Η κάλπη θα βγάλει άγρια επίθεση.  Στηρίζουμε την πρόταση για οργάνωση, αντίσταση, αγώνες. Ψηφίζουμε ΚΚΕ(μ-λ).

01Το κουίζ που προκύπτει μετά τη δημοσίευση των «προγραμμάτων» ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ ενόψει των εκλογών της 7ης Ιούλη είναι εμφανές: Ποιος αντέγραψε ποιον στον ανταγωνισμό τους να πείσουν –ο καθένας για λογαριασμό του- τη λεγόμενη «μεσαία τάξη» ότι θα της εξασφαλίσουν ελαφρύνσεις. Βέβαια, ο ανταγωνισμός αυτός εξελίσσεται μέσα σε δεδομένα και συνθήκες που υπονομεύουν την πειστικότητα και των δύο. Από τη μια, η έκθεση της Κομισιόν βάζει -το λιγότερο- φρένο σε αυτές τις φιλοδοξίες. Από την άλλη, ο Στουρνάρας -έστω και κατά παραγγελία- εκτιμά ότι δεν θα «βγουν» τα πλεονάσματα που απαιτεί το πρόγραμμα που δεσμεύει τη χώρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, βέβαια, απαντά ότι το πρόγραμμα θα βγει. Ποιο πρόγραμμα; Αυτό από το οποίο «βγήκαμε» από τον περασμένο Αύγουστο! Και ως εκ τούτου, ο λαός «μπορεί ο ίδιος να αποφασίζει για το μέλλον του χωρίς να χρειάζεται η έγκριση των θεσμών»!!

Και η ΝΔ; Πώς εγγυάται την ελάφρυνση που υπόσχεται; Μα, με την «έκρηξη των επενδύσεων» που θα φέρει η κυβέρνηση της! Αλλά στην Ευρώπη υπάρχει κάμψη και φρενάρισμα της οικονομίας. Και η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο μιας περιοχής που είναι καζάνι που βράζει από τις αντιθέσεις και τις συσσωρεύσεις εκβιασμών και στρατιωτικών δυνάμεων των ιμπεριαλιστών. Είναι αυτό πλαίσιο που προοιωνίζει «έκρηξη επενδύσεων»; Κι ακόμα, με ποιες προϋποθέσεις θα γίνουν -αν γίνουν- οι όποιες επενδύσεις; Και τι θα σημαίνουν –αν και όσο υπάρξουν- για τα δικαιώματα των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων;

Η βροχή των αριθμών που ρίχνουν τα υποτιθέμενα προγράμματα του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ για να κλείσουν το μάτι στα μεσαία στρώματα εκφράζει, βέβαια, την ανάγκη της αστικής τάξης να εμφανιστεί ότι μπορεί να διαμορφώσει νέα -έστω κουτσουρεμένα- κοινωνικά συμβόλαια. Εκφράζει, δηλαδή, την ανάγκη τους να αναζητήσουν διεύρυνση της κοινωνικής βάσης στήριξης της άρχουσας τάξης. Όμως, πρόκειται για μια προσπάθεια έωλη και κυρίως μια προσπάθεια που συγκαλύπτει την πραγματική αντιδραστική και αντιλαϊκή τροχιά των εξελίξεων που δρομολογούνται.

Ο λαός, όμως, πρέπει να κοιτάξει -και στην εκλογική μάχη- τις δικές του αγωνίες, τα δικά του συμφέροντα. Και αυτά τα συμφέροντα δεν μπορούν να είναι, δεν είναι, κομμάτι των σχεδιασμών και της πολιτικής των κομμάτων του συστήματος. Αλλά είναι απέναντι τους! Για αυτό, ο λαός χρειάζεται να ανοίξει το δικό του δρόμο: Με οργάνωση και αντίσταση και στην προοπτική της ανεξαρτησίας και του σοσιαλισμού. Η προβολή και η υπεράσπιση αυτού του δρόμου είναι ο πιο ρεαλιστικός και αναγκαίος για το λαό πολιτικός στόχος στις επερχόμενες εκλογές.

Ένα είναι το πρόγραμμα…

Όσοι περίμεναν να δουν μια προεκλογική μάχη ανάμεσα στο «φως και το σκοτάδι» διαψεύδονται. Η προεκλογική αντιπαράθεση ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ εξελίσσεται σε τόνους ήπιους, συναινετικούς ως «αντιπαράθεση προγραμμάτων». Δεν πρόκειται για μια τυχαία επιλογή και κατάσταση. Ένα τέτοιο πλαίσιο αντιπαράθεσης των δύο κομμάτων καταρχάς υπαγορεύεται από τις γενικότερες συνθήκες ασάφειας στην οποία βρίσκεται η χώρα, όντας εξαρτημένη και παραρτημοποιημένη και μέσα σε ένα διεθνές πλαίσιο κρίσης και οξυμένων ανταγωνισμών των «προστατών» της. Ειδικότερα, όμως, αυτή η «ευγενής άμιλλα» είναι προϊόν και έκφραση της δεξιάς πορείας που κατέγραψαν και οι κάλπες της 26ης Μάη.

Η νικήτρια αυτής της κάλπης, η ΝΔ, έχει κάθε λόγο να θέλει πεδίο και κλίμα που θα ευνοεί τη δυνατότητά της να συνεχίσει την αντιδραστική, δεξιά πολιτική προετοιμασία του λαού ενόψει μιας πιθανής νέας νίκης της. Για αυτό, και ενώ αποφεύγει βέβαια όσο μπορεί να αναδείξει με ανοιχτό τρόπο όλη τη βαριά αντιλαϊκή και αντιδραστική στοχοθεσία της, αξιοποιεί το ήπιο και συναινετικό κλίμα για να βομβαρδίσει το λαό με τα αντιδραστικά κηρύγματα της: υπέρ των «επενδυτών» και των απαιτήσεών τους, υπέρ των επιχειρηματιών, του κεφαλαίου και των αναγκών του, υπέρ της «συρρίκνωσης του κράτους» όσον αφορά τα κοινωνικά δικαιώματα των μαζών, αλλά της ακόμα μεγαλύτερης διόγκωσής του όσον αφορά την καταστολή, την τρομοκρατία, τη φασιστικοποίηση της δημόσιας ζωής, που το πρόγραμμα της ΝΔ την ονομάζει «ασφάλεια».

Από την άλλη, και ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται αυτό το ήπιο και συναινετικό κλίμα. Γιατί δεν έχει καθόλου «φως» για να αντιπαραθέσει στο σκοτάδι της ΝΔ. Γιατί ξέρει και έμαθε και από τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών ότι δεν μπορεί να πείσει το λαό ότι βρίσκεται στον αντίποδα της πολιτικής της ΝΔ. Όσο και αν καταφεύγει σε ψευτιές (όπως για τους διορισμούς), σε φτηνά λογιστικά κόλπα (σαν το 5ευρω στα νοσοκομεία) δεν μπορεί να πείσει για τη… φιλολαϊκότητά του. Και όταν ντύνει με προοδευτικά περιτυλίγματα τις αντιλαϊκές επιλογές του, ακόμα περισσότερο τότε υπερασπίζεται την… πολιτική της ΝΔ και του συστήματος. Όπως πρόσφατα παρουσίασε την ίδρυση 60 και παραπάνω τμημάτων σπουδών διετούς φοίτησης ως διέξοδο για τα παιδιά των ΕΠΑΛ και ως «λύση» στο δικαίωμα τους στη δουλειά! Χρησιμοποιεί, δηλαδή, νόμο της Διαμαντοπούλου για να προωθήσει τις πολιτικές κατάργησης των σπουδών, τις πολιτικές προώθησης των καταρτίσεων και εφαρμογής των ελαστικών εργασιακών σχέσεων ως …προοδευτική πολιτική.

Αλλά για το ΣΥΡΙΖΑ, αυτό το ήπιο κλίμα είναι αναγκαίο και για την επόμενη μέρα. Γιατί την 8η Ιουλίου, είτε ως κυβέρνηση είτε ως αντιπολίτευση, ξέρει ότι θα χρειαστεί να πλεύσει σε αυτά τα δεξιά αντιλαϊκά-αντεργατικά νερά. Και άρα χρειάζεται μια προεκλογική περίοδο «σεμνή», χωρίς πολλές «αριστερές» κορώνες. Από μια άποψη, μια τέτοια προεκλογική περίοδο θα τη χρειαστεί ακόμα περισσότερο αν βρεθεί στην αντιπολίτευση, όπου θα πρέπει να λειτουργήσει ως ο δεύτερος πολιτικός πυλώνας του συστήματος.

Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι φανερό. Η «αντιπαράθεση προγραμμάτων» ένα και μόνο σημαίνει για το λαό: ότι μέχρι τις εκλογές θα πρέπει να δεχτεί ένα πολιτικό καταιγισμό από το ένα και μοναδικό πρόγραμμα του συστήματος, αυτό της νέας έντασης της αντιλαϊκής αντεργατικής επίθεσης που θα σημάνει μετά τις εκλογές με την όποια κυβέρνηση προκύψει από αυτές.

…αλλά «κάτι» του λείπει!

Στην πληθώρα των «αξόνων» και των υποσχέσεων των προγραμμάτων ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ δεν υπάρχει ούτε μια λέξη για την εξωτερική πολιτική και τα λεγόμενα εθνικά θέματα της χώρας! Πρόκειται για μια έλλειψη ηχηρή, αν πάρουμε υπόψη μας την θερμή και εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση στην περιοχή -από τα Βαλκάνια ως το Ιράν, τη Μ. Ανατολή, και την Α. Μεσόγειο- και τις πολλαπλές εμπλοκές της χώρας σε αυτήν την κατάσταση! Ταυτόχρονα, αυτή η αφωνία των επίδοξων κυβερνητών για ζητήματα που κρίνουν και θα κρίνουν ακόμα και τις ζωές του λαού μας και των λαών της περιοχής είναι απολύτως αποκαλυπτική και η ερμηνεία της προφανής: Για όλα αυτά και για το πώς θα σταθεί και θα χρησιμοποιηθεί η χώρα και ο λαός σε αυτό το σκηνικό πολέμου που έχουν στήσει οι ιμπεριαλιστές, θα αποφασίσουν οι προστάτες της χώρας!

Είναι, συνεπώς, εκτός της προεκλογικής συζήτησης και δεν αφορά το λαό -που κατά τα άλλα καλείται στις 7 Ιούλη να «αποφασίσει για το μέλλον του»- το τι θα γίνει με όλα αυτά! Δεν μπαίνει, συνεπώς, καν στη συζήτηση το βασικό δόγμα «ανήκουμε στη Δύση» που υπηρετούν και τα δύο κόμματα. Ακόμα περισσότερο, δεν μπαίνει σε συζήτηση το τι σημαίνει αυτό το δόγμα στις συγκεκριμένες συνθήκες της περιόδου. Σε συνθήκες όπου οι ΗΠΑ έχουν κλιμακώσει την επιθετική πολεμική πολιτική τους σε ολόκληρη την περιοχή και τις τελευταίες εβδομάδες βρίσκονται σε μια πορεία έντασης της επιθετικότητας τους ενάντια στο Ιράν. Σε συνθήκες που οξύνεται η αντίθεση ΗΠΑ-Ρωσίας αλλά και οι αντιθέσεις εντός της Δύσης. Σε συνθήκες που στα Βαλκάνια θερμαίνονται οι εθνικισμοί, αναδεικνύονται πολιτικές κρίσεις και οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές διχάζονται για τους όρους και τους στόχους των παρεμβάσεων τους. Σε συνθήκες που η πίεση και οι εκβιασμοί των ΗΠΑ στην Τουρκία κορυφώνονται, με βασικό εργαλείο αυτών των εκβιασμών την Ελλάδα και τους κατά παραγγελία της Ουάσιγκτον άξονες που έχουν στηθεί στην Α. Μεσόγειο. Σε συνθήκες, δηλαδή, που μέσα στο όλο πλαίσιο τροφοδοτείται ξανά η ένταση του αντιδραστικού ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού!

Για όλα αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ «απάντησε» τα προηγούμενα χρόνια, δένοντας ακόμα και πολύ περισσότερο τη χώρα στο άρμα των αμερικάνικων σχεδιασμών και επιδιώξεων. Έστρωσε, έτσι, και το δρόμο στη ΝΔ, που βρίσκει έτοιμες μια σειρά «δύσκολες δουλειές» και που, αν εκλεγεί, καλείται να τις συνεχίσει. Αυτό ήταν και το ουσιαστικό περιεχόμενο της συνάντησης Μητσοτάκη-Πάιατ, στην οποία ο πρώτος διαβεβαίωσε τον πρέσβη για το «στρατηγικό χαραχτήρα» των σχέσεων της χώρας με τις ΗΠΑ. Όσο για την ελληνοτουρκική θέρμανση, προς το παρόν η αστική τάξη και τα κόμματά της δείχνουν να …εύχονται και να ελπίζουν αυτή να παραμείνει στην περιοχή της Α. Μεσογείου και να μην ανέβει πιο πάνω, προς το Αιγαίο… Η παρέμβαση Σημίτη κατέγραψε το πρόβλημα αλλά, κυρίως, ομολόγησε την αμηχανία της αστικής τάξης μπροστά στα αδιέξοδα της πολιτικής της. Αυτά τα αδιέξοδα συνομολογεί η κοινή βουβαμάρα ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ αλλά και των επίδοξων συμπληρωμάτων τους από το ΚΙΝΑΛ ως τον… Βαρουφάκη. Και αυτά θα εντείνονται σε ευθεία αναλογία με την ένταση της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας και θα απειλούν ολοένα και περισσότερο το λαό μας και τους λαούς της περιοχής. Αυτά, λοιπόν, τα αδιέξοδα από τη σκοπιά του λαού, ένα δρόμο απάντησης έχουν: την προβολή, την υπεράσπιση και τη σφυρηλάτηση δεσμών φιλίας, αλληλεγγύης και κοινής πάλης με όλους τους λαούς της περιοχής, μέσα από ένα ισχυρό και μαζικό αντιπολεμικό-αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Ένα κίνημα που θα εναντιώνεται στους διχασμούς και τις έχθρες μεταξύ των λαών και για αυτό θα αγωνίζεται ενάντια σε όλους τους προστάτες και θα παλεύει για το διώξιμό τους από τη χώρα και την περιοχή.

Το (μακρινό) χθες έφερε το σήμερα

Η κυβερνητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, η τεράστια συμβολή του στη δυσφήμιση της Αριστεράς, αποτέλεσαν αναμφίβολα όρους στους οποίους πάτησε η εικόνα αντιδραστικοποίησης που έδωσε η κάλπη της 26/5 και η συνέχεια της, η σημερινή πολιτική προεκλογική κατάσταση. Ωστόσο, θα αδικούσαμε το ζήτημα των σημερινών πολιτικών και ταξικών συσχετισμών στη χώρα, αν ως αιτία τους θεωρούσαμε τα όσα συνέβησαν τα τελευταία τέσσερα ή δέκα χρόνια! Γιατί οι πολιτικοί και ταξικοί όροι στη βάση των οποίων είχαμε όλες τις εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας -στην οποία ένας ολόκληρος λαϊκός ξεσηκωμός οδηγήθηκε στην αναζήτηση δικαίωσής του σε κυβερνητικές λύσεις- διαμορφώθηκαν δεκαετίες πριν. Για να ερμηνεύσουμε, δηλαδή, την αποσυγκρότηση και την «αποχώρηση» της εργατικής τάξης από το προσκήνιο, την ισχυροποίηση και κυριαρχία στο κίνημα των κάθε λογής ρεφορμιστικών θεωρημάτων που αποτέλεσαν το πλαίσιο και τη βάση των εξελίξεων της τελευταίας δεκαετίας, θα έπρεπε να πάμε δεκαετίες πίσω. Στο 1950-60 και τις δραματικές εξελίξεις της δεξιάς στροφής και της ήττας στο κομμουνιστικό κίνημα στη χώρα μας και βέβαια όχι μόνο. Στην πολιτική ουράς στην Ένωση Κέντρου που ακολούθησαν το ΚΚΕ και η ΕΔΑ τα επόμενα χρόνια. Στην «εθνική ενότητα» υπό τον Καραμανλή στα 1974 και την στοίχιση-σύμπλευση του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσωτερικού με την ΠΑΣΟΚική αλλαγή των επόμενων χρόνων. Στις καταρρεύσεις του 1989-91 που αποτέλεσαν τη βάση της νέας αντιδραστικής εφόδου του συστήματος αλλά και τη βάση για να διακηρυχθεί από «αριστερά» εκ νέου το «κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε». Όλα αυτά τα ζητήματα και η ανάγκη να απαντηθούν στη βάση των σημερινών όρων βρίσκονται πίσω από το σημερινό αρνητικό συσχετισμό. Όλα αυτά τα ζητήματα είναι που κάνουν να δείχνει «βουνό» το ζήτημα της ανασυγκρότησης της εργατικής λαϊκής πάλης και έτσι όπως οι συνθήκες την απαιτούν. Όλα αυτά τα ζητήματα, οι μεγάλες ζημιές και η οπισθοχώρηση που έχουν φέρει στην πάλη του λαϊκού παράγοντα είναι και η «δύναμη» των σημερινών δυνάμεων του ρεφορμισμού, της υποταγής και του οπορτουνισμού. Μια «δύναμη» που τους επιτρέπει να «σφυρίζουν αδιάφορα» ακόμα και… αγέρωχα, αντί να δίνουν λογαριασμό για μια πολιτική διάλυσης του κινήματος. Μια «δύναμη» που τους επιτρέπει να μην αναγνωρίζουν καν το πρόβλημα και να παριστάνουν το «Κομμουνιστικό Κόμμα», το «συγκροτημένο ταξικό κίνημα», την «αντικαπιταλιστική αριστερά της ανατροπής». Μια «δύναμη» που τους επιτρέπει να κατασκευάζουν κάθε μέρα «νέα» θεωρήματα και να επινοούν νέα κόλπα που -τάχα- θα φέρουν την Αριστερά σε πρωταγωνιστικό ρόλο.

Άνοιξε (το «κλεισμένο») ζήτημα της Αριστεράς

 Όταν τον Ιούλιο του 2013 έγινε το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, η άποψη που κυριαρχούσε ήταν πως λύθηκε το ζήτημα της Αριστεράς. Είτε δηλωνόταν ανοιχτά, είτε με «αστερίσκους» (κατά το «αλλαγή δεν γίνεται χωρίς το ΚΚΕ») με αυτή τη ρότα κινήθηκε από τότε μέχρι και σήμερα η πλειοψηφία των δυνάμεων που αναφέρονται στο λαό και την Αριστερά. Εξαίρεση, βέβαια, ήταν το ΚΚΕ, που δεν αναγνώρισε ποτέ πως υπάρχει ζήτημα σχετικά με την εργατική και λαϊκή πάλη αφού υπήρχε και υπάρχει το ίδιο! Επιπλέον, η ηγεσία του ΚΚΕ είχε φτάσει στο σημείο να θεωρεί ως εξ ορισμού προβληματικό, αν όχι κίβδηλο, αυτό καθαυτό τον όρο «Αριστερά» και υιοθετούσε μόνο το «κομμουνιστικό κόμμα». (Αυτά την ίδια περίοδο που εκτός των πολλών άλλων θεωρούσε «κομμουνιστικό κόμμα» το ΚΚ Κίνας!)

Μόλις έξι χρόνια μετά, όλοι όσοι απορροφήθηκαν, θαμπώθηκαν, προσαρμόστηκαν στο νέο «μεγάλο δεδομένο» της ίδρυσης του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται μπροστά στη σημερινή κατάσταση. Αυτή η κατάσταση βεβαιώνει με όλους τους επώδυνους για το λαό και τη νεολαία τρόπους ότι το ζήτημα όχι μόνο δεν έχει «κατά βάση λυθεί», αλλά, αντίθετα, σε αυτό έχουν προστεθεί κι άλλες στρεβλώσεις που παράχθηκαν σε όλη αυτή την πορεία. Πρόκειται για στρεβλώσεις που τροφοδοτήθηκαν και από τις δυνάμεις των «αστερίσκων» και, με μια έννοια, κυρίως από αυτές. Γιατί τα χρόνια που (τους) έλαμπε ο ΣΥΡΙΖΑ, επέμεναν στην αντίληψη της κριτικής στήριξης του ρεύματός του. Μάλιστα, έκαναν και θετικούς απολογισμούς γιατί, «ακολουθώντας το ρεύμα» κατέγραφαν μεγάλα εκλογικά αποτελέσματα! Και μεταξύ άλλων, ασκούσαν κριτική στο ΚΚΕ(μ-λ) που «δεν αντιλαμβανόταν» την… κοσμογονία που συντελούνταν και έμενε στο «σεχταρισμό» και στα μικρά αποτελέσματα. Αλλά βέβαια, ακολουθώντας το ρεύμα, το μόνο που κατάφερναν ήταν να φουντώνουν τις (αυτ)απάτες σε έναν κόσμο αλλά και εντός τους!

Σήμερα, λοιπόν, είναι φανερό ότι το ζήτημα της Αριστεράς είναι ανοιχτό και προς απάντηση και με άλλους, πιο δύσκολους όρους από χθες. Ακριβώς γιατί έχει μεσολαβήσει το φούντωμα των αυταπατών, η πολιτική και ιδεολογική διαπαιδαγώγηση ενός κόσμου σχετικά με το ζήτημα σε μια απολύτως λαθεμένη, ουσιαστικά αστικής αντίληψης, βάση. Και είναι φανερό για μας ότι το ζήτημα δεν θα μας το «λύσει» μια ενδεχόμενη άνοδος της ΝΔ στην κυβέρνηση, που τάχα -όπως ίσως κάποιες δυνάμεις υπολογίζουν- θα σημάνει αυτόματα το ξέσπασμα μαζικών αγώνων. Θεωρούμε ότι σε κάθε περίπτωση, με όποια κυβερνητική λύση προκύψει για το σύστημα στις 7 Ιούλη, την επόμενη μέρα θα έχουμε νέους και πιο απαιτητικούς όρους και στο ζήτημα των αγώνων και της κοινής δράσης.

Η ζωή, η πολιτική και ταξική πάλη δεν είναι μια γραμμική υπόθεση. Το ΚΚΕ(μ-λ) δίνει τη μάχη των εκλογών για να προβάλλει και να υπερασπίσει στο λαό και στη νεολαία τα θεμελιώδη ζητήματα της υπόθεσής τους, που έχουν δεχτεί μεγάλα χτυπήματα από το σύστημα και τις δυνάμεις που συμμορφώνονται στα πλαίσια του· το ζήτημα του δρόμου του λαού που «ξεκινάει» από την οργάνωσή του και την αντίσταση στις πολιτικές του συστήματος και που εμπνέεται από το όραμα της ανεξαρτησίας και του σοσιαλισμού. Το ΚΚΕ(μ-λ) διεκδικεί αποφασιστικά στήριξη και ψήφο σε αυτή τη μάχη με τη δικαίωση της στάσης του όλα αυτά τα χρόνια. Γιατί αυτή η στάση είναι και η εγγύηση που μπορεί να καταθέσει, ότι θα είναι εδώ για να παλέψει μέσα στο λαό στην αναγκαία κατεύθυνση και με την αναγκαία αντίληψη για το κίνημα την επόμενη μέρα.

Αναζήτηση

Κατηγορίες