ουκ άνευ» για την πολιτική επιβίωση του Κόμματός της, ιδιαίτερα σήμερα με το ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση. Χρειάζεται λοιπόν να κρατά αποστάσεις από αυτή τη γραμμή, όπως και κάνει λόγου χάρη με την πολιτική απόφαση του Συνεδρίου όπου αναφέρει: «Ειδικά για την περιοχή μας, είναι πιθανή η όξυνση της κατάστασης ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία με την εμπλοκή και άλλων χωρών. Η αμφισβήτηση συνόρων και κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας από την πλευρά της τουρκικής αστικής τάξης εντάσσεται στις σχέσεις ανταγωνισμού της με την ελληνική αστική τάξη στην περιοχή». Ανάλογα γράφεται παρακάτω, χωρίς όμως να ξεκαθαρίζεται ότι αυτό αφορά το ενδεχόμενο μιας ελληνοτουρκικής σύρραξης: « […] Την ανάδειξη ότι η πολιτική της αστικής κυβέρνησης σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής είναι συνέχεια της γενικότερης πολιτικής, σε βάρος της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, είτε βρισκόμαστε σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάκαμψης είτε σε συνθήκες εκδηλωμένης οικονομικής κρίσης. Την ανάδειξη της ανάγκης να μην έχει ο λαός καμιά εμπιστοσύνη στην αστική κυβέρνηση, ότι δεν μπορεί – ούτε μπορούσε ποτέ – να υπάρξει “εθνική ενότητα” ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη, σε κάθε κράτος».

Ταυτόχρονα ωστόσο και επειδή διέπεται από την πολιτική της συμμόρφωσης στην αστική πολιτική νομιμότητα, δεν θέλει και δεν μπορεί τις παραπάνω, έστω κάπως σωστές κατά τη γνώμη μας, προσεγγίσεις να τις μεταφράσει σε συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις. Έτσι:

α) Ο ενδεχόμενος ελληνοτουρκικός πόλεμος δεν χαρακτηρίζεται πουθενά ως αυτός που θα είναι: ένας άδικος πόλεμος που δεν πρέπει να γίνει, που πρέπει να αποτραπεί, γιατί θα προκύψει στη βάση του αντιδραστικού ανταγωνισμού και των δύο αστικών τάξεων, που αφορά τα δικά τους συμφέροντα και στρέφεται ενάντια στα συμφέροντα και των δύο λαών. Ενός ανταγωνισμού που γίνεται στο πλαίσιο της εξάρτησης των δύο αστικών τάξεων και αξιοποιείται από τους επικυρίαρχους Αμερικανονατοϊκούς για τα ιμπεριαλιστικά σχέδια και συμφέροντα.

β) Ακόμα και η σωστή θέση για «καμιά αλλαγή συνόρων» που αναφέρεται και στις θέσεις και στην πολιτική απόφαση του Συνεδρίου, αναφέρεται μονόπλευρα, δηλαδή ως απάντηση στην «επιθετικότητα» της Τουρκίας –που περιγράφεται, αυτή και μόνο αυτή, αναλυτικά στη θέση 12. Στην ουσία, δηλαδή, υιοθετείται το σχήμα της αστικής τάξης για την Τουρκία που «επιτίθεται και απειλεί» και την Ελλάδα που «πρέπει να αμύνεται» και με όσα αυτό σημαίνει σε επίπεδο κινήματος και λαού. Όμως, η θέση «καμιά αλλαγή συνόρων» είναι απολύτως σωστή ως αμοιβαία, αμφίπλευρη. Είναι θέση που εναντιώνεται και στις τούρκικες κινήσεις και επιδιώξεις (γκριζάρισμα Αιγαίου, παραβάσεις, παραβιάσεις, δηλώσεις για τη Συνθήκη της Λωζάνης κλπ) αλλά και στις αντίστοιχες ελληνικές (όπως στην επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 μίλια και άλλες που θα αναφέρουμε παρακάτω), που όλες μαζί συντηρούν ή και ρίχνουν λάδι στη φωτιά. Και βέβαια, η θέση «καμιά αλλαγή συνόρων» είναι σε πλήρη αντίθεση με τις επιδρομές και την πολιτική των ιμπεριαλιστών, που αλλάζουν, «ρευστοποιούν» σύνορα και τεμαχίζουν χώρες και περιοχές.

γ) Η εκτενής θέση 12 έχει την εξής μόνο δειλή αναφορά στο ζήτημα των αξόνων που οι ελληνικές κυβερνήσεις εφαρμόζουν εδώ και χρόνια: «Ο άξονας συνεργασίας της Ελλάδας με το Ισραήλ δεν αποτελεί παράγοντα ειρήνης στην περιοχή, ανεξάρτητα από το εάν προχωρήσει η επαναπροσέγγιση Τουρκίας – Ισραήλ». «Δεν αποτελεί παράγοντα ειρήνης» η συνεργασία με το Ισραήλ! Τόσο κομψά! Τόσος παθιασμένος «αντικαπιταλισμός», που διαθέτει η ηγεσία του ΚΚΕ, δεν έφτασε για να διαπιστώσει ότι αυτή η συνεργασία αποτελεί παράγοντα πολέμου! Ότι αποτελεί λάδι στη φωτιά της περιοχής η στρατιωτική συνεργασία με το σιωνιστικό κράτος και κίνηση επιθετική της αστικής τάξης έναντι της Τουρκίας! Όπως επίσης αυτός ο παθιασμένος «αντικαπιταλισμός» δεν έφτασε για να θυμηθεί η ηγεσία του ΚΚΕ και τον άλλο αντίστοιχο άξονα της αστικής τάξης της χώρας με το φασιστικό καθεστώς της Αιγύπτου (που δεν αναφέρεται πουθενά ούτε στις Θέσεις ούτε στην απόφαση του Συνεδρίου), που και αυτόν η ελληνική αστική τάξη τον θέλει ως αντίβαρο και στρίμωγμα της αντίστοιχης τουρκικής! Πώς και γιατί τα στρογγύλεψε και τα ξέχασε όλα αυτά η ηγεσία του ΚΚΕ, που κατά τα άλλα είναι «έτοιμη» ή τουλάχιστον «αποφασισμένη» από τον πόλεμο να «βγάλει» την «εργατική εξουσία»;

δ) Ένα ακόμα, ιδιαίτερο κρίσιμο ζήτημα της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, που «ξέχασε» η ηγεσία του ΚΚΕ είναι αυτό των ΑΟΖ. Η αστική τάξη της χώρας επιδιώκει –αναζητώντας ιμπεριαλιστικές πλάτες- να προχωρήσει στην ανακήρυξη των ΑΟΖ για να αναβαθμίσει τον ρόλο της στην περιοχή σε βάρος της τούρκικης αστικής τάξης. Ήδη στα οικόπεδα της Κύπρου υπό την «αιγίδα» Αμερικάνων, Γάλλων και Ιταλών ιμπεριαλιστών γίνεται μια πρώτη «διερεύνηση» και προαναγγέλλονται θερμά επεισόδια με αφορμή και αιτία το ζήτημα αυτό. Ένα ζήτημα στο οποίο σαφώς εκδηλώνεται η ελληνική «επιθετικότητα», ανεξάρτητα από το τι μπορεί να της βγάλουν -και τι να βγάλουν στους λαούς- αυτοί οι τυχοδιωκτισμοί. Ένα ζήτημα που είναι ένα ακόμα εργαλείο στα χέρια των ιμπεριαλιστών για να επιδιώξουν και να προωθήσουν εκβιασμούς, ελέγχους χωρών ακόμα και χτύπημα των κυριαρχικών δικαιωμάτων τους. Ποια είναι η θέση της ηγεσίας του ΚΚΕ για το ζήτημα; Είναι υπέρ ή κατά στην ανακήρυξη των ΑΟΖ; Ή μήπως είναι «αδιάφορη» για το ζήτημα αυτό και έτσι εξηγείται ότι το «ξέχασε» και αυτό ως μια συγκεκριμένη κρίσιμη παράμετρο στο ζήτημα της αντιμετώπισης της απειλής ενός ενδεχόμενου ελληνοτουρκικού πολέμου;

Ισχύει απόλυτα στην περίπτωση αυτή ότι «η σιωπή (και το στρογγύλεμα) είναι συνενοχή». Και η ερμηνεία αυτής της σιωπής δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική. Η ηγεσία του ΚΚΕ δεν θέλει να είναι απέναντι στην αστική τάξη στο πιο σοβαρό για αυτήν την τάξη ζήτημά της: τον ανταγωνισμό της με την αντίστοιχη της Τουρκίας, τον διαγκωνισμό τους έναντι των κοινών προστατών τους (ΗΠΑ, ΝΑΤΟ) για τους ρόλους και τα προνόμια που οι δύο αστικές τάξεις θα έχουν στην περιοχή.

Όμως, κάτω από το βάρος αυτής της σιωπής-συναίνεσης, δεν μπορεί να αναπτυχθεί η αναγκαία σήμερα πολιτική πάλη για να αποκρούεται ο εθνικισμός-σοβινισμός, για να αναπτύσσεται λαϊκό κίνημα ενάντια στην απειλή ελληνοτουρκικού πολέμου, τους αστικούς τυχοδιωκτισμούς, την ιμπεριαλιστική επικυριαρχία και παρουσία, που είναι οι παράγοντες που αναπαράγουν και οξύνουν τον κίνδυνο αυτό. Και με αυτό το δεδομένο, δεν έχουν και καμιά αξία τα «διαγράμματα του μέλλοντος» για το πώς από τον πόλεμο θα έρθει η «εργατική εξουσία». ‘Η πιο σωστά, η μόνη τους αξία είναι να αποφεύγει μέσω αυτών η ηγεσία του ΚΚΕ την πολιτική τοποθέτηση και κατεύθυνση πάλης μέσα στον λαό, που σήμερα απαιτείται.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η βάση των αδιεξόδων της ιδεολογικοπολιτικής ταυτότητας του ΚΚΕ βρίσκεται, όπως και εισαγωγικά αναφέραμε, στη ρεβιζιονιστική στροφή του 1956, με τα ιδεολογικά και θεωρητικά χαρακτηριστικά της οποίας συγκροτήθηκε το κόμμα που σήμερα υπάρχει. Βεβαίως, στις δεκαετίες που πέρασαν από τότε, μια σειρά εξελίξεις (και ιδιαίτερα αυτές του 1989-91) επέδρασαν καθοριστικά στη διαμόρφωση των ιδιοτυπιών του, οι οποίες και εξελίσσονται παράγοντας διαρκώς αντιφάσεις κάτω από την επίδραση της ταξικής πάλης και των ζητημάτων που αυτή θέτει. Ωστόσο, οι προσαρμογές που γίνονται όλα αυτά τα χρόνια αυτό που δεν αναιρούν είναι τη ρεβιζιονιστική θεωρητική βάση και τον ρεφορμιστικό χαραχτήρα του κόμματος αυτού.

Από αυτή την άποψη, είναι για μας αδιέξοδη η αναζήτηση των υποτιθέμενων «θετικών κατευθύνσεων» που είχε το κόμμα αυτό σε κάποια προηγούμενη φάση αυτής της διαδρομής του, όπως π.χ. αναφέρεται από κάποιους το 15ο Συνέδριό του. Για παράδειγμα, η θέση του για την Ελλάδα ως εξαρτημένη χώρα, την περίοδο του σοσιαλιμπεριαλισμού, μόνο «αντιιμπεριαλιστική» δεν ήταν! Γιατί «απαντούσε» στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση της χώρας με την πρόταση πρόσδεσής της στο πάλαι ποτέ σύμφωνο της Βαρσοβίας και στην ΚΟΜΕΚΟΝ, δηλαδή με την πρόταση -προς την αστική τάξη- για αλλαγή προστάτη. Ανάλογα, η θέση για το κράτος-πεδίο της ταξικής πάλης (που επαναλαμβάνεται και στη θέση 2 για το 20ο Συνέδριο), μια θέση βαθιά ρεφορμιστική, έχει την καταγωγή της στις ίδιες ρίζες.

Το σημερινό λοιπόν ιδεολογικοπολιτικό «σώμα» του ΚΚΕ, στο οποίο αθροίζονται οι θεωρητικές-ιδεολογικές βάσεις και οι ακροβασίες που προσθαφαιρεί σε αυτές κατά καιρούς η ηγεσία του, ανήκει στον κύκλο του κομμουνιστικού κινήματος που ηττήθηκε, εκφυλίστηκε ή και ακόμα μετατράπηκε στο αντίθετό του. Τέτοια παραδείγματα δυνάμεων που δρουν ή έδρασαν ακόμα και ως κυβερνητικές στην υπηρεσία της αστική τάξης και της αντίδρασης φιγουράρουν αρκετά ανάμεσα «στα 102 κομμουνιστικά κόμματα» που χαιρέτησαν το 20ο Συνέδριο του ΚΚΕ.

Το κομμουνιστικό επαναστατικό κίνημα που απαιτεί η εποχή μας, δεν μπορεί βέβαια να συγκροτηθεί «στη βάση του 1956» και στις όποιες αναπροσαρμογές της σαν αυτές που επιχειρεί η ηγεσία του ΚΚΕ. Θα συγκροτηθεί στον αντίποδα αυτής της βάσης και της κληρονομιάς και αξιοποιώντας επαναστατικά το φορτίο και τις κατακτήσεις των επαναστάσεων του 20ου αιώνα αλλά και την υποχώρηση και την ήττα τους! Και οπωσδήποτε θα συγκροτηθεί διαλεκτικά με την υπόθεση της πάλης και της ανασυγκρότησης εκ νέου της εργατικής τάξης σε τάξη για τον εαυτό της. Γιατί προφανώς δεν μπορεί να υπάρχει –και μάλιστα «ατσαλωμένο»- το Κόμμα της τάξης αλλά οι ίδιοι οι εργάτες και μαζί τους ο λαός να μην πρωταγωνιστούν, ή έστω να μην αποτελούν σημαντικό παράγοντα, στο πεδίο της ταξικής και πολιτικής πάλης.

Αναζήτηση

Κατηγορίες