Η επέκταση του ΝΑΤΟ στην Ανατολή φέρνει πιο κοντά τον πόλεμο

Το ζήτημα της Ουκρανίας, της επέκτασης του ΝΑΤΟ, της αντίθεσης Δύσης-Ρωσίας δεν μας απασχολεί πρώτη φορά ή μόνο με αφορμή τα τελευταία γεγονότα. Ήδη από την περίοδο του «μακρινού» πλέον 1989-1991 και των ανατροπών που συντελέστηκαν, διατυπώσαμε σειρά εκτιμήσεων, στις οποίες και επιμένουμε, μια και έμελλε να επιβεβαιωθούν από τις εξελίξεις. Σαν δείγμα αυτών των εκτιμήσεων αναδημοσιεύουμε ένα άρθρο της Π.Σ. (αρ. φ. 315, 06-04-1996) στο οποίο ο υπογραφόμενος, παρότι έχουν μεσολαβήσει κοντά δυο δεκαετίες, δεν θα ‘χε να προσθέσει ή να αφαιρέσει ούτε λέξη.

Βασίλης Σαμαράς

Η επέκταση του ΝΑΤΟ στην Ανατολή φέρνει πιο κοντά τον πόλεμο

Για το ζήτημα έχουμε ξαναγράψει. Για πολλά από τα ζητήματα που συνδέονται μ’ αυτό έχουμε κάνει κατά καιρούς αναλυτικές τοποθετήσεις. Από την άποψη αυτή μπορούμε εδώ να αναφερθούμε σ’ αυτά με συνοπτικό τρόπο και πάντα σε αναφορά με το κυρίως ζήτημα που θέλουμε να θέσουμε.
Μόλις πρόσφατα η τρέχουσα φιλολογία άρχισε να κάνει κάποιες νύξεις γι’ αυτό που επιμελώς συγκάλυπτε τα τελευταία χρόνια. Την -και ιστορικού χαρακτήρα- αντίθεση Ρωσίας-Δύσης. Την από αιώνων προσπάθεια της Ρωσίας να βγει στη Βαλτική, να «πλησιάσει» την Ευρώπη, να «βγει» στη Μεσόγειο. Την αντίστοιχη και αντίθετη προσπάθεια της Δύσης (με όποιους κάθε φορά εκφραστές αυτής της τάσεις, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, ΗΠΑ τελευταία) να την απωθήσει, να την περιορίσει όσο γίνεται ανατολικότερα, βορειότερα. Μια κατεύθυνση που προωθείται με όλα τα μέσα και με τον πιο έντονο και επίμονο τρόπο ιδιαίτερα μετά το 1989, αξιοποιώντας την κρίση, τις αδυναμίες αλλά και τις τάσεις (ψευδαισθήσεις) της Ρωσικής Νέας Αστικής Τάξης (ΝΑΤ). Η τελευταία φιλοδοξούσε να γίνει μέλος του «κλαμπ», να γίνει αποδεκτή στην ομάδα εκείνων των χωρών που κυριαρχούν και εκμεταλλεύονται όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Μόνο που οι δυτικοί, για πολλούς και διάφορους λόγους, δε θέλουν την Ρωσία «συνέταιρο». Πολύ περισσότερο δεν θέλουν να της αφήσουν καν το περιθώριο να «συνέλθει» και να μετατραπεί έτσι σ’ έναν πανίσχυρο ανταγωνιστή σε όλα τα πεδία. Από τη μεριά μας, επιμένουμε ότι -και- οι οικονομικές δυνατότητες μιας ανασυγκροτημένης Ρωσίας είναι συγκρίσιμες μόνο με αυτές των ΗΠΑ και σε ορισμένα πεδία (διαστημική τεχνολογία κ.λπ.) οι δυο τους είναι πολύ μακριά από όλους τους άλλους. Η Δύση, στο κεφάλαιο αυτό, αν σαν μάξιμουμ στόχο έχει την μετατροπή της Ρωσίας σε δική της ενδοχώρα, σαν μίνιμουμ έχει να περιορίσει ή τουλάχιστον να καθυστερήσει όσο γίνεται περισσότερο την ανάπτυξη των δυνατοτήτων της.
Το κρίσιμο και «πιεστικό» ωστόσο ζήτημα είναι αυτό που συνδέεται με τις επιδιώξεις των ΗΠΑ για εδραίωση και κατοχύρωση του ρόλου τους ως παγκόσμιου ηγεμόνα. Η επιδίωξη της παγκόσμιας κυριαρχίας είναι κάτι που οι ΗΠΑ δεν αισθάνονται πλέον καν την ανάγκη να το συγκαλύψουν. Αντίθετα βρίσκουν ευκαιρίες και τρόπους (και έχουν τους λόγους τους γι’ αυτό) να το διακηρύσσουν. Και εδώ τα πράγματα για μας είναι αρκετά απλά. Στον πλανήτη Γη, μια και μόνη είναι η δύναμη που έχει το στρατιωτικό διάστημα να αντιπαρατεθεί στις ΗΠΑ.
Και εδώ, σαν παρένθεση, πρέπει να πούμε κάτι. Βεβαίως και η στρατιωτική δεν είναι η μόνη παράμετρος. Είναι όμως η -σε τελευταία ανάλυση- κρίσιμη. Και από τη μεριά μας, δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι οι ΗΠΑ, αν τα συμφέροντά τους το υπαγόρευαν και αν δεν υπήρχαν άλλοι περισπασμοί (π.χ. η ύπαρξη του πυρηνικού οπλοστασίου της Ρωσίας), δεν θα είχαν κανέναν δισταγμό στο να ασκήσουν και πυρηνικό εκβιασμό στην Κίνα, την Ιαπωνία, την Γερμανία ή όποιον άλλον.
Έχουμε λοιπόν την άποψη ότι αυτό είναι και το κεντρικό ζήτημα που απασχολεί τα επιτελεία των ΗΠΑ, και μ’ αυτό συνδέονται μια σειρά ενέργειες και κινήσεις. Ενέργειες που βασικά στην πρώτη περίοδο Γιέλτσιν στόχευσαν το ίδιο το πυρηνικό οπλοστάσιο της Ρωσίας. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, ο «αφοπλισμός» Ουκρανίας, Λευκορωσίας και άλλων πρώην Σοβιετικών χωρών δεν σήμαινε απλά μερικές εκατοντάδες λιγότερους πυραύλους. Σήμαινε την αποδιάρθρωση του πυρηνικού συστήματος της ΕΣΣΔ (Ρωσίας). Σήμαινε περιορισμό των στόχων που θα ‘χαν πλέον να αντιμετωπίσουν οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Οι ΗΠΑ στόχευσαν ακόμη παραπέρα. Με τις απόψεις για την επικινδυνότητα των «απαρχαιωμένων» σοβιετικών πυρηνικών συστημάτων, με τη «προσφορά» τους να συνεισφέρουν οικονομικά στην καταστροφή τους, στόχευσαν το ίδιο το ρωσικό πυρηνικό σύστημα. Βεβαίως οι προσπάθειές τους σ’ αυτό το πεδίο απέδωσαν μόνο ως ένα βαθμό. Η αντίδραση του ρωσικού στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος προσδιόρισε τα όρια από τα οποία η Ρωσία δεν μπορούσε να υποχωρήσει. Τουλάχιστον σ’ αυτή τη φάση. Το ζήτημα πλέον μπορεί να ξανατεθεί (και θα τεθεί) στο μέλλον και μόνο υπό συνθήκες μεγαλύτερης κρίσης στο εσωτερικό της Ρωσίας. Η νέα μεγάλη στρατηγική κίνηση της Δύσης και βασικά των ΗΠΑ είναι η προοπτική επέκτασης του ΝΑΤΟ. Με απόψεις του στυλ «Το ΝΑΤΟ δεν είναι πια αυτό που ήταν» δεν πρόκειται να ασχοληθούμε, γιατί αυτές αφορούν μόνο τα νήπια!
Ας δούμε σε συντομία κάποια δεδομένα. Η απόσπαση των βαλτικών χωρών στερεί την δυνατότητα εξόδου του ρωσικού στόλου στην Βαλτική για πάνω από το μισό διάστημα του έτους. Το βαλκανικό «κόλπο» (με το αίμα των λαών της Γιουγκοσλαβίας) αποκλείει τη Ρωσία από τη Μεσόγειο και την απωθεί βορειοανατολικά.
Η επέκταση του ΝΑΤΟ προσθέτει μια σειρά χώρες, με το όποιο δυναμικό τους, στο άρμα της Δύσης. Απαλλάσσει τους Νατοϊκούς επιτελείς από τον παλιό τους εφιάλτη ότι σε περίπτωση πολέμου τα ρωσικά άρματα εκκινώντας (τότε) από τη γραμμή του συμφώνου Βαρσοβίας μπορούσαν να φτάσουν σε λίγα εικοσιτετράωρα στη Μάγχη. Αντίθετα, είναι οι Νατοϊκές δυνάμεις που εγκαθίστανται σε θέσεις απευθείας προσβολής του ρωσικού εδάφους. Αν μάλιστα πάρουμε υπόψη ότι το άλλο μεγάλο «κόλπο» στο οποίο προσβλέπει η Δύση (από πολύ παλιά, ενώ υπήρξε και βασική επιδίωξη του Χίτλερ) είναι η απόσπαση και της Ουκρανίας, τότε θα βρεθούν σε θέση να προσβάλλουν απευθείας την καρδιά της Ρωσίας.
Πέρα από την άμεση στρατιωτική πλευρά του ζητήματος δημιουργούνται όροι περίσφιξης της Ρωσίας, συνθήκες πραγματικής ασφυξίας και από οικονομική άποψη, ιδιαίτερα αν πάρουμε υπόψη μας και το παιχνίδι που παίζεται στον Καύκασο (πετρέλαια), τον ρόλο της Τουρκίας κ.λπ.
Δημιουργούνται έτσι όροι μεγαλύτερης αποδυνάμωσης της Ρωσίας, αδυναμίας διατήρησης του επιπέδου του στρατιωτικοβιομηχανικού της πλέγματος πάνω στο οποίο εδράζεται το στρατηγικό της δυναμικό. Η κρίση στο εσωτερικό της Ρωσίας σε μια τέτοια περίπτωση θα είναι μεγαλύτερη, βαθύτερη και το δίλημμα υποταγή ή συντριβή θα τεθεί με πολύ ευνοϊκότερους για την Δύση όρους.
Η επιδίωξη συνεπώς της επέκτασης του ΝΑΤΟ δεν αποτελεί απλά εχθρική ενέργεια της Δύσης απέναντι στη Ρωσία αλλά, κατά τη γνώμη μας, μια ελάχιστα συγκαλυμμένη πολεμική ενέργεια. Μια ενέργεια που φέρνει πιο κοντά τους πολέμους τύπου Γιουγκοσλαβίας αλλά και τον ίδιο τον μεγάλο πόλεμο.
Ένα τέτοιο εγχείρημα, βεβαίως, δεν είναι απαλλαγμένο -όπως είναι φυσικό- και από μια σειρά αντιφάσεις. Πρώτα-πρώτα αυτές που σχετίζονται με την ίδια την Ρωσία, τις διεργασίες στο εσωτερικό της. Η επιθετικότητα της Δύσης ήδη μεγαλώνει τις αντιδράσεις στη Ρωσία και υπάρχει η πιθανότητα να φέρει τα πάνω κάτω. Η αγωνία των Δυτικών μήπως χάσουν τον εκλεκτό τους Γιέλτσιν συνδέεται ακριβώς με αυτό το ζήτημα. Η Δύση βρίσκεται στη θέση από τη μια να βιάζεται για να υλοποιήσει τους στόχους της και από την άλλη να προσπαθεί να αποφεύγει «βιαστικές» κινήσεις που μπορεί να ανατρέψουν το σκηνικό.
Πολύ σημαντικό ζήτημα μπαίνει από τις κινήσεις της Ρωσίας για προσέγγιση με Ιράν, Ιράκ, Ινδία και κυρίως Κίνα. Όσο μεγαλώνει η πίεση της Δύσης τόσο δυναμώνουν και οι τάσεις σε μια τέτοια κατεύθυνση. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν έτσι. (Σ’ αυτά δεν χωράνε προβλέψεις). Κάνοντας όμως μια «υπόθεση εργασίας» έχουμε την άποψη ότι μια πιθανή συμμαχία στρατηγικού χαρακτήρα Ρωσίας-Κίνας ανατρέπει όλο το παγκόσμιο σκηνικό.
Ένα άλλο ενδεχόμενο, όχι άμεσα ορατό για την ώρα αλλά αρκετά πιθανό κατά την άποψή μας, είναι οι αντιθέσεις που θα δημιουργηθούν μέσα στο ίδιο το δυτικό στρατόπεδο στην περίπτωση βίαιης αντίδρασης της Ρωσίας στην επέκταση του ΝΑΤΟ. Σε μια τέτοια περίπτωση, η ομοφωνία που επικρατεί (ως προς το ζήτημα) στα Νατοϊκά επιτελεία δεν θεωρούμε καθόλου βέβαιο ότι θα διατηρηθεί και ότι κάποιοι εταίροι δεν θα αρχίσουν να ψάχνουν διεξόδους.
Οπωσδήποτε αυτό που συμβαίνει είναι η προώθηση των αμερικανονατοϊκών σχεδίων, με όλες τις αντιφάσεις τους αλλά και όλα τα ενδεχόμενα στην πορεία.
Το μεγάλο ερώτημα του ζητήματος είναι το τι θα κάνει η Ρωσία. Θα αντιδράσει, θα υποχωρήσει και μέχρι ποιου σημείου; Η μέχρι τώρα στάση της ΝΑΤ της Ρωσίας, οι υποχωρήσεις της σε επίπεδα ιστορικής αυτοκτονίας -το ομολογούμε- μας έχει «εκπλήξει»! Η εξήγηση για μια τέτοια στάση βρίσκεται σε δυο πεδία. Το ένα συνδέεται στις επιδιώξεις της ΝΑΤ για είσοδό της στο «κλαμπ» με τις αυταπάτες της ως προς το πώς θα αντιμετώπιζε η Δύση τις επιθυμίες της. Το δεύτερο συνδέεται με την προσπάθεια της ΝΑΤ για «απελευθέρωση» και ολοκλήρωσή της σαν τάξη, με την προσπάθεια αντιμετώπισης του «εσωτερικού εχθρού».
Από δω και πέρα. Υπάρχουν ήδη κάποιες κινήσεις. Υπάρχει αντίθεση του Γιέλτσιν (μέχρι και αυτού!) στην επέκταση του ΝΑΤΟ, οι προσπάθειες ανασυγκρότησης της ΚΑΚ, οι «απειλές» για σύμπηξη «αντιΝΑΤΟ», το ψήφισμα της Δούμας που ακυρώνει την διάλυση της ΕΣΣΔ και βεβαίως υπάρχουν και οι προεδρικές εκλογές το καλοκαίρι. Ποιο βάθος, ποια διάρκεια και ποια, τέλος, προοπτική έχουν όλα αυτά;
Νομίζουμε κατ’ αρχήν ότι το έδαφος για αυταπάτες έχει περιοριστεί, παρότι πολλοί (εντός και κύρια εκτός Ρωσίας) προσπαθούν να τις συντηρούν. Στο επίπεδο αυτό περισσότερο βαραίνουν οι δυσκολίες ανασυγκρότησης της ΝΑΤ, οι εκβιασμοί που υφίσταται από τους Δυτικούς (οικονομικούς κ.ά.) παρά αυταπάτες του τύπου που ίσχυαν πριν μερικά χρόνια.
Νομίζουμε λοιπόν ότι το ζήτημα θα παιχτεί στη βάση των εσωτερικών διεργασιών στην Ρωσία κατά κύριο λόγο. Και εδώ υπάρχουν διάφορα ενδεχόμενα. Το πιο επιθυμητό για μας, αλλά δυστυχώς όχι και τόσο πιθανό με βάση τους υπάρχοντες όρους, είναι να μπορέσουν οι λαϊκές επαναστατικές κομμουνιστικές δυνάμεις να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους.
Ένα άλλο ενδεχόμενο είναι να μπορέσει η ΝΑΤ να ανασυγκροτηθεί σχετικά σύντομα στη βάση ενός αποδεκτού συμβιβασμού που να της επιτρέψει και τον «εσωτερικό εχθρό» να ελέγξει, και τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής να αντιμετωπίσει (πιθανώς και με κάποια «σοσιαλιστικά» επιχρίσματα, το επιδιωκόμενο συμβόλαιο). Σε μια τέτοια περίπτωση η ενεργή αντίθεση στην επέκταση του ΝΑΤΟ θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Εάν η ΝΑΤ της Ρωσίας δεν κατορθώσει το προηγούμενο, τότε όλα τα ενδεχόμενα είναι πιθανά. Από την ακόμη μεγαλύτερη ενδοτικότητα στην επέλαση της Δύσης, μέχρι σπασμωδικές αντιδράσεις ή και δικτατορικές «λύσεις» (του Γιέλτσιν ή οποιουδήποτε άλλου). Οπωσδήποτε οι διεργασίες στη Ρωσία αποτελούν ένα ολάκερο κεφάλαιο που χρειάζεται μεγαλύτερη ανάλυση. Η σύντομη προσέγγιση που κάνουμε εδώ απλά μας χρειάζεται για να φωτίζουμε και από αυτή την πλευρά το κυρίως ζήτημα που θέτουμε.
Τέλος θα θέλαμε να αναφερθούμε σε ένα ακόμη ζήτημα. Ανάμεσα στα διάφορα που λέγονται είναι και το ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ κατοχυρώνει, λέει, την ανεξαρτησία των χωρών (της Κεντρικής-Ανατολικής Ευρώπης). Προφανώς απέναντι στη Ρωσία. Βεβαίως η γειτνίαση αυτών των χωρών με την σημερινή Ρωσία δεν είναι και τόσο παράγοντας ασφάλειας και ανεξαρτησίας. Άλλο τόσο όμως δεν είναι και η είσοδος στο ΝΑΤΟ, η παράδοση στα δυτικά όρνεα. Πολύ περισσότερο, αν αναλογιστούμε ότι ήδη άνοιξαν κάποια «ζητηματάκια» (Σουδητία) και μέλλεται να ανοίξουν και κάποια άλλα (γραμμή Οντερ-Νάισε, ζήτημα Α. Πρωσίας κ.ά.).
Και -χρειάζεται να το πούμε- αν ανατρέξει κανείς στην Ιστορία, θα δει ότι το μεγαλύτερο διάστημα που αυτές οι χώρες μπόρεσαν να ζουν ειρηνικά και ανεξάρτητα, είναι αυτό που ξεκινάει από τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου μέχρι τις μέρες μας.
Πέρα ωστόσο από τα προηγούμενα, αυτό που εμείς εκτιμούμε είναι πως η μοίρα αυτών των χωρών (αν δεν συμβούν άλλες ανατροπές) είναι να συνθλιβούν σ’ αυτή την αντιπαράθεση, σ’ αυτόν τον ανταγωνισμό Δύσης-Ρωσίας. Οι πιέσεις, οι εκβιασμοί, οι αποσταθεροποιήσεις, η υποκίνηση αντιθέσεων ή ακόμη και οι επεμβάσεις είναι αυτό που τους επιφυλάσσεται.
Αυτό που τις περιμένει είναι το γιουγκοσλαβικό μοντέλο ή περίπου. Ήδη η Τσεχοσλοβακία έχει χωριστεί στα δύο. «Ειρηνικά» βέβαια, αλλά η συνέχεια δεν θα είναι το ίδιο. Από αιτίες και αφορμές διένεξης και παρεμβάσεων, άλλο τίποτα. Όλη η Κεντρική-Ανατολική Ευρώπη (και Δυτική αλλά εκεί τα πράγματα είναι πιο «σταθερά») βρίθει από ιστορικές διαφορές (έως και εδαφικές) ανά ζεύγη χωρών και σε διάφορους συνδυασμούς. Και βεβαίως δεν πρέπει να ξεχνάμε την Γιουγκοσλαβία που το κομμάτιασμά της και το μακέλεμα των λαών της ανήκει στον ευρύτερο κύκλο των ίδιων επιδιώξεων (όπως άλλωστε συνολικά τα Βαλκάνια και όχι μόνο).
Να κλείσουμε συνεπώς επαναλαμβάνοντας αυτό που και προηγούμενα αναφέραμε. Η επέκταση του ΝΑΤΟ φέρνει πιο κοντά τους πολέμους, το ματοκύλισμα των λαών, φέρνει πιο κοντά τον πόλεμο. Ανάλογη πρέπει να είναι και η στάση μας απέναντί της.

Αναζήτηση

Κατηγορίες