Η πραγματικότητα και οι απαιτήσεις της.  Πού βρισκόμαστε. Προς τα πού πάμε

του Βασίλη Σαμαρά

Για την περίοδο που διανύουμε

Βασικό χαρακτηριστικό της περιόδου που διανύουμε, η καθολική επικράτηση των δυνάμεων του συστήματος. Μια επικράτηση που έχει τη βάση της σε αυτή καθεαυτή την ισχύ του συστήματος, αλλά που το έδαφος ανάπτυξής της συνδέεται άρρηκτα με την ήττα του εργατικού, επαναστατικού, κομμουνιστικού κινήματος. Μια επικράτηση που δίνει τη δυνατότητα στις δυνάμεις του συστήματος να προωθούν σχεδόν αδιατάρακτα την πολιτική και τις επιδιώξεις τους.

Την επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη.

Την εκστρατεία επανακατάκτησης – επαναποικιοποίησης του κόσμου από τους ιμπεριαλιστές.

Στα πλαίσια αυτά αναδείχνονται δύο βασικά δεδομένα που διαμορφώνουν δύο αντίστοιχα αντίρροπες τάσεις. Από τη μια, προκαλούν την αντίθεση των εργαζόμενων λαϊκών μαζών σ’ αυτή την πολιτική, διεγείρουν την οργή τους για τα δεινά που υφίστανται. Από την άλλη, τις συνέπειες της ήττας, την κατάσταση του κινήματος, την αδυναμία διαμόρφωσης όρων που να δίνουν τη δυνατότητα σ’ αυτή την οργή να βρίσκει δρόμους έκφρασής της και κυρίως εκείνους που έχουν ορίζοντα προοπτικής.

Έτσι και με αυτά τα δεδομένα έχουμε: Σειρά αγώνων, αλλά και συχνά ξεσπάσματα μικρότερης ή μεγαλύτερης βιαιότητας που ορισμένες φορές παίρνουν και τον χαρακτήρα εξέγερσης.

Ταυτόχρονα, και ιδιαίτερα με βάση την επέκταση της επίθεσης και στα μικρομεσαία στρώματα, έχουμε τη διαμόρφωση τάσεων που τροφοδοτούν την ανάδειξη πολιτικών ρευμάτων, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ στη χώρα μας, το κίνημα των πέντε αστέρων στην Ιταλία, οι Podemos στην Ισπανία κ.λπ. Πολιτικά ρεύματα, ωστόσο, που από τη φύση τους ούτε θέλουν ούτε και μπορούν να δώσουν πραγματική απάντηση, να οδηγήσουν σε ολοκληρωμένη διέξοδο.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, την «απάντηση» τη δίνει τελικά, είτε με τη μια είτε με την άλλη μορφή, η συνολική κυριαρχία του συστήματος. Μια κυριαρχία που, παρά και τα δικά του «εσωτερικά» προβλήματα, αντιφάσεις και αντιθέσεις, τού δίνει τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τόσο τις λαϊκές αντιδράσεις όσο και να «χωνεύει» τις όποιες «ανορθογραφίες» ανακύπτουν.

Έτσι, σαν αποτέλεσμα δεν έχουμε παρά μορφές ανακύκλωσης των διαθέσεων ενός κόσμου που απογοητευμένος «επιστρέφει» στην -παθητική έστω- αποδοχή των όρων λειτουργίας του συστήματος και της κυριαρχίας του.

Το εκλογικό αποτέλεσμα και οι ιδιαιτερότητές του

tunelΣ’ αυτό το γενικό πλαίσιο εντάσσονται και στη βάση αυτών των γενικότερων όρων διαμορφώθηκαν και οι εξελίξεις στη χώρα μας και -εννοείται- και με τις δικές τους ιδιαιτερότητες.

Αυτό που προβάλλει σαν πρώτο πλάνο είναι η εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ ή, αλλιώς, η νίκη της ΝΔ. Το σημαντικότερο ωστόσο και πλέον ουσιώδες είναι η συνολική μετατόπιση του πολιτικού -και όχι μόνο- σκηνικού σε δεξιά κατεύθυνση. Έχει μια ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση τόσο των όσων συνέβησαν όσο και εκείνων που έπονται η ερμηνεία του πράγματος.

Όσον αφορά ειδικότερα την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, η βασική αιτία είναι ακριβώς η ίδια που αποτέλεσε τη βάση της εκτίναξής του από το 4% σε «κυβερνητικά» ποσοστά. Οι αυταπάτες της εύκολης, γρήγορης και ανέξοδης «επιστροφής» στην προτέρα κατάσταση. Αυταπάτες που ευδοκίμησαν κυρίως στα «αγανακτισμένα» μικρομεσαία στρώματα, τα οποία και αποτέλεσαν την κοινωνική βάση αυτής της εξέλιξης.

Η σχέση ήταν αμφίδρομη. Από τη μια είχαμε την ανάπτυξη αυτών των αυταπατών σε έναν κόσμο και από την άλλη την τροφοδότηση και ενίσχυσή τους από τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και από ένα ολάκερο φάσμα δυνάμεων από τα αριστερά μέχρι την άκρα δεξιά.

Το αποτέλεσμα και σε συνδυασμό με τη φθορά, την απαξίωση των έως τότε πολιτικών πυλώνων του συστήματος (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ) ήταν να αναδειχτεί ο ΣΥΡΙΖΑ σαν η δύναμη που θα δώσει την ποθητή λύση.

Ψήφοι απελπισίας

se-stratigiko-adieksodo-o-tsipras_1Η πραγματικότητα ωστόσο και καθώς το «συνηθίζει» είναι αμείλικτη. Πολύ σύντομα αποδείχτηκε ότι μια τέτοια προσδοκία ήταν απλώς του αέρος. Τη συνέχεια τη γνωρίζουμε και τις συνέπειες, όπως πάντα, τις υπέστη ο ελληνικός λαός.

Αναπόφευκτη στη συνέχεια η απογοήτευση, η δυσαρέσκεια για την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ιδιαίτερη σημασία έχει ένα είδος «προσγείωσης» ενός κόσμου.

Με έναν «δικό του τρόπο» άρχισε να αντιλαμβάνεται πως είτε με ΣΥΡΙΖΑ, είτε με ΠΑΣΟΚ, είτε με ΝΔ, η εξέλιξη θα ‘ταν (πέντε πάνω, πέντε κάτω) περίπου ίδια. Με αυτό σαν δεδομένο, ένα σημαντικό μέρος τού πάντα ευμετάβολου «μεσαίου» στρώματος βρήκε «πιο φρόνιμο» να επιστρέψει στις παραδοσιακές του κοίτες. Και μια και το ΠΑΣΟΚ (ΚΙΝΑΛΛ.) δεν τραβούσε, «τα ακούμπησε» στη ΝΔ.

Θα μπορούσε να πει κανείς πως πρόκειται για ψήφο απελπισίας. Θα μπορούσε να ειπωθεί και έτσι. Μόνο που είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί πως με έναν τέτοιο τρόπο ψηφίζει (επιλέγει) ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού εδώ και πολλά χρόνια.

Στη διαμόρφωση, ενίσχυση μιας τέτοιας τάσης ασφαλώς και έπαιξαν ρόλο και ορισμένοι άλλοι παράγοντες.

Η δυσαρέσκεια ενός κόσμου για την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.

Η απογοήτευση αριστερών λαϊκών ανθρώπων για τη διάψευση των προσδοκιών τους.

Η ενίσχυση των εθνικιστικών δεξιών τάσεων με το πώς αντιμετωπίστηκε το «μακεδονικό ζήτημα».

Το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε ρίζες στην ελληνική κοινωνία αντίστοιχες του εκλογικού του ποσοστού, μια και ήταν ένα κόμμα που από το 3 με 4% εκτινάχθηκε απότομα στο 34%.

Για τους ίδιους λόγους δεν είχε τη στελεχική οργανωτική υποδομή να καλύψει τις ανάγκες του νέου του ρόλου. Αδυναμίες που εκφράστηκαν ιδιαίτερα στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Ταυτόχρονα, με βάση πάντα το μέγεθος αλλά και την όποια «αριστερή» του προέλευση, δεν είχε τους αναγκαίους δεσμούς και στηρίξεις από το ντόπιο κεφάλαιο, τον ξένο παράγοντα, τους μηχανισμούς του συστήματος, τα ΜΜΕ κ.λπ.

Τα ελλείμματα αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να τα αντιμετωπίσει και αναπληρώσει στο διάστημα της διακυβέρνησής του. Αν κάνουμε έναν ισολογισμό τού τι κατάφερε και τι όχι, μπορούμε, σχηματικά έστω, να πούμε τα εξής:

Δεν κατόρθωσε να σταθεροποιηθεί σαν κόμμα εξουσίας, τουλάχιστον στο βαθμό που είναι η ΝΔ ή που ήταν παλιότερα το ΠΑΣΟΚ.

Από την άλλη, ωστόσο, δεν πρέπει να τον υποτιμούμε. Είναι γεγονός ότι τις εντυπώσεις τις «κλέβει» η διαφορά των σχεδόν δέκα μονάδων από τη ΝΔ. Το 24% ωστόσο που πήρε στις ευρωεκλογές είναι σημαντικό ποσοστό, όχι μόνο για ένα κόμμα που ξεκίνησε από πολύ χαμηλά, αλλά για οποιαδήποτε δύναμη του πολιτικού φάσματος.

Αυτό σημαίνει, καθώς μάλιστα έχει δώσει τις «εξετάσεις» του, ότι έχει σοβαρές προϋποθέσεις να σταθεροποιηθεί σαν ο άλλος πόλος του πολιτικού συστήματος στη χώρα μας.

Βεβαίως η ρευστότητα των εξελίξεων όχι μόνο ελλαδικά αλλά και διεθνώς απειλεί να θέσει υπό αίρεση ακόμη και «σταθερότερες»… σταθερές, αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα και μένει να το δούμε.

Γι’ αυτά που έρχονται

Αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι κατ’ αρχάς οι βουλευτικές εκλογές. Απ’ ό,τι δείχνουν τα πράγματα, θα τις κερδίσει η ΝΔ, με ερώτημα το αν θα φτάσει σε αυτοδυναμία. Δεύτερο κόμμα αναμφίβολα ο ΣΥΡΙΖΑ, με ερώτημα ως προς το ύψος των ποσοστών του.

Αυτό σημαίνει τη διαμόρφωση ενός πολιτικού σκηνικού με δύο βασικούς πόλους. Τη ΝΔ ως κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ ως αξιωματική αντιπολίτευση και σε ρόλο εφεδρείας.

Όσο για την πιθανότητα να μην υπάρξει αυτοδυναμία και το ποιες διεργασίες θα ενεργοποιήσει (ποιοι με ποιους), ας μην κάνουμε προβλέψεις.

Το ουσιώδες με όλα αυτά βρίσκεται σ’ αυτό που ήδη αναφέρθηκε. Τη συνολική μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού δεξιότερα. Μια μετατόπιση που έχει σαν βασικό της φορέα τη ΝΔ, αλλά που υποστηρίζεται και από την απήχηση που εμφάνισαν να έχουν (αθροιστικά) το πλήθος των δεξιών έως ακροδεξιών σχηματισμών.

Αυτό σημαίνει ορισμένα πράγματα.

Σημαίνει ότι η επίθεση στα εργατικά λαϊκά δικαιώματα όχι μόνο θα συνεχιστεί, αλλά θα βαθύνει ακόμη περισσότερο, καθώς μάλιστα απροκάλυπτα εμφανίζονται αυτές οι τάσεις στις θέσεις της ΝΔ.

Σημαίνει ότι οι δεσμοί (τα δεσμά) της εξάρτησης θα ενισχυθούν ακόμη περισσότερο.

Σημαίνει ότι η πρόσδεση στο άρμα των αμερικανονατοϊκών τυχοδιωκτισμών, με όλους τους κινδύνους που συνεπάγεται αυτό για το λαό και τη χώρα, θα συνεχίσει να αποτελεί βασική επιλογή.

Σημαίνει ότι το χτύπημα των λαϊκών ελευθεριών και δημοκρατικών δικαιωμάτων θα προωθηθεί αδίστακτα, σαν μέσο θωράκισης αυτής της πολιτικής.

Ήδη ορισμένοι αστέρες της επερχόμενης κατάστασης και παρά τις (προεκλογικές) συστάσεις για αυτοσυγκράτηση μας δώσανε σαφή δείγματα των διαθέσεών της. Ας είναι καθαρό ότι δεν πρόκειται απλά και μόνο για «ακραίες» εκφράσεις «ακραίων» περιπτώσεων.

Στην πραγματικότητα εκφράζουν το πώς βλέπουν -συνολικά ως τάξη- και αντιμετωπίζουν το λαό. Ως «αιχμάλωτο» των διαθέσεων μιας τάξης τής οποίας η κυριαρχία δεν επιτρέπεται να αμφισβητείται ούτε στο ελάχιστο.

«Αναγνωρίζοντας» την πραγματικότητα

Το ερώτημα, το οποίο μόνο σημερινό δεν είναι, βρίσκεται στο πώς τα αντιμετωπίζουμε όλα αυτά.

Ως προς αυτό θα πρέπει να έχουμε κατ’ αρχάς ξεκαθαρισμένα ορισμένα πράγματα. Αυτά που έρχονται δεν ξεκίνησαν χτες. Ούτε οφείλονται σε «προσωρινές» αιτίες που τάχατες θα ξεπεραστούν με τον καιρό. Η μήτρα τους βρίσκεται στη φύση και το χαρακτήρα του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος. Το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύχθηκαν είναι το έδαφος της ήττας του εργατικού, επαναστατικού, κομμουνιστικού κινήματος και της ανατροπής των παγκόσμιων συσχετισμών σε βάρος των λαών.

Η αφετηρία τους βρίσκεται δεκάδες χρόνια πίσω και συνδέεται άμεσα με αυτή την ανατροπή, που ανέδειξε τις πιο αντιδραστικές και επιθετικές τάσεις και δυνάμεις του συστήματος.

Η οικονομική κρίση σ’ αυτό που επέδρασε ήταν η ενίσχυση αυτών των κατευθύνσεων και κυρίως στη διαμόρφωση αληθοφανών προσχημάτων για την προώθηση και κλιμάκωση της επίθεσης.

Τα μνημόνια υπήρξαν ο μοχλός που, με όργανο το πολιτικό προσωπικό της χώρας (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ), χρησιμοποιήθηκε για το παραπέρα βάθεμα της επίθεσης και της αιχμαλωσίας του λαού και της χώρας από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έκανε τίποτε άλλο από το να πάρει την αντίθεση και την οργή που εκδήλωσαν οι λαϊκές μάζες και να τις μεταμορφώσει σε μια πολιτική συνέχισης των αντιλαϊκών κατευθύνσεων όπως ακριβώς υπαγορεύονταν από αντιδραστικές δυνάμεις και συμφέροντα. Η νέα κυβέρνηση (κατά πάσα πιθανότητα της ΝΔ) θα πάρει τη σκυτάλη από τον ΣΥΡΙΖΑ για να την πάει ακόμη παραπέρα και στην υπηρεσία πάντα των ίδιων ντόπιων και ξένων δυνάμεων και συμφερόντων και ενάντια στο λαό.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έπεσε από τον ουρανό

Το δεύτερο που πρέπει να ξεκαθαριστεί είναι το ότι η κλίμακα και η έκταση στην οποία μπόρεσε να αναπτυχθεί και να απλωθεί η επίθεση του συστήματος χωρίς να συναντήσει αποτελεσματικούς φραγμούς συνδέεται άμεσα με ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Τις αντιλήψεις που κυριάρχησαν στο κίνημα τις τελευταίες δεκαετίες σαν μια ακόμη από τις συνέπειες της ήττας.

Αντιλήψεις που οδήγησαν στον ιδεολογικό, πολιτικό και οργανωτικό αφοπλισμό των λαϊκών μαζών. Που αποπροσανατόλισαν, ευνούχισαν τις αγωνιστικές τους διαθέσεις, που διέλυσαν τα μέτωπα πάλης τους. Οι αυταπάτες για τη φύση και το χαρακτήρα του συστήματος. Οι αυταπάτες για την ύπαρξη δρόμων και τρόπων απάντησης μέσα στα πλαίσια και με τους όρους του συστήματος. Οι αυταπάτες για το ότι με «έξυπνες» κινήσεις το κίνημα μπορεί «να κόψει δρόμο» και να φτάσει άκοπα και ανεμπόδιστα στους στόχους του.

Αυταπάτες τις οποίες η καθεμία με τον δικό της τρόπο καλλιέργησε το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά. Τόσο σε όλη τους τη διαδρομή όσο και στην πρόσφατη συγκυρία. Με τα «μεταβατικά τους προγράμματα», τις «δυαδικές εξουσίες» αλλά και τις «αντεπιθέσεις» αέρος-αέρος.

Σε σχέση με όλα αυτά αναδείχνεται ένα ερώτημα. Θα συνεχίσουμε με τον ίδιο τρόπο; Και μέχρι πότε τα παθήματα δεν θα μπορούν να μετατρέπονται σε μαθήματα;

Οφείλω να ομολογήσω ότι όσον αφορά τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος αυτών των δυνάμεων, δεν είμαι και τόσο αισιόδοξος.

Αυτό που αναδείχνεται μέσα από τις τοποθετήσεις τους είναι ότι παραμένουν δέσμιες των ιδεοληψιών τους. Της ανάγκης τους να συντηρήσουν το έχει τους. Της αγωνίας τους να βρουν λόγο ύπαρξης και ρόλο μέσα στις νέες συνθήκες. Μάταια πράγματα!

Με τους δοσμένους όρους, θα έχουν όποια θέση και ρόλο τους επιτρέψει ή και αναθέσει το σύστημα.

Για να φτάσουμε μακριά χρειάζεται να βρούμε τα βήματά μας

brdjh7aiqaa6zg7Το τρίτο, αλλά όχι τρίτο σε σημασία, είναι η συνειδητοποίηση των απαιτήσεων που θέτει η κατάσταση. Των αναγκαιοτήτων αντιμετώπισής τους. Της «αναγνώρισης» των δρόμων που οφείλουμε να ανοίξουμε και να ακολουθήσουμε. Ένα μεγάλο κεφάλαιο που δεν μπορεί να τεθεί ολοκληρωμένα σ’ αυτές εδώ τις γραμμές. Μπορούν ωστόσο να τεθούν ορισμένα βασικά στοιχεία της άποψής μας.

Από τη μεριά μας, έχουμε πλήρη επίγνωση των δυσκολιών και των μεγάλων προβλημάτων που έχει να αντιμετωπίσει το κίνημα. Έχουμε πλήρη επίγνωση ότι ο δρόμος είναι μακρύς και ότι το προτσές ανασυγκρότησης των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων και στα επίπεδα που είναι αναγκαία θα είναι εκ των πραγμάτων μακρόχρονο.

Σ’ αυτή τη βάση, ούτε έχουμε ούτε θέλουμε να καλλιεργήσουμε κανενός είδους αυταπάτες γι’ αυτά που βρίσκονται μπροστά μας. Δεν έχουμε και ούτε θέλουμε να προσφέρουμε «λέξεις (θέσεις) παρηγόριας».

Επιμένουμε αμετακίνητα στην άποψη ότι για να μπορέσουμε να φτάσουμε μακριά (και ακριβώς επειδή «μακριά» στοχεύουμε) πρέπει να βρούμε τα πρώτα μας βήματα και να τα βαδίσουμε.

Σ’ αυτή τη λογική, αυτά που θεωρούμε πως είναι αναγκαία και μπορούν άμεσα να προωθηθούν είναι:

Η πάλη για την ανάπτυξη, ισχυροποίηση και το άπλωμα των εστιών αντίστασης. Για την ανάδειξη της αναγκαιότητας της αντίστασης και την εδραίωσή της ως αντίληψης και στάσης ζωής στην ευρύτερη δυνατή κλίμακα.

Η πάλη γι’ αυτό που αποτελεί και το κρίσιμο ζητούμενο της περιόδου που διανύουμε, η αναζωογόνηση, ανασυγκρότηση των μετώπων πάλης των εργαζόμενων λαϊκών μαζών και της νεολαίας.

Μέσα σ’ αυτή την πάλη και μέσα από αυτή την πάλη πρέπει και μπορούν να διαμορφωθούν οι ταξικοί, ιδεολογικοί, πολιτικοί και οργανωτικοί όροι και προϋποθέσεις που μόνο πάνω τους μπορεί να πατήσει το άνοιγμα του δρόμου για την προώθηση των ευρύτερων στόχων του κινήματος και την εκπλήρωση των προσδοκιών του λαού.

Σε μια τέτοια κατεύθυνση καλούμε σε συμπόρευση, συμπαράταξη και κοινό αγώνα κάθε δύναμη που διατίθεται να την υποστηρίξει.

Καλούμε τους αγωνιστές εκείνους που απορρίπτουν τις αυταπάτες, που δεν βολεύονται σε «λύσεις ευκολίας», που προβληματίζονται και αναζητούν δρόμους έκφρασης των διαθέσεων και οραματισμών τους.

ΥΓ.: Είναι προφανές ότι οι απόψεις που εκτίθενται σ’ αυτό το κείμενο και ιδιαίτερα οι κατευθύνσεις που αναδείχνει αφορούν την μετά τις εκλογές περίοδο. Εξ αντικειμένου, ωστόσο, δεν μπορούμε να «αποφύγουμε» και τον «σκόπελο» των εκλογών.

Απευθυνόμενοι λοιπόν στους αγωνιστές που προβληματίζονται και ως προς αυτό: Η ψήφος σας στο ΚΚΕ(μ-λ) ούτε βουλευτή θα βγάλει ούτε θα αλλάξει την όλη κατάσταση. Αυτό που μπορεί είναι να ενισχύσει εκείνες τις τάσεις και δυνάμεις που αγωνίζονται για την προώθηση αυτών των κατευθύνσεων στο κίνημα.

Αναζήτηση

Κατηγορίες