Η φονική πολεμική μηχανή του ΝΑΤΟ χρειάζεται επαναβεβαίωση;

Η σύνοδος του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες το καλοκαίρι που πέρασε χαρακτηρίστηκε από τη σφοδρή σύγκρουση του Τραμπ με τους ευρωπαίους συμμάχους του και ιδιαίτερα τη Μέρκελ και τον Μακρόν, από τους οποίους απαίτησε την αύξηση των αμυντικών δαπανών τους ακόμα και στο διπλάσιο ποσοστό (4% του ΑΕΠ από το 2%) από αυτό που σήμερα ισχύει για τα κράτη–μέλη του ΝΑΤΟ. Ο Τραμπ μάλιστα στη διάρκεια αυτής της συνόδου –η οποία χαρακτηρίστηκε έκτακτη για να φύγουν σύμβουλοι και παρατηρητές και να μείνουν μόνο οι αρχηγοί κρατών και από ένας σύμβουλος– απείλησε ότι, αν οι απαιτήσεις του δεν γίνουν αποδεκτές, τότε θα βγάλει τις ΗΠΑ από τη συμμαχία. Βέβαια στο τέλος της συνόδου ο Τραμπ βγήκε αισιόδοξος και δήλωσε ότι: «Τους είπα ότι θα ήμουν πολύ δυσαρεστημένος αν δεν αυξήσουν τις συνεισφορές τους σημαντικά… και οι χώρες τώρα θα αρχίσουν να τις αυξάνουν» και ταυτόχρονα επιβεβαίωσε τη δέσμευση των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ.

Σίγουρα ο Τραμπ δεν μπορεί να έχει παράπονα από τη συνεισφορά της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ (περίπου 6 δισ. ευρώ ετήσιες αμυντικές δαπάνες το 2016 σε ποσοστό 2,4% του ΑΕΠ), συγχαίροντας και τον Τσίπρα για τη στάση της κυβέρνησής του, όπως είχε κάνει και ο προκάτοχός του Μπαράκ Ομπάμα. Τα συγχαρητήρια των ηγετών της ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης προς την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ περισσεύουν σε κάθε περίσταση…

Η γενικότερη στάση της διοίκησης Τραμπ στις διεθνείς συμμαχίες και συνθήκες όπου κινείται με την αρχή «πρώτα η Αμερική» και δεν διστάζει άλλες να τις διαλύει και άλλες να τις θέτει υπό δοκιμασία, αλλά ταυτόχρονα να κάνει και εκπλήξεις, έχει δημιουργήσει σοβαρές ανησυχίες σε πολλούς παράγοντες του ιμπεριαλιστικού συστήματος σε ΗΠΑ και Ευρώπη, ιδιαίτερα. Το βασικό ερώτημα που όλοι καλούνται να απαντήσουν είναι κατά πόσο η διοίκηση Τραμπ, κινούμενη σε μια κατεύθυνση μετωπικής αντιπαράθεσης με όλους τους συμμάχους των ΗΠΑ, βάζει σε κίνδυνο τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και αδυνατίζει το μέτωπο της «Δύσης».

Στη βάση αυτή μια σειρά πολιτικοί παράγοντες (όλοι πρώην) από ΗΠΑ και Ευρώπη υπέγραψαν πρόσφατα μια «Διακήρυξη για την επαναβεβαίωση της Διατλαντικής Εταιρικής Σχέσης» η οποία δημοσιεύτηκε και στους «New York Times». Στις υπογραφές ξεχωρίζουν αυτές του πρώην αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν (κυβέρνηση Ομπάμα), της πρώην υπουργού Εξωτερικού των ΗΠΑ Μάντλιν Ολμπράιτ (κυβέρνηση Κλίντον), του πρώην πρωθυπουργού της Ιταλίας Πάολο Τζεντιλόνι, του πρώην πρωθυπουργού της Γαλλίας Μανουέλ Βαλς, του πρώην προέδρου της Εσθονίας Τόμας Ιλβς και μεταξύ των άλλων «προσωπικοτήτων» και του Α. Σαμαρά.

Στη «διακήρυξη» οι υπογράφοντες δηλώνουν «ευγνώμονες κληρονόμοι του μεταπολεμικού καθεστώτος της διατλαντικής ασφάλειας» και «αποφασισμένοι να διατηρήσουμε την ουσιαστική μας συμμαχία -και αρνούμενοι να επιτρέψουμε τις αναπόφευκτες διαφορές που προκύπτουν ακόμη και μεταξύ των στενότερων εταίρων να θέσουν σε κίνδυνο τον δεσμό μας- χρησιμοποιούμε την ευκαιρία αυτή, όταν οι βασικές υποθέσεις αμφισβητούνται και, κάποιες φορές, υποβαθμίζονται, να δεσμευτούμε ξανά στις αρχές στις οποίες βασίστηκαν τα έθνη μας…».

Και για να μη μείνουν απορίες και συγχύσεις σε ποιες «αρχές βασίστηκαν», επαναβεβαιώνουν: «τη δέσμευση για μια διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες, στην οποία τιμωρούνται οι παραβιάσεις (…) ενώ σέβονται την εθνική κυριαρχία, και υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας που διασφαλίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα». Προπαντός ο σεβασμός στην εθνική κυριαρχία και η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι κάτι που διακρίνει το ΝΑΤΟ.

Και συνεχίζουν ακάθεκτοι: «Την εμπιστοσύνη μας στο ΝΑΤΟ -το απαραίτητο προπύργιο της ειρήνης και της ασφάλειας για σχεδόν 70 χρόνια – και την εκτίμησή μας για την ανεκτίμητη στρατηγική αξία του οργανισμού για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους 28 διατλαντικούς συμμάχους του.» Εδώ φαίνεται και το στρατηγικό ζήτημα για τους συντάκτες της Διακήρυξης, που χωρίς περιστροφές αποκαλύπτουν την «ανεκτίμητη αξία» του ΝΑΤΟ για τις ΗΠΑ. Και δεν θέλουν αυτή να υποτιμηθεί ή να χαθεί.

Η διακήρυξη αυτή είναι φανερό ότι κατά βάση αποτελεί αμερικάνικη υπόθεση καθώς οι Ευρωπαίοι που υπογράφουν δεν έχουν κανένα ειδικό βάρος ούτε κύρος τόσο διεθνώς όσο και στην Ευρώπη. Επίσης δεν υπογράφει τη Διακήρυξη κανένας Γερμανός πρώην, ούτε καν δευτεροκλασάτος. Απόδειξη και αυτή των ορίων που θέτουν οι ιμπεριαλιστές στο πολιτικό τους προσωπικό σε στιγμές όξυνσης του ανταγωνισμού μεταξύ τους.

Όμως το ερώτημα παραμένει. Υπάρχει κίνδυνος να τεθεί σε δοκιμασία η δολοφονική μηχανή του ΝΑΤΟ και μάλιστα από τους ιμπεριαλιστές των ΗΠΑ;

Από γενική θεώρηση θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και οι συνασπισμοί γίνονται στη βάση των δεδομένων κάθε ιστορικής περιόδου και κυρίως καθορίζονται από τις στοχεύσεις των πιο ισχυρών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ταυτόχρονα, τόσο η ανισόμετρη ανάπτυξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού όσο και ο ανταγωνισμός για κυριαρχία ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις μπορούν να φέρουν αλλαγές και διαφοροποιήσεις στις συμμαχίες και τους συνασπισμούς. Διάλυση ιμπεριαλιστικού συνασπισμού που δεν έχει ηττηθεί είτε από τους ανταγωνιστές του είτε από την πάλη των λαών δεν μπορεί να υπάρξει καθώς θα αδυνάτιζε σημαντικά τον κάθε ιμπεριαλιστή ξεχωριστά και θα αποτελούσε γενικευμένη οπισθοχώρηση και ήττα. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να υπάρξει στη σημερινή περίοδο του παροξυσμού των ανταγωνισμών και της διαμόρφωσης συμμαχιών τόσο σε «Δύση» όσο και σε «Ανατολή», καθώς οι περιφερειακές συγκρούσεις πυκνώνουν και ο κίνδυνος μιας γενικευμένης σύγκρουσης ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές μεγαλώνει.

Ιδιαίτερα στην περίοδο των πολεμικών συγκρούσεων, είτε γενικευμένων είτε περιφερειακών, οι συμμαχίες σφίγγουν ακόμα περισσότερο καθώς από αυτή τη σύσφιξη θα καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό και η έκβαση της πολεμικής αναμέτρησης.

Η σύγκρουση του Τραμπ με τους Ευρωπαίους και ιδιαίτερα με Γερμανία και Γαλλία δεν είναι μια καινούρια υπόθεση για τις σχέσεις και τις αντιθέσεις ΗΠΑ-Ευρωπαίων μετά το ρήγμα της Δυτικής Συμμαχίας το 2003 στην επέμβαση στο Ιράκ. Η προσπάθεια αποκατάστασης του ρήγματος επί διοίκησης Ομπάμα είναι σίγουρο ότι δεν έγινε αποδεκτή σε μεγάλο μέρος της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης των ΗΠΑ και η διάθεση να τιμωρηθούν οι Ευρωπαίοι για την τότε στάση τους αλλά και για τη γενικότερη συμπεριφορά τους είναι σταθερή και εκφράζεται σήμερα από τη διοίκηση Τραμπ.

Η απαίτηση για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών με στόχο την παραπέρα ενίσχυση του ΝΑΤΟ δεν δείχνει διάθεση από τη μεριά του Τραμπ να το διαλύσει, αλλά να μετατρέψει σε «φόρου υποτελείς» τους συμμάχους του και ιδιαίτερα τους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, αποκαθιστώντας την κυριαρχία των ΗΠΑ τόσο στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ όσο και στο πλαίσιο του παγκόσμιου ανταγωνισμού.

Κατηγορίες

Αναζήτηση