του Μανόλη Αρκολάκη

Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια με την εμβάθυνση της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης την έχει φέρει, σε σημαντικό βαθμό, στο κέντρο των εξελίξεων σε σχέση με τις διεργασίες σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Καταδεικνύονται με αρκετά εμφανή τρόπο οι προθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος για το πώς προσπαθεί να υπερβεί την ενδογενή κρίση του πριν αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να καταλήξει στην πολεμική διέξοδο. Η κρίση λοιπόν που ταλανίζει την ελληνική κοινωνία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του γενικότερου προβλήματος και δεν περιορίζεται σε τοπικές ιδιαιτερότητες, για παράδειγμα, δημοσιονομικού χρέους και αναδιάρθρωσης.

Θα προσπαθήσω λοιπόν παρακάτω να θίξω, αρκετά συνοπτικά, τη σύνδεση της ελληνικής περίπτωσης με τα γενικότερα χαρακτηριστικά της διεθνούς κατάστασης στο πλαίσιο των εξαρτησιακών σχέσεων της ελληνικής αστικής τάξης και την επιτακτική αναγκαιότητα για το κίνημα να βρει τους τρόπους να αναχαιτίσει την ολοκληρωτική επίθεση που δέχονται οι λαϊκές μάζες. Δηλαδή, πώς μπαίνουν οι στόχοι και τα καθήκοντα για το κίνημα σε περίοδο που, για άλλη μια φορά, γίνεται εμφανέστατο ότι διανύουμε την ιστορική φάση του ιμπεριαλισμού και των προλεταριακών επαναστάσεων σε συνθήκες όμως αποσυγκρότησης της εργατικής τάξης και αναγκαίας ανασύνθεσης του κομμουνιστικού κινήματος.

Ο ιμπεριαλισμός σε συνθήκες κρίσης
Οι αστοί πολιτικοί και οικονομολόγοι προτιμούν να αναφέρονται στη μικρή χρονική διάρκεια της έξαρσης των κρίσεων, προσπαθώντας έτσι να υποβαθμίσουν τη συνέχεια των προβλημάτων του συστήματος και να τα παρουσιάσουν σαν τυχαία, προσωρινά και αναπόφευκτα γεγονότα που όχι μόνο δεν αποκαλύπτουν τη δομική δυσλειτουργία και τον παραλογισμό του καπιταλισμού αλλά απεναντίας υποτίθεται ότι φρεσκάρουν και υποβοηθούν στην παραπέρα ανάπτυξή του. Όποιος όμως θέλει να κατανοήσει τις εξελίξεις πρέπει να καθορίσει μία ιεραρχία δυνάμεων, ρευμάτων, ιδιαίτερων κινήσεων έτσι ώστε να μπορεί να διακρίνει ανάμεσα σε μακρόχρονες κινήσεις και βραχείες ωθήσεις, κοιτώντας αυτές από κει που ξεπηδάνε και τις άλλες μέσα στην τροχιά ενός χρόνου απόμακρου. Στην προκειμένη περίπτωση, η μακρά διάρκεια μας βοηθάει να εξετάσουμε τα φαινόμενα των κρίσεων στον καπιταλισμό σε βάθος χρόνου σε συνδυασμό με τις πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες.
Σύμφωνα με αυτόν τον τρόπο προσέγγισης, μπορούμε να προχωρήσουμε στην περιοδολόγηση ολόκληρης της καπιταλιστικής περιόδου με βάση τους συστημικούς κύκλους συσσώρευσης.
Πολύ συνοπτικά, από την πρώτη εμφάνιση των καπιταλιστικών σχέσεων στις ιταλικές πόλεις κατά το 13ο αιώνα, μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερις μεγάλες περιόδους όπου στο τέλος της κάθε μιας η κυρίαρχη κάθε φορά καπιταλιστική δύναμη, φτάνοντας στα όρια της ανάπτυξης στρέφεται από το εμπόριο στις τραπεζικές συναλλαγές επενδύοντας τα συσσωρευμένα κεφάλαια στην οικονομία της χώρας που θα παίξει ηγεμονικό ρόλο στην επόμενη περίοδο. Πρόκειται για τη Γένοβα, την Ολλανδία, τη Βρετανία και τις ΗΠΑ με καθοριστικό χαρακτηριστικό κάθε φορά την αύξηση σε όλα τα μεγέθη -γεωγραφικά, πολιτικά, οικονομικά. Εκτός από τις ποιοτικές διαφορές και την περιπλοκότητα που αποκτά η διαδικασία της συσσώρευσης σε κάθε κύκλο, θα πρέπει να επισημανθεί επίσης η μείωση του χρονικού διαστήματος για κάθε νεότερο κύκλο.
Εκεί που θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή είναι στις αναλογίες που παρατηρούμε στους κύκλους έντασης των οικονομικών κρίσεων και έκρηξης επαναστάσεων καθώς και της έξαρσης των πολεμικών συρράξεων σε ευρωπαϊκό και κατ’ επέκταση σε παγκόσμιο επίπεδο. Από τα μέσα του 16ου αιώνα γίνονται εμφανή τα σημάδια κρίσης στις ευρωπαϊκές οικονομίες για να φτάσουμε στη Γενική Κρίση του 17ου αιώνα η οποία συμπίπτει με τις πρώτες αστικές επαναστάσεις (Ολλανδία, Αγγλία) και τον πρώτο πανευρωπαϊκό πόλεμο που θα λήξει το 1648. Η δεύτερη περίοδος θα ολοκληρωθεί με την αστική επανάσταση στη Γαλλία, την πρώτη βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία και τους ευρωπαϊκούς πολέμους (1792-1815). Στην τρίτη περίοδο, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής διαμορφώνεται πλήρως σε συνάρτηση με τη δεύτερη βιομηχανική επανάσταση και την πρώτη γενικευμένη κρίση της βιομηχανικής εποχής (1873-1896) και συνοδεύεται από δύο παγκόσμιους πολέμους, την Οκτωβριανή Επανάσταση και ενδιάμεσα από τη μεγαλύτερη κρίση που είχε γνωρίσει μέχρι τότε ο καπιταλισμός. Για να φτάσουμε σήμερα, στη διάρκεια της τέταρτης περιόδου και σε λιγότερο πια από 100 χρόνια, σε μια παγκόσμια κρίση που ουσιαστικά είναι σφοδρότερη και βαθύτερη από την κρίση του 1929, άρα και οι εκτιμήσεις για πολεμική διέξοδο και επαναστατικές εκρήξεις θα πρέπει μάλλον να είναι ανάλογες.
Στην παραπάνω ιστορική προσέγγιση είναι μάλλον φανερό ότι η μακρά περίοδος της καπιταλιστικής ανάπτυξης εκλαμβάνεται ως ενιαίο συνεχές σύνολο στο οποίο οι διάφοροι περιοδικοί κύκλοι παρουσιάζουν ομοιότητες και διαφορές. Είναι αυτές οι ποιοτικές διαφορές που συναντάμε πλέον με τη μετάβαση στην ιμπεριαλιστική φάση, δηλαδή με τη διαμόρφωση του μονοπωλιακού καπιταλισμού και την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου. Σε συνδυασμό με τα ενδογενή χαρακτηριστικά του καπιταλισμού, η μεταπολεμική περίοδος του λεγόμενου κεϋνσιανισμού σχετικά σύντομα έδειξε τις μόνιμες παθογένειες του συστήματος. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 άρχισε να γίνεται εμφανής η τάση πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους και τα πρώτα μέτρα αντιμετώπισης από τη μεριά των ΗΠΑ άρχισαν να λαμβάνονται από το 1968 με χαρακτηριστικό παράδειγμα την κατάργηση των σταθερών ισοτιμιών το 1971. Η επακόλουθη όμως κρίση του 1973 έθεσε επιτακτικά το ζήτημα της αναδιάρθρωσης και της επίθεσης στον ταξικό εχθρό, δηλαδή την επαναφορά στην υψηλή κερδοφορία μέσω της άμεσης υφαρπαγής μεγαλύτερου μέρους από την παραγόμενη υπεραξία από την εργατική τάξη. Αν η Χιλή του 1973 υπήρξε το πρώτο περιφερειακό πείραμα εφαρμογής του λεγόμενου νεοφιλελευθερισμού, η ουσιαστική επίθεση και αναδιάρθρωση ξεκίνησε από το ίδιο το εσωτερικό του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού το 1975 με σκοπό τη μείωση των μισθών, τη αποσάθρωση του κοινωνικού κράτους και την αποδυνάμωση του συνδικαλιστικού κινήματος. Μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί ορόσημο της ταξικής επίθεσης για την αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης πριν ακόμη εμφανιστεί στη συνολική της μορφή η πολιτική του μονεταρισμού στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της επόμενης.
Δεν θα υπεισέλθω καθόλου στα βασικά χαρακτηριστικά της τελευταίας αυτής περιόδου, στη διάρκεια της οποίας η κρίση που ξεκίνησε το 1973 συνεχίζεται με εξάρσεις παγκόσμιες και περιφερειακές, επιβεβαιώνοντας τον Ένγκελς που σ’ ένα από τα τελευταία του κείμενα είχε εκτιμήσει ότι ο καπιταλισμός οδεύει σε κατάσταση μόνιμης κρίσης, αφού υπάρχει η ολοκληρωμένη και αναλυτική παρουσίαση στο βιβλίο του σ. Δημήτρη Μάνου, Έγκατα και εδάφη της κρίσης. Θα ήθελα μόνο να κλείσω αυτό το κεφάλαιο με μερικές μόνο επισημάνσεις και σημεία παραπέρα προβληματισμού.
Έχει ιδιαίτερη σημασία πώς πραγματικά ερμηνεύουμε τα συγκεκριμένα φαινόμενα που οδήγησαν στο σπάσιμο της τελευταίας χρηματιστηριακής φούσκας και τις απέλπιδες προσπάθειες υπέρβασης των συνεπειών της κρίσης. Η ενδελεχής ενασχόληση και ανάλυση θα βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα και βαθύτερα τις διεργασίες που συντελούνται στο εσωτερικό της ιμπεριαλιστικής δομής του κεφαλαίου πέρα από τα γεωπολιτικά τεκταινόμενα που δυστυχώς πολλές φορές μας επιτρέπουν απλώς να παρακολουθούμε τις εξελίξεις με αρκετό το στοιχείο της ασάφειας λόγω της μόνιμης ρευστότητας των εξελίξεων. Ο βαθμός πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους εκφράζει μία περισσότερο βασική ιστορική εξέλιξη, την τάση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, δηλαδή της σχέσης σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου να αυξάνεται. Στην ουσία όμως η πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους δεν είναι αποτέλεσμα τεχνολογικών παραγόντων, συνδικαλιστικής πίεσης των εργαζομένων ή πολιτικού ελέγχου αλλά αποτέλεσμα του διεθνούς ανταγωνισμού και της ανισόμετρης ανάπτυξης. Πρόκειται δηλαδή γι’ αυτό που έχουμε τονίσει επανειλημμένως σε κείμενα της οργάνωσής μας ότι το ζήτημα των αγορών αποτελεί κεντρικό σημείο στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Οι παράμετροι όμως αυτής της θέσης μας οδηγούν σε ζητήματα, όχι καινούρια αλλά πάντοτε επίκαιρα που απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση στις συγκεκριμένες σημερινές συνθήκες, όπως η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου, η συσσώρευση, η υπερσυσσώρευση, η ζωτική ανάγκη του καπιταλισμού για περιφερειακές αγορές όχι μόνο για τη διάθεση των παραγόμενων προϊόντων αλλά για την άμεση καταλήστευση διατηρώντας τις χώρες αυτές σε μόνιμη κατάσταση εξαθλίωσης και ύφεσης.
Παρατηρούμε λοιπόν ότι το ιμπεριαλιστικό σύστημα προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της κρίσης με νέα συσσώρευση, άλλη μία ένδειξη ότι πρόκειται για δομική κρίση αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Είναι φυσικά θέμα προς διερεύνηση αν πρόκειται για φαινόμενο πρωταρχικής συσσώρευσης ή νέου είδους συσσώρευση όπως αποκαλείται συσσώρευση μέσω της αποστέρησης. Υπάρχει όμως ισχυρή επιχειρηματολογία ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να λειτουργήσει και να προχωρήσει στη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου χωρίς να καταλήγει κατά διαστήματα σε διαδικασία πρωταρχικής συσσώρευσης. Δηλαδή, η πρωταρχική συσσώρευση δεν εμφανίζεται μόνο στα πρώτα στάδια της καπιταλιστικής επέκτασης αλλά πρόκειται για δομικό χαρακτηριστικό του. Αυτό όμως που παρατηρούμε στη συγκεκριμένη σημερινή συγκυρία είναι ότι η προσπάθεια αυτή γίνεται σήμερα μέσω της άμεσης καταλήστευσης των εργαζόμενων μαζών τόσο στα ιμπεριαλιστικά κέντρα όσο και στις εξαρτημένες χώρες. Έχουμε δηλαδή ένταση της εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας χωρίς να διαφαίνεται η προοπτική αύξησης των κερδών μέσω της σχετικής υπεραξίας. Όπως όμως έχει δείξει ο Μαρξ, σε τέτοια περίπτωση το σύστημα, αργά ή γρήγορα οδηγείται σε αδιέξοδο. Άρα τα σημερινά δομικά προβλήματα του συστήματος, δεν φαίνεται να βρίσκουν τρόπο επίλυσης παρά μόνο μέσω της έντασης της ταξικής επίθεσης και του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, έχοντας αφήσει πίσω ανεπιστρεπτί τις πιθανότητες συμβιβασμού των διαφόρων εμπλεκόμενων πλευρών. Αυτό σημαίνει ότι οι στόχοι και τα καθήκοντα του κινήματος θα πρέπει να αναπροσαρμοστούν ανάλογα με τη συγκεκριμένη συγκυρία, η οποία είναι επακόλουθο της προηγούμενης κατάστασης από την οποία όμως διαφέρει πια τόσο πολύ.

Σχέσεις εξάρτησης
Στο παραπάνω διεθνές πλαίσιο η ελληνική αστική τάξη ένιωσε άμεσα τις συνέπειες της κρίσης αφού βρέθηκε να συνθλίβεται από τους χρόνιους εξαρτησιακούς δεσμούς λόγω των συγκεκριμένων επιλογών της σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση από τη μία πλευρά και τη Βορειοατλαντική Συμμαχία από την άλλη. Η έξαρση της κρίσης δεν στάθηκε αφορμή μόνο για την περαιτέρω καταλήστευση και εξαθλίωση των εργαζόμενων μαζών αλλά ανέδειξε στην πράξη την ιμπεριαλιστική πολιτική υφαρπαγής του πλούτου μιας εξαρτημένης χώρας σαν διέξοδο στα δομικά προβλήματα του συστήματος. Έχουμε λοιπόν εμβάθυνση της εξάρτησης σε βαθμό που να αμφισβητούνται μέχρι και βασικά κυριαρχικά δικαιώματα της αστικής τάξης στους μηχανισμούς του ελληνικού κράτους. Μία παράμετρος αυτής της διαδικασίας ήταν η επιδείνωση των σχέσεων της μεγαλοαστικής τάξης με μεσοστρώματα, τα οποία σε συνδυασμό με τις οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης ένιωσαν να απονομιμοποιείται στο εσωτερικό της χώρας η κυριαρχία με βάση το ενοποιητικό πλαίσιο της εθνικής ταυτότητας, με επακόλουθο την έξαρση των συζητήσεων για καταρράκωση της κυριαρχικής υπόστασης του ελληνικού κράτους και το ουσιαστικό πέρασμα σε καθεστώς υποδούλωσης και κατοχής.
Σύμφωνα με τις πολιτικές αναλύσεις του ΚΚΕ(μ-λ), η Ελλάδα είναι μια εξαρτημένη χώρα από τη στιγμή κιόλας της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας της, κι αυτή η σχέση εξάρτησης δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από την ελληνική αστική τάξη. Η ελληνική περίπτωση υπήρξε ιδιαιτερότητα στην περίοδο του 19ου αιώνα, αφού οι δεσμοί εξάρτησης στήθηκαν από το μηδέν όχι τόσο με τα δάνεια της επανάστασης όσο με την επιβολή από τις τότε μεγάλες δυνάμεις ανεξάρτητου αστικού κράτους μετά τη στρατιωτική ήττα του απελευθερωτικού αγώνα. Παρεμπιπτόντως, δεν πρέπει να συγχέουμε την ελληνική περίπτωση με τα νέα ανεξάρτητα κράτη που εμφανίστηκαν την ίδια περίοδο στη Λατινική Αμερική, πρώην αποικίες με συγκεχυμένο το εθνικό ιδεολογικό πλαίσιο για τις αντίστοιχες άρχουσες τάξεις. Παρά τις περιπλοκές και τις διαπλεκόμενες σχέσεις εξάρτησης με τις εκάστοτε μεγάλες δυνάμεις, παρά τη διαφορετική φύση εξάρτησης πριν και μετά το πέρασμα στην εποχή του ιμπεριαλισμού, η ελληνική αστική τάξη έμαθε να ζει, να επιβιώνει και να διαιωνίζει τη δική της εκμετάλλευση του ελληνικού λαού μέσα σ” αυτό το εξαρτησιακό πλέγμα. Η μόνη φορά που στην ιστορία του νεοελληνικού κράτους κυριάρχησε η σχέση υποδούλωσης ήταν στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, γι αυτό και το πολιτικό προσωπικό της αστικής τάξης διασπάστηκε τόσο έντονα με την κυβέρνηση Τσολάκογλου και την κυβέρνηση Τσουδερού, με τα Τάγματα Ασφαλείας και τις αντάρτικες ομάδες που στήριζαν οι Βρετανοί. Ενώ δεν ήταν λίγα τα μέλη της αστικής τάξης που συσπειρώθηκαν στο εθνικοαπελευθερωτικό πρόγραμμα του ΕΑΜ.
Σήμερα λοιπόν λόγω της εμβάθυνσης της εξάρτησης πληθαίνουν οι περιπτώσεις όπου οι δύο έννοιες εξάρτηση και υποδούλωση θεωρούνται συνώνυμες ή ακόμη χειρότερα παρατηρούμε την αντικατάσταση της εξάρτησης με την υποδούλωση. Η εξάρτηση όμως είναι μια περίπλοκη διαλεκτική σχέση ανάμεσα σε αστικές τάξεις, εκφράζεται πολυεπίπεδα (πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά) και χαρακτηρίζεται φυσικά από θέσεις, αντιθέσεις και συνθέσεις. Εάν λοιπόν η εξάρτηση είναι μια αντιθετική σχέση, η υποδούλωση είναι ένα αντιθετικό δίπολο: υποδούλωση – ανεξαρτησία, δεν μπορούμε να έχουμε ολίγην από υποδούλωση. Μια χώρα στον καπιταλισμό μπορεί να είναι ή υπόδουλη ή ανεξάρτητη, ενώ υποτελείς χώρες έχουμε σε προκαπιταλιστικές κοινωνίες. Παρεμπιπτόντως, δεν θα ήθελα να ασχοληθώ με την έννοια της υποτέλειας τη στιγμή που είναι εμφανέστατη η δυσκολία όσων την χρησιμοποιούν να την ορίσουν σε διάκριση από την εξάρτηση ή την υποδούλωση. Η περίπτωση επίσης όπου η υποτέλεια εκλαμβάνεται σαν το ανώτερο στάδιο της εξάρτησης, κι αυτό το έχουμε δει, δεν είναι παρά μια ανοησία. Θεωρώ λοιπόν ότι η χρήση του όρου υποτέλεια, όπως και η άλλη τρομερή έκφραση «επιστροφή στο μεσαίωνα», παίζουν το ρόλο της έμφασης και του τονισμού της χειροτέρευσης των κοινωνικών συνθηκών χωρίς παραπέρα ουσιαστικό περιεχόμενο. Στον καπιταλισμό, μια χώρα μπορεί να είναι κρατικά ανεξάρτητη αλλά συγχρόνως να είναι και εξαρτημένη είτε από μια ισχυρή καπιταλιστική είτε -στο στάδιο πλέον του ιμπεριαλισμού- από μια ιμπεριαλιστική χώρα. Όπως και οι εργασιακές σχέσεις επιστρέφουν στο εφιαλτικό επίπεδο του 19ου αιώνα και όχι σε συνθήκες προκαπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.
Για να ολοκληρώσω στο συγκεκριμένο θέμα. Αντί για το πλαίσιο της υποδούλωσης και της μετατροπής σε νεο-αποικία, άλλος ένας προβληματικός όρος, ειδικά για την περίπτωση της Ελλάδας που δεν υπήρξε ποτέ αποικία- είναι καλύτερα να παραμείνουμε στο εννοιολογικό πλαίσιο της εξάρτησης, σύμφωνα με το οποίο ναι μεν οξύνονται οι αντιθέσεις μέσα στον ίδιο τον πυρήνα της ευρωζώνης, η εμβάθυνση όμως της εξάρτησης και η ανοικτή επέμβαση οξύνουν την αντιθετική σχέση της ελληνικής αστικής τάξης με τους ιμπεριαλιστές. Δηλαδή οι συνεχείς υποχωρήσεις του πολιτικού κατεστημένου εντείνουν την κρίση στο εσωτερικό του, αποδυναμώνουν την ικανότητά του να προβάλει την κυριαρχία του στη βάση ενός κοινωνικού συμβολαίου που απαιτούν οι δομές της αστικής δημοκρατίας, διαρρηγνύοντας δηλαδή τις αναγκαίες σχέσεις με τα μεσοστρώματα με ενδεχόμενο βέβαια απρόβλεπτες εξελίξεις.

Βία και κατάσταση εξαίρεσης
Ανατρέχοντας στην περίοδο από το 1975 και μετά, παρατηρούμε ότι για την εφαρμογή και την επίτευξη των στόχων της αναδιάρθρωσης και της επίθεσης στις εργαζόμενες μάζες, οι δυνάμεις του συστήματος προχώρησαν σταδιακά στην οικοδόμηση μιας κοινωνίας επιτήρησης και ελέγχου, στο όνομα υποτίθεται της υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας από τον κομμουνιστικό κίνδυνο μέχρι το 1993 και ύστερα από την τρομοκρατία. Σήμερα πλέον οι δύο περιπτώσεις συνδυάζονται με την ένταση της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας και την ταύτιση της κομμουνιστικής ιδεολογίας με οποιαδήποτε πρακτική που εκλαμβάνεται ως επικίνδυνη για τη διαιώνιση των σχέσεων κυριαρχίας. Η έξαρση της κρίσης και η επιβολή σκληρών αντιλαϊκών μέτρων, υποχρεώνει τις δυνάμεις του συστήματος να καταφεύγουν στην ανοικτή βία και στην ουσιαστική ακύρωση παραδοσιακών αστικοδημοκρατικών ελευθεριών, γεγονός που αποτελεί σοβαρή αντίφαση με το γενικότερο θεσμικό πλαίσιο και προκαλεί τριγμούς στη συναίνεση και την αποδοχή της υπάρχουσας κυριαρχίας.
Στην ελληνική περίπτωση, παρατηρούμε ότι η ένταση της ταξικής σύγκρουσης από την πλευρά της αστικής τάξης συνοδεύεται από την καταρράκωση των κοινοβουλευτικών θεσμών και την ενίσχυση του κατασταλτικού πλαισίου. Για την εφαρμογή και την υλοποίηση των αντιλαϊκών μέτρων απαιτείται πλέον η έξαρση της κρατικής βίας με την αντίστοιχη ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών και τη θεσμοποίηση της δράσης τους σε συνδυασμό με τον εκφασισμό της καθημερινότητας, τη θεσμοποίηση μέτρων έκτακτης ανάγκης, δηλαδή, δημιουργία του κατάλληλου κλίματος ώστε, εάν χρειαστεί, να επιβληθεί «καθεστώς εξαίρεσης» με επίφαση αστικοδημοκρατικής νομιμότητας. Προς αυτήν την κατεύθυνση εντάσσονται, για παράδειγμα, οι αδύναμες κυβερνήσεις συνεργασίας με καθοριστικό το ρόλο των τεχνοκρατών. Φαινόμενο που καλλιεργείται εδώ και καιρό σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά στην περίπτωση της Ελλάδας δοκιμάζεται σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής κρίσης.
Από την άλλη πλευρά, η άνοδος του φασισμού σε υπολογίσιμη πολιτική δύναμη, για την ώρα πρέπει να εκτιμηθεί ως συμπληρωματική εναλλακτική κατεύθυνση που συντηρείται κυρίως ως εφεδρεία και αντίβαρο στη διογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια. Περισσότερο προέχει αυτή τη στιγμή η προετοιμασία και οι τρόποι αντίδρασης των λαϊκών μαζών στην επέκταση της κρατικής καταστολής στους δρόμους, στις γειτονιές και στους χώρους εργασίας. Απαιτείται πλέον από τις οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς να αναπροσαρμόσουν τη διάταξη και τη στάση τους ώστε να μπορούν να προστατέψουν όσο είναι δυνατόν τη δική τους οργανωμένη δράση και πολύ περισσότερο να εκτιμήσουν έγκαιρα τα χαρακτηριστικά των επερχόμενων λαϊκών αγώνων.

Διαστρωμάτωση και ταξική συγκρότηση
Σύμφωνα με τα παραπάνω, σε συνθήκες κρίσης έχουμε όξυνση της ταξικής πάλης με την αστική τάξη όμως να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων και να διεξάγει ολομέτωπη επίθεση σε ολόκληρο το κοινωνικό φάσμα. Μια τέτοια επίθεση δεν υποχρεώνει μόνο το βασικό αντίπαλο, την εργατική τάξη και τους εργαζόμενους σε αναδίπλωση, αλλά διαρρηγνύει και τους παραδοσιακούς δεσμούς με τα διάφορα μεσοστρώματα που στήριξαν όλα αυτά τα χρόνια τις πολιτικές επιλογές της άρχουσας τάξης. Αυτό σημαίνει ότι στη σημερινή φάση οι μορφές και το εύρος της αντίστασης αποκτούν παλλαϊκά χαρακτηριστικά καταδεικνύοντας την περιπλοκότητα και την ποικιλία των αγώνων και των αντιδράσεων των λαϊκών στρωμάτων, όπως παρατηρήσαμε στο διάστημα των τελευταίων χρόνων. Αν από τη μία πλευρά είχαμε τις απεργιακές κινητοποιήσεις, από την άλλη οι πλατείες, οι κινητοποιήσεις για τα διόδια, τα εισιτήρια και τα χαράτσια εμπεριείχαν αυτό το παλλαϊκό στοιχείο όπου τα μεσοστρώματα εκφράστηκαν δυναμικότερα. Τα γεγονότα αυτά έθεσαν αναγκαστικά ξανά το θέμα των συμμαχιών και τον πρωτοπόρο ρόλο μέσα στο λαϊκό κίνημα.
Σε γενική και απροσδιόριστη προσέγγιση, ο λαός παραμένει μια άμορφη μάζα η οποία μπορεί να πάρει χαρακτηριστικά «πλήθους» ως κοινωνία των πολιτών ή να αποκτήσει κινηματική ποιότητα όταν η πρωτοβουλία ανήκει στο υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής. Στην πρώτη περίπτωση, όπου κυριαρχεί η απολίτικη φρασεολογία, η πολιτική πρωτοβουλία ανήκει είτε στην αστική τάξη είτε στις δυνάμεις του ρεφορμισμού. Οι μεν δυνάμεις του συστήματος προσπαθούν να ξαναστήσουν τους δεσμούς, πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης πολιτικής, για παράδειγμα, οι ιδιωτικοποιήσεις και η εμπορευματοποίηση του διαλυμένου κοινωνικού κράτους που εμφανίζεται σαν αλληλεγγύη-φιλανθρωπία μέσω των ΜΚΟ και των δημοτικών προγραμμάτων ενώ συγχρόνως κατοχυρώνονται οι άθλιες εργασιακές σχέσεις. Στο ίδιο ουσιαστικά πνεύμα κινείται και ο ρεφορμισμός με το ΣΥΡΙΖΑ να θέλει να εγκλωβίσει το διαμορφούμενο κίνημα στο στενό πλαίσιο της «δημόσιας σφαίρας» και με την αυτονομία να προσπαθεί να δημιουργήσει παράλληλους αυτοθεσμούς οι οποίοι στην πραγματικότητα συμβάλλουν στην ανασυγκρότηση και διαιώνιση του μικροαστισμού μέσα στα πιο ριζοσπαστικά τμήματα αυτού του κινήματος. Συγχρόνως όμως έχουμε και τις περιπτώσεις όπου η όξυνση των αντιθέσεων επιτρέπει τη ριζοσπαστικοποίηση και τη δυναμική αγωνιστική εξέλιξη (Κερατέα, Χαλκιδική κ.λπ.) δείχνοντας ότι η κινηματική παρέμβαση σε χώρους λαϊκής συνεύρεσης, όπως είναι οι γειτονιές, απαιτεί επεξεργασμένη πολιτική γραμμή δράσης η οποία θα επιδιώκει την πλατύτερη δυνατή συσπείρωση ενώ συγχρόνως θα δίνει συγκεκριμένη αγωνιστική διέξοδος. Τίθεται δηλαδή ξανά το ζήτημα ποιες είναι οι κατάλληλες οργανωτικές δομές παρέμβασης (σχήματα, επιτροπές κ.λπ.) και πώς δρούμε μέσα στο ποικίλο υπάρχον φάσμα (σύλλογοι, σωματεία κ.λπ.) καθώς και στις αναδυόμενες νέες μορφές (ανοικτές συνελεύσεις).
Ανάλογα στους εργασιακούς χώρους, η απαξίωση των ρεφορμιστικών ηγεσιών του συνδικαλιστικού κινήματος έχει δημιουργήσει ένα κενό εκπροσώπησης το οποίο προσπαθούν να καλύψουν κυρίως οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, ανακυκλώνοντας ουσιαστικά τις υπάρχουσες δομές. Είδαμε όμως ότι σε στιγμές έξαρσης των αγώνων εμφανίστηκαν πρωτόλεια κύτταρα νέων οργανωτικών δομών του εργατικού κινήματος (επιτροπές αγώνα, καταλήψεις) που δείχνουν όχι απλώς την αναγκαιότητα των ανεξάρτητων εργατικών θεσμών αλλά ότι παρά την αποσυγκρότηση του εργατικού κινήματος, οι εργαζόμενες μάζες ενστικτωδώς κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση. Γίνεται μάλλον καθαρό ότι η κατεύθυνση συγκρότησης αγωνιστικού συνδικαλιστικού κινήματος περνά κατ’ αρχήν από την προσπάθεια δημιουργίας και μαζικοποίησης των νέων αυτών εργατικών θεσμών ώστε να υπάρξει η δυνατότητα αποδυνάμωσης της ρεφορμιστικής κυριαρχίας.

Αντίσταση και άμεσοι στόχοι
Η παραπάνω συνοπτική παρουσίαση θέλει να καταδείξει την αναγκαιότητα για ανάλυση της συγκεκριμένης πολιτικής κατάστασης, για διερεύνηση των διεργασιών που συντελούνται λόγω αυτής της πολιτικής κατάστασης στον κοινωνικό ιστό, δηλαδή σχετικά με τη συμπεριφορά των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, τις σχέσεις τους και τις αλλαγές στη συγκρότησή τους. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να προσεγγίσουμε τόσο τα χαρακτηριστικά της αντίστασης, τους άμεσους στόχους και τις διεκδικήσεις όσο και τη φυσιογνωμία των μετωπικών σχημάτων που απαιτούνται για την προώθηση και υλοποίησή τους.
Το εύρος βέβαια και οι ποικιλόμορφες εκφάνσεις της αντίστασης είναι τέτοιες που να καλύπτουν από περιορισμένες συμβολικές ενέργειες, όπως είναι μια πικετοφορία μέχρι δράσεις ένοπλου αγώνα. Αυτό είναι μάλλον το βασικό της χαρακτηριστικό και όχι, όπως μας κατηγορούν, η αμυντική φύση της και η έλλειψη προοπτικής κατακτήσεων. Καθήκον του κινήματος λοιπόν είναι να προσδιοριστούν οι κατάλληλες μορφές της αντίστασης στις συγκεκριμένες συνθήκες, οι διεκδικήσεις που θέτει και οι στόχοι που θα πρέπει να υλοποιηθούν ώστε να είναι δυνατόν το πέρασμα σε ένα ανώτερο ποιοτικά επίπεδο αντίστασης και πάλης. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία ανάλυσης, επιτακτικό καθήκον στις σημερινές συγκεκριμένες συνθήκες είναι η συγκρότηση του αγώνα για δουλειά, αυξήσεις μισθών και κοινωνικές παροχές και για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι αναγκαία η πλατύτερη δυνατή κοινή δράση. Μέσα από αυτόν τον αγώνα θα αναδειχθούν τα καίρια ζητήματα της ανατροπής της κυβερνητικής πολιτικής, του αγώνα ενάντια στην εξάρτηση με την προοπτική της κοινωνικής αλλαγής.
Η σημερινή ένταση της ταξικής πάλης μας δείχνει όμως ότι οι «απλές» αυτές διεκδικήσεις δεν περιορίζουν τους αγώνες σε υποτιθέμενα επιμέρους ζητήματα αλλά τουναντίον αναδεικνύουν άμεσα το πολιτικό ζήτημα της κυριαρχίας μέσα στην κοινωνία. Γίνεται πλέον φανερή η αναγκαιότητα νέων οργανωτικών θεσμών στο εργατικό κίνημα καθώς και νέων οργανωτικών δομών σε πολιτικό επίπεδο (σχήματα, συνεργασίες κ.λπ.), ώστε να δημιουργηθούν οι όροι αλλαγής των συσχετισμών απέναντι στον ταξικό εχθρό. Διαδικασίες δηλαδή που συμβάλλουν στον απώτερο στόχο της υποκειμενοποίησης του επαναστατικού κοινωνικού παράγοντα και της ανασύνθεσης του πολιτικού υποκειμένου ώστε να μπορέσουν να παίξουν τον πρωτοπόρο ρόλο τους.

Κατηγορίες

Αναζήτηση