Η κυβέρνηση εφορμά, η αντιπολίτευση συναινεί.  Αυτοδύναμο κίνημα χρειάζεται ο λαός!

Παρότι είναι κοινοβουλευτικά αυτοδύναμη η κυβέρνηση της ΝΔ, καθόλου δεν ισχύει το «αυτοδύναμη Ελλάδα», όπως έταζε το κεντρικό προεκλογικό σποτ του κυβερνητικού κόμματος. Αυτό αναδείχτηκε και από τις προγραμματικές δηλώσεις στη Βουλή, όπου η κυβερνητική πλειοψηφία εμφανίστηκε συγκρατημένη και με αποστάσεις από «μεγάλα λόγια» και «μεγάλα σχέδια». Δεν θα μπορούσε και να είναι αλλιώς, αφού ακόμα και πριν αλλά και αμέσως μετά την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας, τα αμερικάνικα και ευρωπαϊκά αφεντικά της χώρας υπενθύμισαν στο κυβερνητικό επιτελείο τις δεσμεύσεις, τις εμπλοκές και την πορεία που αυτές προδιαγράφουν. Και είναι μια πορεία που έχει πολλές ασάφειες και ερωτηματικά για το που θα βγάλουν οι δεσμεύσεις, για το τι θα φέρει στη χώρα η ιμπεριαλιστική εξάρτηση σε μια περίοδο έντονων ανταγωνισμών και τυχοδιωκτισμών από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα.

Η ασάφεια, ωστόσο, καθόλου δεν αφορά τον ταξικό και πολιτικό χαραχτήρα των κυβερνητικών μέτρων και των εξελίξεων που έπονται. Για αυτά, τόσο η κυβέρνηση και οι υπουργοί της όσο και η κατάσταση στην περιοχή και διεθνώς βεβαιώνουν ότι οι εργάτες, ο λαός και η νεολαία βρίσκονται μπροστά σε νέα κύματα επίθεσης και αντιδραστικών μέτρων, μπροστά σε εξελίξεις πολύ ανησυχητικές για τα δικαιώματα και τη ζωή τους.

Αυτό που χρειάζεται να απαντηθεί είναι το αν ο λαός και η νεολαία θα διαμορφώσουν και θα αναπτύξουν τις δικές τους απαντήσεις απέναντι σε αυτή την κατάσταση. Το αν θα συγκροτήσουν εστίες αντίστασης και αγώνα, αν θα συγκροτήσουν-ζωντανέψουν τα εργαλεία της πάλης τους απέναντι σε αυτή την κατάσταση. Θα λέγαμε ότι και όσον αφορά αυτό το ζήτημα δεν χρειάζονται «μεγάλα λόγια» και ότι οπωσδήποτε δεν είναι πειστικές –όταν δεν είναι πολιτικά ύποπτες- οι «βροντώδεις διακηρύξεις» που ανέξοδα εκτοξεύονται. Χρειάζεται πολιτική που να εμπιστεύεται τις δυνάμεις του λαού και να μην αναζητά πλάτες, αναφορές και βοήθειες στις δυνάμεις του συστήματος. Χρειάζεται πολιτική κοινής δράσης και συντονισμού δυνάμεων στα μέτωπα της επίθεσης. Σε αυτή τη βάση πρέπει και μπορεί να παλευτεί η επιτακτικά αναγκαία υπόθεση της λαϊκής πάλης και του κινήματος.

 Η κυβέρνηση και οι «υποσχέσεις» της

Από την άποψη των πολιτικών συσχετισμών, η κυβέρνηση της ΝΔ ξεκίνησε τη θητεία της με τους καλύτερους όρους. Εκτός από τη σαφή κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, διαθέτει τη συντριπτική πλειοψηφία και σε περιφέρειες και δήμους, που έχουν οπωσδήποτε –ως μικρές και μεγαλύτερες κυβερνήσεις του συστήματος- σημαντικό ρόλο στην προώθηση-υλοποίηση της πολιτικής της. Ακόμα περισσότερο, από πολιτική άποψη, έχει το πλεονέκτημα ότι η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ όλα τα προηγούμενα χρόνια της έστρωσε το δρόμο «νομιμοποιώντας από τα αριστερά» τις πολιτικές της εξάρτησης, της εκμετάλλευσης, τις πολιτικές της φτώχειας και της κατάργησης στοιχειωδών κοινωνικών δικαιωμάτων. Αυτό ακριβώς το πλεονέκτημα αξιοποίησε για να αναδειχθεί στην κυβέρνηση. Ωστόσο, πάνω σε αυτό το πλεονέκτημα έστησε και μια αντιπολιτευτική τακτική που είχε δύο βασικά στοιχεία που λειτούργησαν ως «υποσχέσεις» και που της έδιναν μια κάποια γυαλάδα στις δοσμένες συνθήκες της δεξιάς πορείας των πολιτικών πραγμάτων στη χώρα, στις δοσμένες συνθήκες της ανυπαρξίας αγώνων και κινήματος.

Η πρώτη από αυτές ήταν ας πούμε «κοινωνικού χαρακτήρα». Αφορούσε τα προεκλογικά σλόγκαν για «άμεσες επενδύσεις-ανάπτυξη», για «πολλές καλές δουλειές», για «μείωση της φορολογίας». Στην πραγματικότητα, ήταν η υπόσχεση για μια πολιτική που έστω σε κάποιο βαθμό θα «επανόρθωνε» και θα «αποκαθιστούσε» την καταβύθιση που υπέστησαν τα μεσαία κοινωνικά στρώματα όλα τα προηγούμενα μνημονιακά χρόνια. Μια τέτοια πολιτική είναι πράγματι ζητούμενη συνολικά για την αστική τάξη της χώρας και η αναζήτηση των περιθωρίων υλοποίησής της είναι ένα πολύχρονο αίτημα προς τους δανειστές της από την εποχή των Ζαππείων του Σαμαρά και όχι μόνο. Και ενόψει αυτής της πολιτικής προεκλογικά η ΝΔ θα λέγαμε ότι πρότεινε μια «αντιδραστική συμμαχία» στα μεσαία στρώματα. Μια συμμαχία που θα στήριζε -εκλογικά αλλά και στη συνέχεια ως στρώμα-αμορτισέρ- την άγρια αντεργατική και αντιλαϊκή πολιτική της (της 7ήμερης εργασίας, του νόμου και της τάξης κ.λπ.) με «αντίκρισμα» τη βελτίωση των όρων για τα στρώματα αυτά.

Η δεύτερη προεκλογική «υπόσχεση» της ΝΔ ήταν αυτή που αναδυόταν από τις υποτιθέμενες «εθνικές», στην πραγματικότητα εθνικιστικές, φωνασκίες της. Οι πιο έντονες και φανερές ήταν αυτές απέναντι στη συμφωνία των Πρεσπών, αλλά δεν ήταν οι μόνες. Από στελέχη της ακούστηκαν δειλές «ενστάσεις» γενικά για την αμερικάνικη πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Όπως επίσης υπήρξαν κριτικές και για το Υπερταμείο, κριτικές που συνδέονταν και με την πρώτη υπόσχεση και την αναζήτηση περιθωρίων για μια πολιτική που θα διευρύνει την κοινωνική βάση αναφοράς της. Συνολικά, αυτή η δεύτερη «υπόσχεση» της ΝΔ αφορούσε βέβαια στην ανάγκη της να απορροφήσει εκλογικά και πολιτικά ακροδεξιές και εθνικιστικές δυνάμεις, αλλά είχε και μια συνολικότερη επιδίωξη. Να παρουσιαστεί προς το λαό ως ένα κόμμα πιο «εθνικά υπερήφανο» από τον ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα που μπορεί και να λέει «όχι» στους προστάτες. Ότι μπορεί δηλαδή η χώρα να είναι και… «αυτοδύναμη» εντός του πλαισίου που της ορίζουν οι προστάτες της.

Διάψευση και επίθεση

Δεν χρειάστηκαν ούτε μέρες από την ανάληψη της κυβέρνησης από τη ΝΔ για να βρεθεί αντιμέτωπη με τη διάψευση των υποσχέσεων και των όποιων προσδοκιών -και εντός του κυβερνητικού επιτελείου- υπήρχαν σε σχέση με αυτές. Οι περίπου εσπευσμένες συνομιλίες και οι αναγκαίες διευκρινήσεις που απαιτήθηκαν από τους αξιωματούχους και τους εντεταλμένους της ΕΕ και των ΗΠΑ ξεκίνησαν από την προεκλογική περίοδο και συνεχίστηκαν αμέσως μετά την 8η Ιουλίου. Τα αποτελέσματά τους ήταν προφανή ήδη από την πρώτη κυβερνητική εβδομάδα και σαφέστερα στις προγραμματικές δηλώσεις στη Βουλή. Χαρακτηριστικά και ενδεικτικά ας επισημάνουμε:

-      Η επαναδιαπραγμάτευση των πλεονασμάτων, που θα αποτελούσε τη βάση της φορολογικής ελάφρυνσης των μεσαίων στρωμάτων, παραπέμπεται «για τουλάχιστον δύο χρόνια μετά», καθώς ήταν πολύ σαφείς οι πολλαπλές… διευκρινήσεις από ΕΕ μεριά για τις «δεσμεύσεις που ισχύουν και πρέπει να τηρηθούν».

-      Η «επένδυση» στο Ελληνικό –που θα ξεκινούσε τις δύο πρώτες εβδομάδες, σύμφωνα με τις προεκλογικές εξαγγελίες– παραπέμπεται λόγω «δυσκολιών» στους επόμενους μήνες και βλέπουμε…

-      Ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, Βαρβιτσιώτης, δήλωσε ότι « η συμφωνία των Πρεσπών αντιμετώπισε σε σημαντικό βαθμό τα πολιτικά προβλήματα που υπήρχαν με τη Βόρεια Μακεδονία…».

-Σε συνέντευξή του στην Καθημερινή της 22/7, ο Πάιατ ανέλαβε να ενημερώσει ότι στη συνάντησή του με τον Πομπέο, ο ΥΠΕΞ Δένδιας διαβεβαίωσε ότι θα βαθύνει ακόμα περισσότερο τις «άριστες σχέσεις με τις ΗΠΑ» που υπήρχαν επί ΣΥΡΙΖΑ. Εξάλλου, η κυβέρνηση με την αναγνώριση του Γκουαϊδό στη Βενεζουέλα είχε φροντίσει με τον πιο ωμό τρόπο να δείξει έμπρακτα αυτό το βάθεμα της υποτέλειας στις ΗΠΑ. Ακόμα, ο Βορίδης –στα πλαίσια του απαιτούμενου σεβασμού στον «άξονα» με το Ισραήλ- έσπευσε να ζητήσει «συγγνώμη» για το «αντισιωνιστικό παρελθόν του».

Με λίγα λόγια, η «γυαλάδα» έσβησε κιόλας στη βάση των όρων της εξάρτησης που όλα τα προηγούμενα χρόνια βάθυνε πολύ περισσότερο σε όλα τα πεδία και στις σημερινές διεθνείς και τοπικές συνθήκες δεν αφήνει περιθώρια τροποποιημένων επιλογών στην κυβέρνηση και συνολικά στην αστική τάξη της χώρας.

Τι μένει για την κυβέρνηση της ΝΔ; Αυτό που από την αρχή ήταν το κύριο και βασικό στο πρόγραμμα της. Να επενδύσει στην υποταγή στους Αμερικάνους και τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. Να ευνοήσει την ανάπτυξη της αρπακτικότητας του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου, χτυπώντας με κάθε τρόπο τις κατακτήσεις και τα δικαιώματα της εργατικής τάξης και του λαού. Να υπερασπίσει την ασφάλεια των συμφερόντων του ιμπεριαλισμού και του κεφαλαίου, τσαλαπατώντας και καταπνίγοντας τις λαϊκές ελευθερίες, τα δικαιώματα στην οργάνωση και την πάλη των μαζών.

Σε σχέση με αυτά, ήδη οι προγραμματικές δηλώσεις ανέδειξαν ένα πλήθος σοβαρών ζητημάτων.

-Στο ασφαλιστικό προετοιμάζεται νέο μεγάλο χτύπημα και στις επικουρικές και στις κύριες συντάξεις.

-Στα εργασιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα, εκτός των άλλων ετοιμάζεται νέος συνδικαλιστικός νόμος με «ηλεκτρονικό μητρώο»-φακέλωμα για τα συνδικάτα και «ηλεκτρονική ψηφοφορία» για την «πραγματοποίηση»-απαγόρευση των απεργιών.

-Στη φορολογική ελάφρυνση του… κεφαλαίου, προβλέπεται μείωση του φόρου για τα μερίσματα των μετόχων από 10% στο 5% και των επιχειρήσεων από το 28% στο 24% και το 2020 στο 20%.

-Στην εκπαίδευση εξαγγέλλεται ορυμαγδός μέτρων για ακόμα πιο ταξική παιδεία, συνέχιση-κλιμάκωση των πολιτικών της αξιολόγησης για τους εκπαιδευτικούς, ενώ παράλληλα καλλιεργείται το κλίμα ότι λόγω δημογραφικού είναι περισσότεροι από όσοι χρειάζονται! Και βέβαια, η επιχείρηση κατάργησης του Ασύλου –που αφορά όλο το λαό και την πάλη του- έχει τεθεί ως «επείγουσα αναγκαιότητα».

Αυτοδύναμο κίνημα!

Συνεπώς, η κυβέρνηση καλείται να υπηρετήσει το ξένο και ντόπιο κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό, χωρίς φτιασίδια στην πολιτική της που θα της επιτρέπουν να ισχυρίζεται ότι έφερε την «κανονικότητα». Αντίθετα, οι εξελίξεις προδιαγράφουν κι άλλες «αντικανονικότητες» σε όλα τα πεδία. Από αυτά των εθνικών λεγόμενων ζητημάτων, όπως το Κυπριακό όπου οι εξελίξεις στην Α. Μεσόγειο επιτείνουν την ιμπεριαλιστική (αμερικάνικη) ανάγκη να δοθούν «λύσεις» που θα μετατρέπουν το νησί σε αβύθιστο αεροπλανοφόρο τους, έως τα ζητήματα της οικονομίας, όπου οι «επιτυχίες που θα αλλάζουν τη σελίδα» είναι αμφίβολες και οπωσδήποτε επώδυνες για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία.

Αυτή την καθόλου ευθύγραμμη πορεία αντιλαμβάνεται και ο ΣΥΡΙΖΑ -και συνολικά η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση- και διαμορφώνει ανάλογα τη γραμμή του και τη στάση του. Υιοθετεί, έτσι, μια στάση υπευθυνότητας απέναντι στις ανάγκες και τις δυσκολίες του συστήματος, όπως εκφράστηκε με την υπερψήφιση του –Αβερωφικής πολιτικής προέλευσης- νέου προέδρου της Βουλής. Αυτό θα είναι και το βασικό μέλημα του ΣΥΡΙΖΑ στη δύσκολη πορεία της ανασύνταξής του από τη θέση της αντιπολίτευσης. Να δηλώνει «παρών» στις ανάγκες του συστήματος και με την αντιπολίτευσή του να υπερασπίζεται το δικό του έργο και το δικό του μίγμα πολιτικής απέναντι στις δυσκολίες που θα συναντά η πολιτική της ΝΔ. Με αυτή τη γραμμή θα επιδιωχθεί η ανασυγκρότηση-μεγέθυνση του κόμματός του, όπως πολύ χαρακτηριστικά έδειξε και η πρώτη μετεκλογική απόφαση του κεντρικού του οργάνου, όπου εκτός των άλλων δεν υπάρχει ούτε μια λέξη για τα ζητήματα των σχέσεων της χώρας με ΗΠΑ και ΕΕ! Αυτή η γραμμή δεν χωρά ξεσηκωμούς και μαζικές αντιστάσεις του λαού και της νεολαίας, πολύ περισσότερο σήμερα από ότι στην περίοδο του 2012-15, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ απαίτησε την απόσυρση του κινήματος ενόψει της ανάδειξής του στην κυβέρνηση.

Με βάση όλα αυτά, από τη σκοπιά των λαϊκών συμφερόντων, η ισχύς της κυβερνητικής επίθεσης θα κριθεί από τη δύναμη πάλης που θα αντιπαρατάξει ο λαός! Είναι παραπάνω από φανερή η αναγκαιότητα να συγκροτηθεί και να αναπτυχθεί η λαϊκή πάλη, οι μαζικοί αγώνες, το αυτοδύναμο κίνημα! Δηλαδή το κίνημα που δεν θα αναζητά πολιτική στήριξη σε σχέδια που αναφέρονται στις δυνάμεις του συστήματος, στην αναπαλαίωση των (αυτ)απατών που επιδείνωσαν δραματικά τον συσχετισμό σε βάρος του λαού. Αλλά το κίνημα που θα συγκροτείται και θα αναπτύσσεται στη βάση των εργατικών λαϊκών συμφερόντων και στην προοπτική της αντιπαράθεσης και της αναμέτρησης με τις πολιτικές και τις δυνάμεις του συστήματος. Τα πολιτικά δεδομένα στην εν γένει Αριστερά είναι αρνητικά ως προς αυτή την αναγκαιότητα. Οι διεργασίες που προκλήθηκαν από τα εκλογικά αποτελέσματα πιο πολύ μοιάζουν με τρικυμία στο ποτήρι ενώ αυτή φαίνεται να θέλει να διαχειριστεί τα αποτελέσματα της ήττας χωρίς καθόλου να αναμετρηθεί με τις πολιτικές και τις αντιλήψεις της ήττας, της προσαρμογής και του συμβιβασμού. Με τις πολιτικές που την αναπαραγωγή δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά και τη λαϊκή υπόθεση την ιεραρχούν ανεξάρτητα -ακόμα και σε βάρος- της απάντησης στα ζητήματα της πάλης και του κινήματος.

Παρόλα αυτά, η ανάγκη της μαζικής πάλης βοά, όπως έδειξε και η κινητοποίηση για το Άσυλο στις 23/7. Το ΚΚΕ(μ-λ), έχοντας επίγνωση των συσχετισμών, αλλά και με αυξημένες τις ευθύνες του στα πλαίσια της Αριστεράς, θα επιδιώξει με κάθε δυνατό τρόπο να υπηρετηθεί αυτή η αναγκαιότητα, στη βάση των πολιτικών κατευθύνσεων της 9ης Συνδιάσκεψής του. Θα επιδιώξει με τις δικές του δυνάμεις, αλλά, βέβαια, και στα πλαίσια της ΛΑ-ΑΑΣ να συμβάλλει σε πρωτοβουλίες συντονισμού, συγκέντρωσης δυνάμεων και κοινής δράσης απέναντι στην άγρια καπιταλιστική επίθεση και την ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα.

Αναζήτηση

Κατηγορίες