Η Μέρκελ στην Ουάσιγκτον – Γιατί δεν αρκεί να φαίνεται αρραγές το Δυτικό Μέτωπο. Πρέπει και να είναι

Και ενώ η αντιπαράθεση ΗΠΑ–Ρωσίας στην Ουκρανία, μέρα με τη μέρα, παίρνει ολοένα και περισσότερο τα χαρακτηριστικά θερμής αναμέτρησης, είχαμε, στις 2 του Μάη, την αιφνίδια επίσκεψη της γερμανίδας καγκελαρίου Μέρκελ στην Ουάσιγκτον. Μια επίσκεψη που λογικά πρέπει να σηματοδοτεί καμπή στη μέχρι τώρα τακτική της Δύσης στο ουκρανικό ζήτημα. Το είδος αυτής της καμπής θα φανεί, με τον έναν ή άλλο τρόπο, πολύ σύντομα.

Φυσικά και δεν σπατάλησαν το χρόνο τους, Ομπάμα και Μέρκελ, για εμπορικές συμφωνίες όπως η αποκαλούμενη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Συναλλαγών και Επενδύσεων (ΤΤΙΡ), η οποία μελλοντικά θα βοηθήσει την ΕΕ να αντιμετωπίσει τα ενεργειακά της ζητήματα. Ούτε για την ένταση που προκάλεσε το θέμα των παρακολουθήσεων (ακόμα και του κινητού της Μέρκελ) από την ΝSΑ. Το «καυτό» ζήτημα της Ουκρανίας και η κοινή στάση ΗΠΑ και Γερμανίας απέναντι στην πολιτική του Κρεμλίνου ήταν και είναι το πρόβλημα. Πάντως, τόσο το επίσημο ανακοινωθέν όσο και η κοινή συνέντευξη Τύπου δεν κατάφεραν να εμφανίσουν «αρραγές» το αμερικανο-γερμανικό μέτωπο και να αναδείξουν την «αποφασιστικότητα» των δύο χωρών απέναντι στη Ρωσία, παρά τις φραστικές επιβεβαιώσεις της συνεργασίας τους και τη συμφωνία τους για επιπρόσθετες κυρώσεις στη Ρωσία «αν δεν βοηθήσει στην αποκλιμάκωση της κρίσης στην Ουκρανία». Μπορεί ο Ομπάμα να τόνισε ότι η Ουάσινγκτον και το Βερολίνο τηρούν ενιαία στάση όσον αφορά το «κόστος» που πρέπει να επιβληθεί στη Ρωσία για τις ενέργειές της στην Ουκρανία, παρέλειψε ωστόσο να αναφερθεί στο «κόστος» που θα μοιραστεί η Ευρώπη και ειδικότερα η Γερμανία. Και εδώ είναι το βασικό πρόβλημα που ανέκυψε στους κόλπους της Συμμαχίας.

Η μέχρι τώρα εξέλιξη της κρίσης δείχνει πως τα επιχειρήματα των αμερικανών ιμπεριαλιστών (που «ενθάρρυναν πρακτικά την επίτευξη καθεστωτικής αλλαγής στην Ουκρανία», σύμφωνα με την ορολογία της CIA) αρχίζουν να χάνουν την ισχύ τους και οι ίδιοι την ψυχραιμία τους. Αυτός ο εκνευρισμός τους δεν εκφράζεται μόνο με τις δηλώσεις διάφορων αξιωματούχων, όπως των γερουσιαστών Τζον Μακέιν και Τζεφ Σέσιονς που στρέφονται ενάντια τόσο στη Μέρκελ όσο και στους άλλους ευρωπαίους ηγέτες για τη «συμβιβαστική» και «χαλαρή» τους στάση απέναντι στη Ρωσία. Η ίδια η αμερικανική κυβέρνηση δείχνει με διάφορους τρόπους ότι η διστακτικότητα του Βερολίνου να ακολουθήσει μια πιο σκληρή γραμμή απέναντι στη Ρωσία είναι κάτι που την έχει ενοχλήσει έντονα. Όταν λοιπόν η κυβέρνηση Ομπάμα ζητά από τη Μέρκελ να ταυτιστεί μαζί της στην πολιτική αυστηρών κυρώσεων, ζητά στην πραγματικότητα να συμβάλει αποφασιστικά να διαμορφωθεί στην Ευρώπη ένα άλλο κλίμα με μια πιο σαφή στάση απέναντι και ενάντια στη Ρωσία. Από την άλλη, η γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, που απέκλεισε κάθε στρατιωτική εμπλοκή με τη Ρωσία για το θέμα της Ουκρανίας, είπε ότι «υπολογίζει να υπάρξει μια διπλωματική λύση στη χειρότερη πολιτική κρίση στον ευρωπαϊκό χώρο από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου».

Δεν μπορούμε να μπούμε στο μυαλό των γερμανών ιμπεριαλιστών, μπορούμε ωστόσο να πούμε πως η Ουκρανία είναι πλέον ο καθημερινός τους εφιάλτης, που ενισχύεται συνεχώς καθώς η οποιαδήποτε κλιμάκωση της κρίσης τούς εισάγει σε μια περιπέτεια η οποία δείχνει να υπομονεύει τα πολιτικά, και όχι μόνο, κέρδη των τελευταίων δεκαετιών.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Φρανκ-Βάλτερ Στάινμαγερ προτείνει τη διεξαγωγή δεύτερης διεθνούς διάσκεψης, μια Γενεύη ΙΙ (η πρώτη είχε γίνει στις 17 Απριλίου), ώστε να «υπάρξει επιτέλους μια σαφής συμφωνία για το πώς μπορούμε να δώσουμε τέλος σε αυτή τη σύγκρουση και σταδιακά να κινηθούμε προς μια πολιτική διευθέτηση». «Οτιδήποτε άλλο θα ήταν ανεύθυνο, διότι θα σήμαινε μόνον ότι θα υπάρξουν κι άλλα θύματα», προσέθεσε. Μέχρι στιγμής πάντως απάντηση δεν πείρε από τις εμπλεκόμενες πλευρές.

Αλλά και οι άλλοι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές, που για παρόμοιους λόγους έχουν τις ίδιες αγωνίες με τους Γερμανούς, κρατούν στάση αυτοσυγκράτησης. Καθώς οι κυβερνήσεις της ΕΕ ζυγίζουν τις οικονομικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας, η μέχρι τώρα εξέλιξη της κατάστασης έχει ήδη «αρνητικές επιπτώσεις» για τη Φιλανδία και την Αυστρία, όπως δήλωσε ο επίτροπος της ΕΕ, Όλι Ρεν. Αναφερόμενος στις επιπτώσεις που θα έχουν οι κυρώσεις σε άλλες χώρες, παραδέχτηκε ότι ορισμένες χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πιο «ευπαθείς» σε τυχόν ρωσικά αντίποινα. Αυτές οι οικονομικές επιπτώσεις πιθανότατα θα εξαπλωθούν στη Γερμανία, την Πολωνία και τις χώρες της Βαλτικής σύντομα και συμπλήρωσε προειδοποιώντας σε συνέντευξή του στη Βιέννη «ότι κάθε λογικό άτομο θα πρέπει να αντιταχθεί σε περαιτέρω κυρώσεις προς τη Ρωσία»! Κατά συνέπεια, η κλιμάκωση της κρίσης στην Ουκρανία αποτελεί ήδη μια πολύ αρνητική εξέλιξη για την Ευρώπη.

Πέρα από το είδος και το μέγεθος των κυρώσεων, παίζεται και άλλο σοβαρό παιχνίδι με άξονα τις προεδρικές εκλογές στις 25 του Μάη στην Ουκρανία (που κατά σύμπτωση(;) είναι μαζί με τις ευρωεκλογές και άρα συμπλέκονται αναγκαστικά). Η Μόσχα τις θεωρεί παράλογες, δεδομένης της όλης κατάστασης, η Ουάσιγκτον τις αγνοεί σχεδόν επιδεικτικά, ενώ οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις τις προβάλλουν σαν σταθμό στις εξελίξεις. Ένας από τους σταθερούς αρνητές των κυρώσεων, η Αυστρία (η άλλη «φωνή της Γερμανίας»), εκφράζει την ελπίδα να βελτιωθούν περαιτέρω οι προϋποθέσεις-πλαίσιο για τη διεξαγωγή των εκλογών καθώς «μόνο μέσα από τις εκλογές θα υπάρξουν στη χώρα ένας νόμιμος πρόεδρος και νόμιμες πολιτικές δυνάμεις». Η επανάληψη δύο φορές της «νομιμότητας» παραπέμπει συνειρμικά στον αντίθετο χαρακτηρισμό της σημερινής κυβέρνησης. Και, ως γνωστόν, η διπλωματική γλώσσα διαλέγει με προσοχή τις λέξεις.

Στο ίδιο μήκος κύματος, και ο γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ εκτίμησε ότι τίποτε δεν πρέπει να «εμποδίσει» τη διεξαγωγή τωνπροεδρικών εκλογώνστην Ουκρανία. Και ενώ είναι εντελώς καθαρό πως η σημερινή ιδιόμορφη «προεκλογική» περίοδος στην Ουκρανία κάθε άλλο παρά οδηγεί σε κανονικές εκλογές, το ζήτημα βρίσκεται στο ποιος θα χρεωθεί την αποτυχία τους. Πάντως, πριν από την ημερομηνία των προεδρικών εκλογών παίζουν δύο άλλες ημερομηνίες. Η 11η του Μάη και το δημοψήφισμα για ανεξαρτησία στο Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ και δύο μέρες αργότερα η συνάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την ουκρανική κυβέρνηση σε μια προσπάθεια να ενισχυθούν οι όποιες πιθανότητες για τη διεξαγωγή των εκλογών.

Είναι φανερό πως στο μέτωπο των δυτικών ιμπεριαλιστών διαμορφώνονται, χωρίς ωστόσο να έχουν σαφή και ξεκάθαρα χαρακτηριστικά, δύο τάσεις/γραμμές. Όπως δήλωσε ο αναπληρωτής διοικητής του ΝΑΤΟ, Αλεξάντερ Βέρσμποου: «οι ενέργειες της Ρωσίας στην Ουκρανία ανάγκασαν την καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ στρατιωτική συμμαχία να αντιμετωπίζει τη Ρωσία περισσότερο ως εχθρό παρά εταίρο». Από την άλλη, η γραμμή του Βερολίνου δεν αναφέρεται απλώς στη διπλωματική–πολιτική λύση, αλλά θεωρεί τη Ρωσία ουσιαστικό και ισότιμο εταίρο σε αυτή τη διαδικασία, σε αντίθεση με την Ουάσιγκτον που απαιτεί πλήρη ρήξη των σχέσεων με τη Ρωσία και ενίσχυση της απομόνωσής της.

Το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον επιμένει τόσο πιεστικά στην τακτική των οικονομικών κυρώσεων, προβάλλοντάς την «ως δυτική αντίδραση», απέναντι στον βασικό της αντίπαλο είναι γιατί μάλλον στη φάση αυτή θεωρεί ότι προέχει η διαμόρφωση ενός σταθερού μετωπικού κλίματος απέναντι στη Ρωσία συνολικά από τη Δυτική Συμμαχία στην οποία ηγείται.

Η επιθετικότητα των αμερικάνων ιμπεριαλιστών έχει πολύπλευρες ερμηνείες. Σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη επιχείρηση, ο προφανής στόχος είναι ο περιορισμός της αυξανόμενης ρωσικής ισχύος σε διάφορα επίπεδα, όσο είναι ακόμη ελέγξιμη, ώστε να μη χρειαστεί να διακυβευτούν περισσότερα στο μέλλον. Συμπεριλαμβανομένης και της αξίωσής τους για παγκόσμια κυριαρχία, που θεωρείται ανοικτό και υλοποιήσιμο γι’ αυτούς ζήτημα…

Η Γερμανία, εκ των πραγμάτων, έχει κύριο και ουσιαστικό ρόλο στην υλοποίηση αυτής της πολιτικής των κυρώσεων. Μόνο που οι Γερμανοί, ως συνεπείς ιμπεριαλιστές και αυτοί, δεν δείχνουν διατεθειμένοι να απαλλοτριώσουν τα όποια κέρδη των τελευταίων δεκαετιών με αβέβαιο αποτέλεσμα. Εκτός και αν η πρόσφατη επίσκεψη Μέρκελ στις ΗΠΑ απέσπασε και κάποια άλλα ουσιαστικά ανταλλάγματα! Ακόμα και έτσι, ωστόσο, το κενό που μπορεί να παρατηρήσει κανείς παραμένει κενό στρατηγικής και όχι τακτικών ή μεθόδων. Μια αντίδραση της Ρωσίας, τέτοιου χαρακτήρα, που να εκτοξεύει το επίπεδο αντιπαράθεσης σε ανώτερα επίπεδα (μια στρατιωτική επίθεση στην Ουκρανία, για παράδειγμα) όχι μόνο κονιορτοποιεί κάθε τακτική προσέγγιση του ζητήματος, αλλά ενεργοποιεί ένα τεράστιο φάσμα αντιθέσεων και σε παγκόσμια κλίμακα πλέον.

Χ.Β.

 

 

 

Αναζήτηση

Κατηγορίες