του Μιχάλη Μπαρτσίδη

«ο ηγεμόνας πρέπει να κάνει και  εκείνος όπως οι γνωστικοί τοξότες που θαρρώντας το στόχο τους πολύ μακρινό και ξέροντας ίσαμε που πάει το τόξο τους, σημαδεύουνε πολύ ψηλότερα από τον στόχο, όχι για να φτάσουν εκεί πάνω με το βέλος τους παρά για να μπορέσουν, με την βοήθεια του ψηλού σημαδιού, να βρουν το στόχο τους»Μακιαβέλι*

Με την «αποστομωτική» έκβαση του πολέμου στο Ιράκ κινδυνεύουμε να λησμονήσουμε τι συνέβαινε την περίοδο πριν από την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά την διάρκεια των πολύμηνων διαπραγματεύσεων στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Αυτό που διακυβευόταν ήταν η απονομιμοποίηση της πολεμικής επιλογής των ΗΠΑ με την πρωτοφανή ανάπτυξη ενός αντιπολεμικού κινήματος σε όλο τον κόσμο και κυρίως στην Ευρώπη σε συνδυασμό με την σθεναρή στάση διαφοροποίησης χωρών της ΕΕ και όχι μόνον. Μέσα στην ευφορία της ελπιδοφόρας εμφάνισης των κινημάτων δε δώσαμε την απαιτούμενη σημασία στη διαφοροποίηση αυτή, τον χαρακτήρα της και τα πιθανά αίτια της. Ίσως δεν προλάβαμε. Αν προσπεράσουμε το γεγονός αυτό, που είχε ως πρώτο, τουλάχιστον, αποτέλεσμα  την υποχρεωτική αναδίπλωση των ΗΠΑ εκτός ΟΗΕ, κινδυνεύουμε να περάσουμε αυτόματα από την ευφορία στην αμηχανία και τη σιωπή. Και όμως η διαφοροποίηση αυτή φαίνεται ότι είχε και έχει βάθος ανεξάρτητα από τις φαινομενικά αντιφατικές, και σίγουρα υποκριτικές, ευχές των ιδίων «να τελειώσει σύντομα ο πόλεμος»(Σρέντερ) ή τους αναμενόμενους μεταπολεμικούς χαριεντισμούς και επανασυγκολλήσεις. Μήπως η στάση αυτή αποσκοπούσε κάπου αλλού; Για να μπορέσουμε να δώσουμε μια ικανοποιητική απάντηση σε αυτό το αίνιγμα το σίγουρο είναι ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε το ολισθηρό πεδίο ανάλυσης των διεθνών σχέσεων ως αυτονομημένων από τις εσωτερικές κοινωνικές διαδικασίες των δυο παραγόντων και να στρέψουμε την προσοχή μας στην ιστορική συγκυρία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και στις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας- μέλους.

Μετά την ΟΝΕ τι; 

Είναι γεγονός ότι μέχρι στιγμής με την επίτευξη της νομισματικής ενοποίησης η ΕΕ κατόρθωσε να καταστεί ισχυρός οικονομικός πόλος διεθνώς και σοβαρός  ανταγωνιστής των ΗΠΑ. Η ευνοϊκή αυτή εξέλιξη ως προς το έξω της δεν σημαίνει ότι συνοδεύονταν από την επίλυση των προβλημάτων ως προς το εσωτερικό της. Αντίθετα, ήταν πλέον γνωστό ότι σε πολιτικό επίπεδο αντιμετώπιζε με αμηχανία τα προβλήματα και τις αντιφάσεις που διαρκώς αναφύονται. Μετά την ολοκλήρωση της ΟΝΕ αλλά και του φιλόδοξου στόχου της διεύρυνσης τέθηκαν εν παραλλήλω τα πάγια ζητήματα της πολιτικής ενοποίησης: η προετοιμασία της Συντακτικής Συνέλευσης, η ομοσπονδιακή ή διακυβερνητική δομή κλπ. Ωστόσο ήταν μια διαδικασία που δεν είχε διασφαλίσει τους όρους της, έμοιαζε να διεξάγεται σε κοινωνικό κενό και παρά τον οίστρο των οραματιστών δεν απασχολούσε τις ευρύτερες λαικές μάζες και πολίτες. Ο κίνδυνος να εμφανιστούν οι αντιφάσεις και τα προβλήματα παραμένει μεγάλος. Τα προβλήματα των κοινωνικών, εθνικών και περιφερειακών ανισοτήτων με άλλα λόγια η «πραγματική» σύγκλιση, όχι μόνον παραμένουν άλυτα αλλά ενίσχυσαν την τάση αμφισβήτησης της κυρίαρχης στρατηγικής εκ μέρους των λαικών τάξεων. Η συγκατάθεσή τους κατά την φάση της νομισματικής ενοποίησης δόθηκε, άλλωστε, με την υπόσχεση της «σύγκλισης». Η νεοφιλελεύθερη βάση συγκρότησης της ένωσης δεν τίθεται εν αμφιβόλω συνολικά, παρόλο τον πειρασμό χαλάρωσης του συμφώνου σταθερότητας. Η αμφισβήτηση μπορεί να παίρνει διάφορες και αντιφατικές μορφές : ανάπτυξη της συλλογικότητας των διεκδικήσεων και υπεράσπισης των κοινωνικών δικαιωμάτων αλλά και ενίσχυση των κινημάτων «εθνικής ταυτότητας» ή «εθνικής προτίμησης», δηλαδή του ρατσισμού και των ακροδεξιών πολιτικών εκφράσεων. Αυτό αποτελεί το κοινωνικό υπέδαφος σε κάθε κράτος –μέλος που συνυπάρχει με και απειλεί την επιτυχία του ευρώ, τους διατυμπανισμούς της μεγάλης αγοράς, ειδικά μετά την διεύρυνση, και της ισχυρής οικονομικής δύναμης.

Στην πραγματικότητα όμως ορθώνονται ανυπέρβλητα εμπόδια στην απρόσκοπτη συνέχιση της  διαδικασίας η οποία φαίνεται να υποχωρεί. Δεν τίθεται ζήτημα αλλαγής προσανατολισμού προς την επέκταση της δημοκρατίας και της συμμετοχής ούτε προς την επέκταση των κοινωνικών δικαιωμάτων.  Σε κάθε περίπτωση όμως διακυβεύεται έτσι η ισορροπία και η εγγύηση της από τα κάτω δυναμικής της διαδικασίας της ολοκλήρωσης. Γνωρίζουμε όμως ότι όταν συμβαίνει «οι από κάτω να μην πείθονται από τους πάνω» έχουμε μπροστά μας μια κρίση νομιμοποίησης . Οι επαγγελίες των κυρίαρχων απέχουν από την υλοποίηση τους, τα λόγια απομακρύνονται από την πραγματικότητα των πράξεων. Πρόκειται, όπως είναι προφανές, για τις δυο τάσεις της αντιφατικής διαδικασίας που αποτελεί η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση- ενσωμάτωση, διαδικασία ως εκ τούτου αμφίσημη και διακυβευόμενη. Η «ζήτηση για την Ευρώπη» και οι επιλογές των «από πάνω» τείνουν να μην αρθρώνονται σε μια συγκεκριμένη και απτή, δηλαδή πολιτική στρατηγική αντιμετώπισης των εμποδίων  και των αντιφάσεων της ενοποίησης. Οι δυο τάσεις αυξάνουν την διαφορά τους, την μεταξύ τους απόσταση. Η ένταση των αντιφάσεων απαιτεί μια νέα «φυγή προς τα μπρός», ένα νέο «όραμα», ένα νέο «ανέφικτο αλλά αναγκαίο» στόχο.

Η διαφοροποίηση

Ίσως σε αυτήν την προοπτική να βρίσκει την εξήγησή της η πρόσφατη διαφοροποίηση μέρους των ευρωπαϊκών κρατών του πυρήνα της ένωσης από την επιλογή των ΗΠΑ για τον πόλεμο στο Ιράκ. Η ιστορική διαδικασία της ολοκλήρωσης είναι που επιβάλλει την διαφοροποίηση.  Διότι οι διαφωνήσαντες κινούνται κυρίως από λόγους που έχουν να κάνουν με το εσωτερικό της ΕΕ. Ομοίως έπραξαν άλλωστε και οι ΗΠΑ, εκμεταλλευόμενες την κατάσταση με τον τρόπο τους, μετά την 11/9 . Η διαφοροποίηση αυτή, εν γνώσει προφανώς της έκβασης του πολέμου, δείχνει ότι έγινε για άλλους λόγους, προέκυψε από τις ανάγκες μιας πιο μακροπρόθεσμης στρατηγικής η οποία αποσκοπεί σε κατάλληλα αποτελέσματα τόσο στο διεθνές πεδίο αλλά κυρίως και, πάντα σε προτεραιότητα, στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κρατών και της ίδιας της ένωσης. Επιλέγεις να χάσεις κάπου μόνο αν έχεις την δυνατότητα να κερδίσεις κάπου αλλού. Ή, καλύτερα, επιλέγεις να μην χάσεις εκεί που σε ενδιαφέρει περισσότερο. Διαφωνώντας με τον πόλεμο στο Ιράκ ο πυρήνας της ΕΕ άδραξε την ευκαιρία της μαζικής αμφισβήτησης των ΗΠΑ παρουσιάζοντας την μη εμπλοκή του ως φιλειρηνική πολιτική.  Σαν να επιζητείτο η κατάδειξη μιας αναγκαιότητας: «η Ευρώπη δεν είναι ικανή αλλά (και άρα) πρέπει να γίνει».

Η πρώτη ύλη αυτής της ιδεολογικής διαδικασίας, ο αντιαμερικανισμός, έχει εμφανιστεί από καιρό όπως σε κάθε ιστορική διαδικασία ηγεμονίας.  «Πολιτιστικός αντιμπεριαλισμός» στη Γαλλία εδώ και δεκαπέντε χρόνια, η συζήτηση για το που τοποθετείται η αρχή της Ευρώπης(Μπατιντέρ), προσπάθειες να εννοηθεί ο αντιπαγκοσμιοποιητικός χαρακτήρας των νέων κινημάτων ως αντιαμερικανισμός κλπ.. Αποθεώθηκε δε στην τωρινή φάση με την «θεωρητικοποίηση»- μετουσίωση πολιτιστικών διαφορών, ριζών, ταυτοτήτων κλπ. μεταξύ πολιτισμένων «Ευρωπαίων» και βαρβάρων «Αμερικάνων». Αυτό κάτι θα πρέπει να μας θυμίζει από «εθνογένεση».

Αν ισχύει αυτή η υπόθεση, αν δηλαδή με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζει και κατοχυρώνει τους όρους εμπλοκής των μαζών με ελεγχόμενο τρόπο, μέσω της διαχείρισης του «αντιαμερικανισμού», στην διαδικασία της ολοκλήρωσης τότε ίσως πρέπει και να συνεχιστεί στο επόμενο βήμα.

Το βήμα επιχειρείται να γίνει άλμα. «Τώρα είναι η ώρα των αποφάσεων. Πρώτα η ισχύς ώστε να ακολουθήσει μετά ο φιλειρηνικός, δημοκρατικός και αναπτυξιακός ρόλος της ΕΕ…αφού φάνηκε ότι στις μέρες μας μετράει η ισχύς και αυτό σημαίνει αλλαγή της έννοιας της πολιτικής(!)» έλεγε, για παράδειγμα, ο Έλληνας υπουργός Παιδείας προσφάτως.   Υπάρχει πλέον η ευκαιρία να οριστεί το αναγκαίο και ελλείπον «όραμα» και να τεθεί το ζήτημα της αμυντικής και πολιτικής ένωσης. Λαμβάνει χώρα μια αλλαγή προτεραιοτήτων αφού ο στόχος αυτός έχει το πλεονέκτημα να μεταθέτει το ζήτημα της δημοκρατίας ή να το υπαγάγει στην προτεραιότητα της ασφάλειας. Αυτό που βλέπουμε μπροστά μας είναι ακριβώς η διαδικασία της ολοκλήρωσης ως συντονισμός εθνικών αστικών στρατηγικών και τις δυνατότητες της για το ριψοκίνδυνο βήμα της μεταβίβασης εθνικής κυριαρχίας, ακόμα και σε αυτό το νέο, προχωρημένο επίπεδο, σε υπερεθνικά όργανα της κοινότητας .

Ο «παράπλευρος στόχος»

Σε αυτό ακριβώς το σημείο διατυπώνονται εύλογες απορίες και επισημάνσεις από πολλές πλευρές για το ανέφικτο του εγχειρήματος:

Δεν μπορεί η ΕΕ να συγκροτήσει άλλο πόλο- αντίβαρο διότι δεν μπορεί να καλύψει την τεχνολογική υπεροπλία των ΗΠΑ, δεν αντέχει έναν ανταγωνισμό εξοπλισμών, κλπ.

Μήπως, αναρωτιούνται, οδηγούμαστε έτσι σε αμοιβαία περιχαράκωση και προστατευτισμό ;

Πως μπορεί, τέλος, να επιλέγεται τέτοια κατεύθυνση στη σημερινή εποχή των κοινών και αλληλένδετων συμφερόντων, της αλληλεξάρτησης, την εποχή της παγκοσμιοποίησης ; Συνεπώς, καταλήγουν, η ρεαλιστική και σωστή στρατηγική θα ήταν ανάσχεση της απόλυτης ισχύος των Η.Π.Α μέσω μιας διεθνούς διακυβέρνησης πολυμερούς συνεργασίας.

Καταρχήν, η προοπτική της ΚΕΕΠΑ δεν αντιβαίνει σε αυτή τη σωστή περιγραφή απλούστατα διότι δεν είναι απαραίτητο να οδηγεί στην συγκρότηση ανταγωνιστικού «πόλου» που να υπερβαίνει την αλληλεξάρτηση συμφερόντων.

Αντίθετα και ίσως παρόλα αυτά τίποτε δεν αποκλείει να παρουσιαστεί ως «διακηρυγμένος» στόχος ο οποίος ωστόσο, πρακτικά  μέσα στη διαδικασία και όχι ως εξαπάτηση, θα εξυπηρετεί έναν άλλο πιο «πραγματικό» στόχο.

Είναι δυνατόν να τεθεί ο στόχος της «ισχυρής» Ευρώπης ο οποίος θα προσληφθεί ως τέτοιος, αφού δημιουργήθηκε από τις εξελίξεις η ζήτησή του, ενώ θα αποσκοπεί  στην ανάγκη για ισχυρό Κράτος. Δεν χρειάζονται, νομίζω, περαιτέρω εξηγήσεις : ισχυρό για τον νεοφιλελευθερισμό και τον εσωτερικό έλεγχο και καταστολή. Αυτό όμως είναι ακριβώς που πρέπει να αποκρυβεί, να συγκαλυφθεί, να μην είναι ορατό. Κάθε κράτος επιφυλάσσει για τον εαυτό του, και μάλιστα αποκλειστικά, τον ρόλο της προστασίας και ασφάλειας των υπηκόων του. Μέσω αυτού επικοινωνεί με τα αισθήματα φόβου των μαζών και επικυρώνει, ανάλογα με τα πράγματα, την ισχύ του. Τα αισθήματα αυτά, όπως είδαμε, εντείνονται λόγω της αυξανόμενης κοινωνικής ανασφάλειας σε κάθε χώρα –μέλος αλλά και στο σύνολο της ένωσης στην παρούσα κατάσταση της. Μη όντας διατεθειμένες οι κυρίαρχες τάξεις να δράσουν πάνω στα αίτια που την προκαλούν είναι υποχρεωμένες να διαχειριστούν αυτή την αντίφαση του κράτους: από τη μια να προκαλεί ανασφάλεια και από την άλλη να επαγγέλλεται την ασφάλεια. Το αίτημα για «ισχυρή Ευρώπη στον κόσμο» διαθέτει, όπως αντιλαμβανόμαστε, ένα αμφίσημο περιεχόμενο. Για το λόγο αυτό παρέχει πλέον μια μοναδική ευκαιρία να συντονιστούν πάνω σε μια στρατηγική η οποία εκμεταλλεύεται αυτή την αμφισημία. Αναλαμβάνουν να το ικανοποιήσουν αλλά όχι οπωσδήποτε με αυτή την μορφή. Ανταποκρίνονται στο αίτημα αυτό εκτρέποντας τα αισθήματα ανασφάλειας ώστε να εκφραστούν από τον στόχο του ισχυρού κράτους.

Είναι ο τρόπος να μετατεθεί το πραγματικό αντικείμενο της πολιτικής αντιπαράθεσης σε ένα άλλο, διπλανό, πλασματικό (Nebenobjekt), σε έναν «παράπλευρο» -  κυριολεκτικά μεταφορικό αυτή τη φορά- «σκοπό»(  Nebenzweck)**. Αυτή είναι η λειτουργία της πολιτικής όταν εμφανίζεται μια κρίση νομιμοποίησης, μια αστάθεια των κυρίαρχων ιδεολογιών. Παρέχει την μεταφορικότητά της για την ιδεολογική σταθεροποίηση. Αυτή είναι και η «ισχύς» της: διαιρεί αλλά και ενώνει. Διότι «ισχυρή Ευρώπη» δεν σημαίνει αναγκαστικά «ισχυροί ευρωπαίοι» όπως γενικά ισχυρό κράτος δεν σημαίνει ισχυροί πολίτες.

Έτσι, επιτυγχάνεται ήδη ο στόχος αλλά υπό μια άλλη μορφή μη αναγνωρίσιμη. Διαφορετικά δεν μπορεί πια να επιτευχθεί.. Με άλλα λόγια, η επιτάχυνση της διαδικασίας της ενοποίησης προς ένα ανέφικτο στόχο καθίσταται αναγκαία ως η μόνη δυνατότητα να επιτευχθεί αυτός.

Αν  παρουσιαστεί, λοιπόν, η στρατηγική του «αντίβαρου» στις ΗΠΑ  θα είναι :

  1. ως ανάγκη ηγεμονίας απέναντι στην, με ποικίλες μορφές, αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού και την εμφάνιση των νέων κινημάτων.
  2. ως ανάγκη για επαναπροσδιορισμό της  ταυτότητας της Ευρώπης μετά την νομισματική ενοποίηση και μετά τον πόλεμο, μπροστά στα αδιέξοδα της ολοκλήρωσης, για έναν προσδιορισμό της «θέσης της στον κόσμο».

Κάθε ταυτότητα επαναπροσδιορίζεται συνεχώς όπως επίσης και ετεροπροσδιορίζεται. Για αυτούς τους λόγους χρειάζεται μια εξωτερική «απειλή», έναν «αντίπαλο», χρειάζεται εν πάση περιπτώσει να τονίσει την «διαφορά» της από τους άλλους, διαφορά που την συγκροτεί . Επιβεβαιώνεται έτσι ότι συγκροτείται με το μοντέλο του Κράτους- έθνους αλλά κατασκευάζοντας ένα νέο ευρύτατο κράτος.

Η στρατηγική της αμυντικής ενοποίησης απευθύνεται στο εσωτερικό, απευθύνεται στους λαούς και στους πολίτες των Ευρωπαϊκών κρατών. Ικανοποιεί το «αίτημα» για την Ευρώπη, αντιστοιχείται με την διάθεση των μαζών και του αντιπολεμικού κινήματος και στρέφει τον προσανατολισμό του εκεί που μπορεί να το ελέγξει. Κινητοποιεί και πάλι την διαδικασία της ολοκλήρωσης. «Η απόλυτη διαφάνεια στην υπηρεσία της απόλυτης χειραγώγησης»**. Ο πατερναλισμός κάθε σκεφτόμενου ηγεμόνα;

Η στρατηγική του αντίβαρου εφόσον αποτελεί έναν πλασματικό στόχο δεν σημαίνει βέβαια ότι χάνει την δυνατότητα των ελιγμών στο διεθνές πεδίο. Μπορεί, κάλλιστα, όχι μόνον να μην διαταράσσει ανεπανόρθωτα την κοινή γραμμή πλεύσης με τις ΗΠΑ στα διάφορα θέματα διακυβέρνησης της «παγκοσμιοποίησης» αλλά να συμμαχεί κατά περίπτωση με τις ΗΠΑ σε επεμβάσεις στα διάφορα σημεία του πλανήτη.

Πάνω απ΄ όλα, τέλος, αποτελεί ένα δύσκολο εγχείρημα διότι, αν προχωρήσει, αγγίζει την εθνική κυριαρχία στα τελευταία της  προπύργια για να την αντικαταστήσει αμέσως με, ή να παράγει κρατικά,  την κυριαρχία του «Ευρωπαϊκού έθνους». Πρόκειται για σημείο καμπής. Διανοίγεται η δυνατότητα να οικοδομηθεί λοιπόν όχι ένας άλλος «πόλος» στο διεθνή ανταγωνισμό αλλά ένα νέο Κράτος. Και αυτό το ενδεχόμενο δεν αντιμετωπίζεται ως ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός πόλων. Σημαίνει μετασχηματισμό των κρατών (και μάλιστα όχι προς την Αυτοκρατορία). Οι δυνατότητες των ολοκληρώσεων φαίνεται ότι είναι μεγάλες πλέον ώστε επιχειρείται  να περάσουν σε ένα επόμενο στάδιο. Και αυτό δεν είναι άσχετο από την αδυναμία των κυριαρχούμενων να προβάλλουν τους δικούς τους αυτόνομους προσανατολισμούς.  Βρισκόμαστε όντως σε αυτό το σημείο; Το ερώτημα δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ούτε ως ρητορικό ούτε ως αμηχανίας. Αλλά δηλωτικό της ανάγκης να σκεφτούμε όχι στενά- παθητικά με ασύνδετα σενάρια αλλά μέσα στη συγκυρία δηλαδή μέσα στο συσχετισμό δυνάμεων στον παρόντα χρόνο. Της ανάγκης να σκεφτούμε ελεύθερα και συλλογικά τα ιστορικά απρόοπτα(«θεωρητικό και πολιτικό δικαίωμα»).

Οι δυνατότητες μας

Τα πολύμορφα κινήματα κατά της νεοφιλελεύθερης «παγκοσμιοποίησης» που αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια είναι γέννημα αυτών των πολύπλοκων αντιφάσεων. Επανέφεραν την ελπίδα σε ευρύτατες μάζες, ανέδειξαν ανέκδοτες μορφές πολιτικής και οργάνωσης, ευνόησαν την ενεργητική επικοινωνία σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Εύστοχα συνδέθηκαν με το ευρύτερο αντιπολεμικό παγκόσμιο κίνημα που ζούμε στις μέρες μας. Συγχρόνως όμως συνιστούν τα ίδια αιτία των μετασχηματισμών που διαφαίνονται ή συντελούνται ήδη.   Η επίγνωση αυτών των αλλαγών είναι βασική συνθήκη για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να αποτελέσουν μέρος της κίνησης της αντίπαλης τάσης. Η μορφή του διλήμματος  «για μια ισχυρή Ευρώπη» έναντι των ΗΠΑ αποκρύπτει- ενέχει το πραγματικό διακύβευμα. Ασφάλεια με περιορισμό της δημοκρατίας και των συλλογικών δικαιωμάτων οδηγεί σε «ισχυρό» κράτος με ανασφαλείς και χειραγωγούμενους πολίτες. Πρακτικά δεν έχει πολιτικό νόημα να είμαστε υπέρ των εξοπλισμών και συγχρόνως υπέρ των κοινωνικών δικαιωμάτων. Όμως το κίνημα έρχεται από μακριά ως κίνημα εναντίον του νεοφιλελευθερισμού και του πολέμου και κατέκτησε τις ικανότητες να εμπνέει την συλλογικότητα, να επινοεί τις κατάλληλες συμμαχίες ώστε να επιβάλλει λύσεις από θέσεις αυτονομίας. Αρκεί να προσαρμόζει τον χαρακτήρα του κατάλληλα ή καλύτερα να μετασχηματίζεται, χωρίς εκ των προτέρων εγγύηση, σε νέες μορφές για να προσφέρει αντί «ασφάλειας» την κοινωνική σιγουριά.. Και οπωσδήποτε να σημαδεύει ψηλότερα για να πετύχει τους δικούς του μακρινούς στόχους.

Σημειώσεις:

* Μακιαβέλι, Ο Ηγεμόνας, τ. Ι, σ. 251, Κάλβος

** E. Balibar, Politics and truth στο Masses, classes, ideas, σ. 163, Routledge 1993

—————————

Ο Μ.Μ συμμετέχει στο Χώρο Μαρξ Θεσ/νίκης και στη ΣΕ των Θέσεων.

Αναζήτηση

Κατηγορίες