Η Συμφωνία των Πρεσπών φέρνει ισχυρές αναταράξεις

Το αστικό πολιτικό σύστημα έχει μπει σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο αστάθειας καθώς πρέπει να ολοκληρωθούν όλες οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες για την επικύρωση από τη Βουλή της Συμφωνίας των Πρεσπών. Ταυτόχρονα όμως, πρέπει να αντιμετωπιστούν και από τη μεριά του ΣΥΡΙΖΑ και τα ζητήματα της κυβερνητικής πλειοψηφίας με δηλωμένη τη στάση Καμμένου για αποχώρηση από την κυβέρνηση. Πόσο θα αντέξει μία κυβέρνηση μειοψηφίας ΣΥΡΙΖΑ και λοιπών πρόθυμων συμμάχων του; Τέλος, ποια θα είναι η στάση Αμερικάνων και Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών στα πολιτικά πράγματα της χώρας με δεδομένη την απαίτησή τους για είσοδο της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ; Η επίσκεψη της Μέρκελ έρχεται να δηλώσει το άμεσο ενδιαφέρον του γερμανικού ιμπεριαλισμού για τις εξελίξεις και ταυτόχρονα να υπογραμμίσει την απαίτηση για πλήρη ευθυγράμμιση. Μόνο που για τη ντόπια κεφαλαιοκρατία και το πολιτικό της προσωπικό είναι κάτι παραπάνω από φανερό ότι δυσκολεύεται και στριμώχνεται μέσα στις συμπληγάδες του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού.

Ο Α. Τσίπρας και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ από την μία πλευρά διαλαλούν ότι η Συμφωνία των Πρεσπών ανοίγει δρόμους συνεργασίας, φιλίας και ειρήνης ανάμεσα στους δύο λαούς και από την άλλη διατυμπανίζουν σε όλους τους τόνους ότι «έχουν τους 151 ψήφους για κάθε κρίσιμη ψηφοφορία» που θα χρειαστεί στο αμέσως επόμενο διάστημα. Ταυτόχρονα, έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν σκοπεύουν να κυρώσουν τη σύμβαση με λιγότερους από 151 ψήφους, ανεξάρτητα εάν τους δίνεται μία τέτοια δυνατότητα από το Σύνταγμα, δηλαδή να κυρώσουν μία διεθνή σύμβαση με την απλή πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών. Είναι φανερό ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει απλά να κυρώσει τη Συμφωνία των Πρεσπών αλλά να δείξει με όσο το δυνατό πιο εμφατικό τρόπο τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό ότι μπορεί να διεκπεραιώνει, για το σύστημα, υποθέσεις πολύ σοβαρές με πλειοψηφικό τρόπο, έτσι ώστε να έχουν και την απαραίτητη νομιμότητα. Ταυτόχρονα, η στάση του αυτή αναγκάζει δυνάμεις όπως το «Ποτάμι» και άλλους βουλευτές, όπως αυτούς που προέρχονται από τους ΑΝΕΛ και άλλους, να «ακουμπήσουν» επάνω του και έτσι αναδεικνύεται σαν ένας από τους δύο βασικούς πυλώνες του συστήματος στη χώρα. Και σαν τέτοιος πυλώνας δείχνει την ικανότητά του να εμβολίζει προς κάθε κατεύθυνση άλλους πολιτικούς σχηματισμούς, κάτι το οποίο αποτελούσε προνόμιο, μέχρι πριν από λίγο, των αστικών κομμάτων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Ενσωματωμένη πλήρως στο αστικό πολιτικό παιχνίδι, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να μεταχειριστεί όλες τις αστικές μεθόδους διακυβέρνησης και όλα τα κοινοβουλευτικά «κόλπα» που της δίνει το αστικό πολιτικό σύστημα.

Όσον αφορά τις εξελίξεις, δεν μπορούμε να περιοριστούμε μόνο στις αναταράξεις στο ντόπιο πολιτικό προσωπικό αλλά είναι απαραίτητο να δούμε και τη στάση και των ιμπεριαλιστών και ιδιαίτερα των Αμερικάνων, που ιεραρχούν πολύ ψηλά την υπόθεση της ένταξης της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ. Είναι ο κύριος στόχος τους σε αυτή τη φάση και δευτερευόντως τους απασχολούν τα «απόνερα» αυτής της εξέλιξης, καθώς θεωρούν ότι έχουν το χρόνο να ασχοληθούν σε δεύτερο επίπεδο με αυτά. Εξάλλου, η «δράση» τους στην Βουλή της πΓΔΜ στη διάρκεια των ψηφοφοριών για το άνοιγμα της συνταγματικής αναθεώρησης αποκαλύπτει ότι οι στόχοι τους αδιαφορούν για τις αναταράξεις στο πολιτικό σκηνικό και το ντόπιο πολιτικό προσωπικό, καθώς σε πρώτο και άμεσο επίπεδο το ευθυγραμμίζουν στις απαιτήσεις τους και αυτό θεωρείται και σημαντικό και δεσμευτικό για το παραπέρα των εξελίξεων. Έτσι, είναι σίγουρο ότι όταν η «μπάλα περάσει στο γήπεδο» της Αθήνας, η παρουσία, οι παρεμβάσεις και τα μηνύματα θα ενταθούν και δεν θα αφεθεί τίποτα στην τύχη του. Εκεί θα δούμε και την ποιότητα του «αντιαμερικανισμού» της ΝΔ, που σήμερα καμώνεται ότι λέει ένα μεγάλο «όχι» στις επιδιώξεις των ιμπεριαλιστών και μάλιστα προβάλλεται και η στάση Καραμανλή – Μπακογιάννη στο Βουκουρέστι σε αντίθεση με την προθυμία των Τσίπρα – Κοτζιά να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους. Η καιροσκοπική στάση της ΝΔ δεν έχει να κάνει με την αμφισβήτηση των δεσμών της εξάρτησης, που η πολιτικής της για δεκαετίες συνέβαλε στην παραπέρα έντασή τους, αλλά αποτελεί από την μία έκφραση μερίδων της ντόπιας αστικής τάξης για αναβάθμιση του ρόλου και της θέσης τους και από την άλλη διεκδίκηση από τη ΝΔ της κυβερνητικής αρμοδιότητας για λύσεις τέτοιου επιπέδου. Παρόλα αυτά, είναι πιεσμένη από τις εξελίξεις και ιδιαίτερα από την αποδοχή του Τσίπρα από την μεριά των ιμπεριαλιστών, που διαρρέουν μέχρι και την περίπτωση υποψηφιότητας για το Νόμπελ Ειρήνης.

Από ό,τι φαίνεται από τις μέχρι σήμερα εξελίξεις, το ντόπιο πολιτικό σκηνικό υπόκειται σε μία σχετική «ρευστοποίηση» με βασικό χαρακτηριστικό τη διαλυτική κατάσταση στα μικρά κόμματα συμπολίτευσης – αντιπολίτευσης ΑΝΕΛ, ΠΟΤΑΜΙ, ΕΚ και ανεξάρτητους βουλευτές, που παίρνουν θέση είτε στο πλευρό της ΝΔ είτε του ΣΥΡΙΖΑ. Η εξέλιξη αυτή φαίνεται να αποβαίνει προς όφελος του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος φαίνεται –με τα μέχρι σήμερα δεδομένα- ότι όχι μόνο θα καταφέρει να περάσει από τη Βουλή τη Συμφωνία των Πρεσπών αλλά θα επιδιώξει και τη συνέχιση της διακυβέρνησης με νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία, απομακρύνοντας τις εκλογές όσο μπορεί σε βάθος χρόνου. Αυτή η επιδίωξη μπορεί να προκαλεί «νευρικό κλονισμό» στη ΝΔ που έχει αρχίσει τις καταγγελίες για «αποστασίες» και συναλλαγές «κάτω από το τραπέζι» αλλά στο βαθμό που οι επιδιώξεις Τσίπρα – ΣΥΡΙΖΑ έχουν τη στήριξη των ιμπεριαλιστών (Αμερικάνων και Ευρωπαίων) τότε είναι σχεδόν σίγουρο ότι η διαμόρφωση μίας νέας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που θα εξασφαλίσει συνέχιση της διακυβέρνησης δεν θα συναντήσει ανυπέρβλητα εμπόδια. Βέβαια, η συνέχιση της διακυβέρνησης Τσίπρα – ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει ακόμα πιο έντονα να ευθυγραμμιστεί με τις απαιτήσεις των ιμπεριαλιστών σε ένα πιο διευρυμένο επίπεδο, στο Κυπριακό, στη ΝΑ Μεσόγειο, στην ενίσχυση των «αξόνων» και σε ό,τι άλλο απαιτηθεί. Αυτή η επιδίωξη της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ είναι σίγουρο ότι θα εντείνει την αστάθεια καθώς θα δέχεται καθημερινά τα πυρά της ΝΔ για «ανωμαλία», «εκτροπή» και άλλα τέτοια καθώς και την απαίτηση για άμεση προσφυγή στις κάλπες. Είναι σίγουρο ότι μία τέτοια αστάθεια δεν ευνοείται ούτε από το ντόπιο κεφάλαιο ενώ ο ΣΕΒ ζητάει να μην υπάρξει παρατεταμένη προεκλογική περίοδος. Αλλά και οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, παρόλο που ο Τσίπρας ανταποκρίνεται πρόθυμα στις επιταγές τους, θα ήθελαν μεγαλύτερη πολιτική σταθερότητα καθώς έχουν σοβαρά ζητήματα ανοιχτά σε όλη την περιοχή. Πόση παράταση θα δοθεί στην κυβέρνηση Τσίπρα – ΣΥΡΙΖΑ και λοιπών, θα κριθεί το αμέσως επόμενο διάστημα αλλά είναι σχεδόν σίγουρο ότι δεν θα είναι τόση όση θα ήθελε, δηλαδή μέχρι τον Οκτώβρη. Το πιθανότερο είναι να έχει μία περίοδο ανοχής από τις δυνάμεις του συστήματος, μέσα και έξω από την χώρα, για να ψηφίσει στη Βουλή όσα μέτρα έχει ήδη προαναγγείλει.

Για τον εργαζόμενο λαό και τη νεολαία, η περίοδος αναταράξεων και αστάθειας του αστικού πολιτικού συστήματος θα μπορούσε να δυναμώσει το κίνημα αντίστασης και διεκδίκησης στα αντεργατικά – αντιλαϊκά μέτρα και ταυτόχρονα να ξεδιπλώσει ένα αντιπολεμικό – αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, απάντηση στους κινδύνους για το λαό και ενάντια στην ενίσχυση των δεσμών της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Αντί για αυτό, έχουμε την πλήρη ενσωμάτωση της αριστεράς «μας» στο κοινοβουλευτικό παιχνίδι και τον εκλογικό κρετινισμό, με αποτέλεσμα την περιθωριοποίηση του εργατικού – λαϊκού παράγοντα μέσα σε αυτές τις πυκνές και κρίσιμες εξελίξεις. Αυτή η κατάσταση δεν ενισχύει μόνο την απογοήτευση και την ηττοπάθεια – ότι δήθεν ο λαός δεν μπορεί να παρέμβει στις εξελίξεις – αλλά δίνει και τη δυνατότητα στις δυνάμεις του συστήματος μέσα και έξω από τη χώρα, να χειριστούν τις «υποθέσεις» τους κατά πώς τους συμφέρει, στρέφοντας σε όλο και πιο αντιδραστική κατεύθυνση τις εξελίξεις. Αυτή η αρνητική κατάσταση μέσα στο κίνημα δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνεται αποδεκτή σαν «αντικειμενική κανονικότητα» αλλά οφείλουν να οικοδομηθούν μέσα στο λαό και τη νεολαία οι πολιτικοί όροι της ανατροπής της.

Κατηγορίες

Αναζήτηση