11 Απριλίου, 2000Βουλευτικές εκλογέςadmin

Οι εκλογές έγιναν. Το αποτέλεσμα είναι πλέον δεδομένο. Κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ. Αξιωματική αντιπολίτευση, με ελάχιστη διαφορά, η ΝΔ. Καθήλωση στα ίδια ποσοστά του «Κ»ΚΚΕ. Πτώση του ΣΥΝ και εκτός Βουλής το ΔΗΚΚΙ.

Τι σημαίνουν καταρχήν όλα αυτά;

Η συγκέντρωση από τις καθαρά καθεστωτικές δυνάμεις (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ) ενός εκλογικού ποσοστού που αγγίζει το 90% σημαίνει πρώτα απ’ όλα ότι η πολιτική τής επίθεσης στο λαό αποκτά μια ισχυρή «νομιμοποιητική» βάση. Ανάλογα τίθεται το ζήτημα και με την πολιτική της πρόσδεσης στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, της ευθυγράμμισης με την επιθετική αμερικανονατοϊκή πολιτική στα Βαλκάνια και γενικότερα την περιοχή.

Όλα αυτά θεωρούνταν λίγο πολύ δεδομένα και αναμενόμενα, ενώ εκείνο που φαίνεται να προκάλεσε κάποια έκπληξη ήταν το ύψος του ποσοστού που συγκέντρωσαν τα δυο κόμματα εξουσίας.

Οι διάφορες εκτιμήσεις μιλάν για το ρόλο (και τη νίκη) του δικομματικού συστήματος, τον καθοριστικό (όπως εκτιμούν) ρόλο των ΜΜΕ, για τα εκβιαστικά διλήμματα των μικρών κομμάτων κ.λπ. κ.λπ. Όλα αυτά είναι υπαρκτά, σ’ αυτόν ή σ’ εκείνο το βαθμό. Μόνο που, κατά την άποψή μας δεν αφορούν τον πυρήνα του ζητήματος. Η βάση μιας τέτοιας (εκλογικής) διάταξης των δυνάμεων βρίσκεται πέρα από τα προηγούμενα, έχει κριθεί και έχει διαμορφωθεί πολύ πριν απ’ αυτές ή και άλλες, προηγούμενες εκλογές. Οι διάφορες μεθοδεύσεις, τα ΜΜΕ κ.λπ. έρχονται να εκφράσουν, να επεκτείνουν, να δώσουν μορφή σ’ αυτό που κατά βάση είναι δεδομένο. Από την άποψη αυτή, η πιο αρνητική πλευρά των εκλογών δεν βρίσκεται στο ότι εμφανίζουν αυτό που είναι ήδη γνωστό και δεδομένο, αλλά στο καταθλιπτικό κλίμα που ενδεχομένως δημιουργεί η εκλογική του μεγέθυνση. Πολύ περισσότερο ο κίνδυνος της απογοήτευσης ενός κόσμου, σε μια περίοδο μάλιστα που είχε αρχίσει να κινείται και να αγωνίζεται, αλλά και ενόψει των αγώνων που απαιτείται να αναπτυχθούν στη βάση των δεδομένων που διαμορφώνονται. Ας εξηγηθούμε περισσότερο.

Γνωστή η φράση του Μαρξ πως αν οι εκλογές μπορούσαν να φέρουν το σοσιαλισμό θα ήταν απαγορευμένες. Ας την «εξειδικεύσουμε» στη βάση των σημερινών δεδομένων.

Οι εκλογές αυτές καθ’ αυτές δεν ανατρέπουν ούτε το σύστημα βέβαια αλλά ούτε τα βασικά πολιτικά μεγέθη. Εμφανίζουν, αποτυπώνουν αυτό που κατά βάση έχει συντελεστεί προηγούμενα. Ηταν, συνεπώς, εκτός πραγματικότητας οι απόψεις εκείνες που έβλεπαν το «αποφασιστικό χτύπημα στο δικομματισμό» στο βαθμό που ένα τέτοιο χτύπημα δεν είχε δοθεί στο προηγούμενο διάστημα και μέσα από άλλες διαδικασίες.

Από την άποψη αυτή το εκλογικό αποτέλεσμα μέσα στην αρνητικότητά του εμπεριέχει και μια άλλη πλευρά. Αυτή του χτυπήματος των αυταπατών και των ψευδαισθήσεων, τη διαμόρφωση κάποιων προϋποθέσεων για μια ουσιαστική προσέγγιση του πραγματικού προβλήματος.

Η βάση του ζητήματος βρίσκεται στην ανατροπή του συσχετισμού σε βάρος των λαών που έχει συντελεστεί σε παγκόσμια κλίμακα και βέβαια και στη χώρα μας. Οσο μας αφορά, έχουμε πλήρη επίγνωση ότι βιώνουμε την περίοδο και τις συνέπειες μιας ιστορικής ήττας των λαών. Μιας ήττας που μέσα από μια αντιφατική πορεία και παλινδρομήσεις (ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’50) μέσα από εξάρσεις και υποχωρήσεις φτάνει στην «ολοκλήρωσή» της την περίοδο ‘89- 90.

Βασικά της στοιχεία: Το γκρέμισμα του σοσιαλιστικού οράματος, ως μόνης πραγματικής και υπαρκτής διεξόδου της πάλης των λαών. Η αποσυγκρότηση του προλεταριάτου ως βασικής δύναμης στήριξης, ως κορμού και σπονδυλικής στήλης του λαϊκού κινήματος. Η διάλυση του κομμουνιστικού κινήματος ως καθοδηγητικής δύναμης, ψυχής και νου των λαϊκών αγώνων.

Με αυτούς τους όρους και μέσα σε τέτοιες συνθήκες οδηγείται ο λαός -και- στις κάλπες.

Δεν είναι πως «δεν καταλαβαίνει». Γιατί είναι και αυτό που ακούγεται συχνά-πυκνά από διάφορους που είναι έτοιμο, ανά πάσα στιγμή είτε να δοξολογήσουν το λαό και την «ορθοκρισία» του είτε να αναθεματίσουν κι αυτόν και την «καθυστέρησή» του.

Αλλά ο λαός «καταλαβαίνει» πολύ καλά. Με αυτόν ή εκείνο τον τρόπο, εμπειρικά ή με τη σκέψη, ενστικτωδώς ή με την κρίση του, αντιλαμβάνεται ότι αυτό που τίθεται ως ερώτημα, δεν είναι η επιλογή ανάμεσα σ’ αυτό που θέλει πραγματικά και σ’ αυτό που δεν θέλει. Αυτό που του τίθεται (όπως τίθεται) είναι να «ψηφίσει» αυτήν ή εκείνη από τις διαχωριστικές λύσεις που προκρίνει το σύστημα και πάντα πάνω σ’ ένα διαμορφωμένο πεδίο. Ενα πεδίο που έχει διαμορφωθεί με τον πιο βίαιο τρόπο και που εύστοχα αποκάλεσε ο Μαρξ δικτατορία της Αστικής Τάξης. (Η μελέτη της ιστορίας των τελευταίων πενήντα χρόνων της χώρας μας προσφέρεται για πολύ διαφωτιστικά συμπεράσματα επί του θέματος.)

Από κει και πέρα, οι γνωστοί καθημερινοί εκβιασμοί, πιέσεις και αποπροσανατολισμοί συντηρούν, αναπαράγουν και διαιωνίζουν αυτή την κατάσταση.

Το θέμα είναι, πώς ανατρέπεται αυτή η κατάσταση; Γιατί και μπορεί και πρέπει ν’ ανατραπεί.

Γιατί μια τέτοια ανατροπή ανταποκρίνεται στις πραγματικές επιθυμίες της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας.

Το να ισχυριζόμαστε κάτι τέτοιο φαντάζει κάπως παράδοξο και αντιφατικό σε σχέση με τα όσα είπαμε προηγούμενα αλλά και την εικόνα που εμφανίζουν τα πράγματα. Αλλά ας αναλογιστεί κι ας σκεφτεί ο καθένας. Τι είναι αυτό που θέλει ο κόσμος; Όλος ο κόσμος (εκτός της άρχουσας ελίτ) είτε αριστερά «ψηφίζει» είτε «κέντρο» είτε ακόμα και δεξιά. Θέλει δουλειά, ένα βασικό βιοτικό επίπεδο, ειρήνη, ασφάλεια, διασφάλιση περίθαλψης, παιδείας, γηρατειών, ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά, θέλει μια κοινωνία δικαίου, δημοκρατίας, ισότητας και ελευθερίας. Με άλλα λόγια, θέλει αυτά που μόνο μια σοσιαλιστική κοινωνία μπορεί να του προσφέρει.

Φαίνονται όλα αυτά σαν να ανάγονται σε κατηγορίες του πεδίου της ηθικής. Δεν μπορούμε στα πλαίσια αυτού του κειμένου να εκθέσουμε αναλυτικά την άποψή μας. Θα περιοριστούμε στο να πούμε πως η Ιστορία μάς έχει κιόλας δώσει συγκεκριμένα παραδείγματα όπου αυτές οι προσδοκίες άρχισαν να βρίσκουν πεδίο υλοποίησης. Αυτό που έχει «τραυματιστεί» -με βάση τις ανατροπές που συντελέστηκαν και τις δυσμενείς εξελίξεις- είναι το κατά πόσο είναι εφικτή μια τέτοια προσδοκία (διέξοδος) με βάση τους σημερινούς συσχετισμούς. Αυτή είναι η σχέση πραγμάτων που παραδίνει «αφοπλισμένες» τις μάζες στα «διλήμματα» και τους εκβιασμούς του συστήματος. Και αυτό είναι το πολιτικό ζήτημα στο οποίο έχουμε να απαντήσουμε.

Για να ξαναγυρίσουμε, λοιπόν, στο ερώτημα του πώς ανατρέπεται αυτή η κατάσταση. Η απάντηση βρίσκεται στην ανασυγκρότηση αυτών που γκρεμίστηκαν. Του διεθνούς λαϊκού κινήματος.

Της «εκ νέου» συγκρότησης του προλεταριάτου σε «τάξη για τον εαυτό της». Της ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κινήματος στη βάση των απαιτήσεων της εποχής μας. Της διαφοροποίησης του συσχετισμού μέσα από την ανάπτυξη ταξικών, αντιιμπεριαλιστικών, λαϊκών αγώνων και πάντα σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους. [Αναλυτικότερα για τα ζητήματα αυτά βλέπε τις θέσεις ΚΚΕ(μ-λ)]. Σε σχέση με αυτά, εδώ θα σημειώσουμε ένα μόνο πράγμα. Δεν είναι καθόλου συμπτωματικό ότι οι δυνάμεις εκείνες που συνεχίζουν να αντιστέκονται και που κατά κάποιο τρόπο «κράτησαν» και στην πίεση των τελευταίων εκλογών είναι αυτές που τα χαρακτηριστικά τους έχουν διαμορφωθεί σε άμεση σύνδεση με τα προηγούμενα, που έχουν παγιωθεί μέσα σε αγώνες (από τους ΕΑΜικούς μέχρι και τους πρόσφατους). Και σε σχέση με το τελευταίο είναι το ζήτημα που κυρίως θέλουμε να θέσουμε με αυτή την τοποθέτηση. Κυρίως, λοιπόν, θέλουμε να υπογραμμίσουμε αυτό που θεωρούμε σήμερα ως βασικό κρίκο των ζητημάτων που ούτως ή άλλως έχουν τεθεί στην ημερήσια διάταξη. Την ανάπτυξη αγώνων. Αγώνων δημοκρατικών, κοινωνικών, ταξικών, αντιπολεμικών, αντιιμπεριαλιστικών.

Βρισκόμαστε σε μια εποχή μεγάλων προβλημάτων και ιδιαίτερων απαιτήσεων. Η επίθεση του καπιταλιστικού συστήματος ενάντια στις εργαζόμενες μάζες κλιμακώνεται από μέρα σε μέρα ,πλήρως συνδεδεμένη με την επέλαση της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας ενάντια στους λαού. Οι λαοί δέχονται μεγάλη πίεση αλλά, από την άλλη, αυτή ακριβώς η πίεση είναι που γεννά διαθέσεις και τάσεις αντίστασης. Αυτό ακριβώς είναι και το πεδίο όπου μπορεί να αρχίσει να ανατρέπεται η κατάσταση.

Είναι μέσα στους αγώνες που οι μάζες μπορούν να συνειδητοποιήσουν με ακρίβεια το είδος και το χαρακτήρα της σχέσης (αντίθεσης) που τις συνδέει (αντιπαραθέτει) με το σύστημα. Μέσα στην πάλη είναι που «ξαναανακαλύπτουν» τη σημασία και την αξία της συλλογικότητας, της οργάνωσης. Μέσα από αυτήν είναι που ανεβαίνει ποιοτικά η ενεργητικότητα και αποφασιστικότητά τους.

Χωρίς να υποτιμούμε καμιά μορφή παρέμβασης, μέσα στην πάλη είναι που διαμορφώνονται με τρόπο ασύγκριτα αποτελεσματικότερο από κάθε άλλη διαδικασία, οι όροι για το συνολικό ανέβασμα του λαϊκού κινήματος σε όλα τα πεδία που το συγκροτούν.

Δεν είναι η πρώτη φορά που αναφερόμαστε σ’ αυτά τα ζητήματα και σαν ΚΚΕ(μ-λ) εδώ και χρόνια κινούμαστε σε μια τέτοια κατεύθυνση στην οποία και θα συνεχίσουμε να κινούμαστε. Το θέμα πάντως δείχνει να αποκτάει ένα ευρύτερο ενδιαφέρον σε αναφορά με τη συζήτηση που φαίνεται να ανοίγει στο χώρο του «Κ»ΚΕ, του ΣΥΝ κ.ά. Κάτω από την πίεση και του εκλογικού αποτελέσματος, της κυριαρχίας του δικομματισμού (όπως εμφανίζεται το ζήτημα) και της αναγκαιότητας ανατροπής του, ξανατίθενται ορισμένες παλιές και γνωστές απόψεις. «Άνοιγμα στη μεγάλη αριστερά ή σεχταριστική περιχαράκωση» (Υπεράσπιση αριστερής φυσιογνωμίας κατ’ άλλους). «Πολιτική ευρύτερων συμμαχιών ή στείρος απομονωτισμός». (Πολιτική λαϊκού μετώπου κατά «Κ»ΚΕ). «Άρθρωση σύγχρονου Ευρωπαϊκού πολιτικού λόγου ή αγωνιστική γυμναστική». (Πολιτική αγώνων σύμφωνα με το «Κ»ΚΕ).

Στην πραγματικότητα πρόκειται για ψευτοδιλήμματα που τίθενται με κάλπικους όρους και οδηγούν σε ψεύτικες αποπροσανατολιστικές «απαντήσεις».

Πίσω από τις περίτεχνες εκφράσεις της μιας τάσης κρύβεται το παλιό γνωστό σενάριο. Το «άνοιγμα» προς το ΠΑΣΟΚ για να «σπάσει» τάχα ο δικομματισμός. Δεν θα πούμε πολλά. Θεωρητικά είναι δυνατό κάτι τέτοιο και στην πράξη έχει κιόλας γίνει σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ισπανία η «αριστερά» έκανε «προσύμφωνο συγκυβέρνησης» με τους «σοσιαλιστές», άλλο αν δεν τους βγήκε το σενάριο. Στη Γαλλία οι «κομμουνιστές» συνεργάζονται με την κυβέρνηση του «σοσιαλιστή» Ζοσπέν. Στην Ιταλία ο εως χθες «κομμουνιστής Ντ’ Αλέμα έγινε πρωθυπουργός! Ο δικομματισμός εκεί όχι μόνο «δέχτηκε χτυπήματα» αλλά, ειδικά στην Ιταλία, «συντρίβει»!

Μόνο που η κυριαρχία του συστήματος όχι μόνο έμεινε ανέπαφη αλλά ενισχύθηκε στο μέγιστο βαθμό με την ενσωμάτωση όλων αυτών των «αριστερών». Είναι ακριβώς που σε συνεργασία με όλους αυτούς τους σαλτιμπάγκους κλιμακώνει την επίθεσή του ενάντια στους εργαζόμενους, είναι που με τη συνενοχή τους επιδράμει ο ιμπεριαλισμός κομματιάζοντας λαούς και χώρες.

«Ναι, αλλά και με τους αγώνες τι έγινε»;

Η εκλογική απήχηση στο σύνολο των εκτός κυβερνητικών «ευθυνών» δυνάμεων συρρικνώθηκε στο 10%. Πρόκειται για τον άλλο ψεύτικο όρο του ίδιου πάντα ψευτοδιλήμματος. Συνδέεται με το ζήτημα των αγώνων και ειδικότερα το πώς αυτό αντιμετωπίστηκε από πλευράς κύρια του «Κ»ΚΕ.

Οπως έχουμε ήδη αναφέρει και θα ξαναναφέρουμε (η συζήτηση και σ’ αυτό παραμένει ανοιχτή) στην πραγματικότητα το «Κ»ΚΕ δεν κινήθηκε με κριτήριο την ανάπτυξη αυτών των αγώνων αλλά την κομματική του ενίσχυση. Αυτό αποτελούσε το αποφασιστικό κριτήριο στην κίνησή του, ακόμη και όταν κάτι τέτοιο απέβαινε σε βάρος της ανάπτυξης αυτών των αγώνων. Οσο για το λαϊκό μέτωπο, πρόκειται μάλλον για φάρσα. Να του πούμε ορθά-κοφτά. Το κύριο πρόβλημά μας δεν είναι η Κανέλη και ο Ζουράρις. Το κύριο πρόβλημά μας είναι ότι η πολιτική του «Κ»ΚΕ ουδεμία σχέση έχει με μια κατεύθυνση ανάπτυξης μετώπου πάλης στη βάση και πως αυτές οι δυο περιπτώσεις (κ.ά.) χρησιμοποιούνται ως επίφαση μιας πολιτικής που κινείται κατά βάση με γνώμονα τα παλιά γνωστά τερτίπια.

Αυτός είναι και ο λόγος που η απήχηση αυτής της πολιτικής αποτυπώθηκε ως ένα βαθμό σε μια δοκιμασία «μικρού ειδικού βάρους» όπως οι Ευρωεκλογές, αλλά όχι σε μια αναμέτρηση (αντίθετα, υπήρξε συρρίκνωση) όπως οι πρόσφατες εκλογές. Ταυτόχρονα, αυτός είναι και ο λόγος που κάνει το «Κ»ΚΕ ευάλωτο σε ακόμα πιο «ρεαλιστικές» απόψεις.

Αλλά, όπως ήδη αναφέραμε, εδώ βρίσκεται η απάντηση. Στην ανάπτυξη των λαϊκών αγώνων με βάση τα προβλήματα και τις διεκδικήσεις των μαζών και σε αναφορά με τις απαιτήσεις που θέτει μια τέτοια κατεύθυνση.

Αν κάποιους ενδιαφέρει η «κεφαλαιοποίηση» κάποιων κινήσεων με στόχο το καλύτερο πλασάρισμα στο αστικό πολιτικό παιχνίδι, με γεια τους με χαρά τους!

Το λαό ενδιαφέρει το σπάσιμο όχι απλά του «δικομματισμού» αλλά της κυριαρχίας του συστήματος. Δεν είναι εύκολο, δεν θα απαντηθεί «αύριο». Απαιτεί σύνθετη και επίμονη δουλειά. Πάνω απ’ όλα, απαιτεί σταθερή προσήλωση στην κατεύθυνση που εκθέσαμε. Ταυτόχρονα, έχουμε την ακράδαντη πεποίθηση πως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αργά ή γρήγορα έτσι θα γίνει.

Οσο και αν κάποιοι μέσα από «ευφυείς συλλήψεις» οδηγηθούν στην αγκαλιά τού συστήματος ή κάποιοι συνεχίσουν να στριφογυρίζουν στα αδιέξοδά τους, η απάντηση θα δοθεί τελικά μέσα από αυτό που υπαγορεύει η αναγκαιότητα ανάπτυξης του κινήματος σε μια επαναστατική κατεύθυνση. Σ’ αυτή την τροχιά κινούμαστε, με όποιες δυνάμεις διαθέτουμε, και σ’ αυτή σκοπεύουμε να συνεχίσουμε. Από κει και πέρα, με όποιον «συναντηθούμε» σ’ αυτή την κατεύθυνση, «καλώς να ορίσει»!

Αναζήτηση

Κατηγορίες