Η απόσυρση των ΗΠΑ από τη συμφωνία με το Ιράν κλιμακώνει την ένταση στη Μ. Ανατολή

Στις 8 του Μάη, μετά από πολύμηνες απειλές, ο αμερικανός πρόεδρος Τραμπ ανακοίνωσε την απόσυρση των ΗΠΑ από την πολυμερή συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, επικαλούμενος πως δεν είναι αρκετά ολοκληρωμένη και πως δεν βάζει στο στόχαστρο το πυραυλικό πρόγραμμα και τις αποσταθεροποιητικές ενέργειες του Ιράν στην περιοχή.Πρόσθεσε ότι είναι έτοιμος να διαπραγματευτεί μια νέα συμφωνία… όταν το Ιράν είναι έτοιμο!

Η κίνηση αυτή αποτελεί μια σημαντική στροφή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στο Ιράν και θέτει πολλά ερωτήματα για τη διαμορφούμενη κατάσταση στο επόμενο διάστημα και σε διάφορα επίπεδα.Με την απόφαση αυτή, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο Ιράν διαθέτουν από τρεις ως έξι μήνες για να «φύγουν» από εκεί, προτού εφαρμοστούν και σε αυτές κυρώσεις: πρόστιμα και αποκλεισμός από τις αμερικανικές αγορές.

Η απόφαση αυτή ( καθόλου αιφνίδια) φέρνει την Ευρώπη σε πολύ δύσκολη θέση. Οι ευρωπαίοι ηγέτες δηλώνουν ότι θα «κάνουν το παν» για να προστατεύσουν τα συμφέροντα των εταιρειών τους που δραστηριοποιούνται από το 2016 στο Ιράν. Είναι γεγονός πως, εδώ και καιρό, πολλές από αυτές τις εταιρίες προσπαθούν να βρουν εναλλακτικούς τρόπους για να αντιμετωπίσουν αυτή τη στιγμή. Αλλά μάλλον τα περιθώρια είναι στενά. Όσο για το πλέγμα των διατάξεων στο οποίο κατέφυγε η ΕΕ για να παρακάμψει το νέο αμερικανικό εμπάργκο στην Κούβα, δείχνει να μην είναι κατάλληλο για την περίσταση.

Και δεν είναι η νομική αβεβαιότητα της παραβίασης των αμερικανικών κυρώσεων που θα αναγκάσει πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να συμμορφωθούν. Αν η ΕΕ αποφασίσει να καλύψει οικονομικά και νομικά τον ευρωπαϊκό επιχειρηματικό τομέα, θα σημαίνει ευθεία αμφισβήτηση της συγκεκριμένης απόφασης του Λ. Οίκου. Αυτό εξηγεί και την επιφυλακτικότητα των δυτικών επενδύσεων στο Ιράν και το λόγο που δεν έγινε κάποιο εμπορικό «μπουμ», όπως ήλπιζαν οι Γερμανοί, μετά την υπογραφή της συμφωνίας το 2015. Ωστόσο οι κυρώσεις των ΗΠΑ θα έχουν σοβαρό αντίκτυπο στο Ιράν, άσχετα με τη στάση των Ευρωπαίων.

Η ΕΕ από τη μεριά της επαναβεβαίωσε (λίγες ώρες πριν ανακοινώσει ο Τραμπ την απόσυρση των ΗΠΑ), σε συνάντηση αξιωματούχων των τριών ευρωπαϊκών χωρών που την υπέγραψαν (Γαλλία, Γερμανία και Βρετανία) με τον ιρανό υφυπουργό Εξωτερικών Αραγσί, τη στήριξη της συμφωνίας και την εφαρμογή της. Ανάλογη ανακοίνωση έκανεο ιρανός πρόεδρος Ροχανί. Ωστόσο, ο ιρανός ανώτατος ηγέτης Χαμενεΐ εξέφρασε αμφιβολίες για το τι θα καταφέρουν οι Ευρωπαίοι, δηλώνοντας ότι απαιτείται «ισχυρή εγγύηση από αυτές τις τρεις ευρωπαϊκές χώρες», συμπληρώνοντας… «είναι ξεκάθαρο ότι οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να λάβουν απόφαση ανεξάρτητη και ενάντια στις ΗΠΑ και είναι δεμένοι στο άρμα της Αμερικής».

Η αντίδραση του Βερολίνου ήταν κάτι παραπάνω από ασαφής. Περισσότερο απασχόλησε τα γερμανικά ΜΜΕ η δήλωση του νέου αμερικανού πρέσβη στη Γερμανία, Γκρένελ, ότι οι γερμανικές εταιρείες θα πρέπει «να σταματήσουν άμεσα να δραστηριοποιούνται στο Ιράν», αν δεν θέλουν να υποστούν αμερικανικές κυρώσεις. Η απάντηση του Γερμανοϊρανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου -«Δεν ανήκει στις αρμοδιότητες ενός αμερικανού πρέσβη να δίνει οδηγίες στις γερμανικές επιχειρήσεις»- δεν απαντά στο ποιος ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στην Ευρώπη και στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις: Βρυξέλλες ή Ουάσιγκτον. Μπορεί ο Γερμανός ΥΠΕΞ, Μάας, να δηλώνει ότι η Γερμανία θα προσπαθήσει να κρατήσει ζωντανή τη συμφωνία, δηλαδή ζωντανές τις περίπου 120 γερμανικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο Ιράν και τις 10.000 γερμανικές εταιρείες που έχουν εμπορικές συναλλαγές με τη χώρα, αλλά την ίδια στιγμή η Μέρκελ εξέφρασε αμφιβολίες για το κατά πόσο «μπορούμε να διατηρήσουμε ζωντανή αυτή τη συμφωνία, εάν δεν θέλει να μετέχει σε αυτή μια γιγαντιαία οικονομική δύναμη»…

Ο Μακρόν πάντως προειδοποιεί ότι δεν υπάρχει «σχέδιο Β» από την ΕΕ. Αλλά ως Γαλλία επιφυλάσσεται, με τις προτάσεις που έθεσε στο πρόσφατο ταξίδι του στην Ουάσιγκτον: «Θα εργαστούμε συλλογικά σε ένα ευρύτερο πλαίσιο για την μετά το 2025 περίοδο, το βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν και τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή, ιδίως στη Συρία, την Υεμένη και το Ιράκ». Η Γαλλία επιδιώκει να βγει ωφελημένη από τις εξελίξεις καθώς προβάλλει ως σοβαρός «διεθνής δρων» της Δύσης, που συνδυάζει ισχύ και αξιοπιστία…

Με τη Βρετανία σε δύσκολη θέση λόγω Brexit και με περισσότερη ανάγκη τη στήριξη των ΗΠΑ, με την πολιτική επιρροή της Μέρκελ σε κάμψη και τον Μακρόν σε αναζήτηση νέου ρόλου για τον γαλλικό ιμπεριαλισμό, μια σύγκρουση Ευρώπης-ΗΠΑ για το Ιράν έχει λίγες πιθανότητες να συμβεί.

Η Ρωσία, μέσω του υπουργείου Εξωτερικών, περιορίστηκε να εκφράσει «την έντονη απογοήτευσή της» από την απόφαση Τραμπ, τονίζοντας παράλληλα ότι είναι ανοιχτή σε περαιτέρω συνεργασία με τους άλλους εταίρους της συμφωνίας και ότι θα συνεχίσει να αναπτύσσει τις διμερείς σχέσεις με την Τεχεράνη. Ωστόσο η Ρωσία δεν έχει δεσμευτεί ότι επιθυμεί να γίνει το διεθνές στήριγμα της Τεχεράνης, τόσο απέναντι σε Ισραήλ και Σ. Αραβία όσο και, κυρίως, απέναντι στις ΗΠΑ. Η συμμαχία Μόσχας και Τεχεράνης στη Συρία έρχεται να υπηρετήσει συγκεκριμένο στόχο και δεν εκτείνεται σε όλη τη Μέση Ανατολή. Το Κρεμλίνο ευελπιστεί πως ένας νέος κύκλος ιρανικής απομόνωσης θα ισχυροποιούσε την εξάρτηση του Ιράν από τη Ρωσία.

Το ίδιο ίσως ευελπιστεί και η Κίνα, με οικονομική διείσδυση στη χώρα αυτή. Όμως είναι προφανές πως το ζήτημα δεν αφορά, στην κύρια πλευρά του, εμπόριο και επενδύσεις. Είναι πρωτίστως ζήτημα ισχύος και γεωπολιτικής επιρροής. Είναι πολύ απίθανο η Κίνα, όπως και η Ρωσία, να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις των ΗΠΑ.Επίσης, με δεδομένο ότι το ήμισυ του εμπορίου του Ιράν αφορά σήμερα Ινδία και Κίνα, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αντίδραση της Ινδίας.

Ισραήλ και Σ. Αραβία, ως αναμενόταν, επικρότησαν τις ενέργειες του Τραμπ. Το Ισραήλ ανησυχεί ιδιαίτερα βλέποντας να διαμορφώνεται ένας, εν δυνάμει, συνασπισμός και ενδεχομένως ένας κοινός στρατιωτικός άξονας γύρω του. Με δεδομένο ότι Ισραήλ και Ιράν ήδη είναι σε πόλεμο μέσα σε συριακό έδαφος, όπου επικρατεί ακόμη χάος, μια κλιμάκωση της μεταξύ τους σύγκρουσης καθιστά δύσκολη, αν όχι αδύνατη, την παραμονή Γαλλίας, Αγγλίας και Γερμανίας στη συμφωνία.

Η αποδυνάμωση του περιφερειακού ρόλου του Ιράν διαταράσσει τις ισορροπίες στην περιοχή. Η στρατηγική των ΗΠΑ και του Ισραήλ είναι να εξουθενωθεί οικονομικά και στρατιωτικά, ώστε σε πρώτη φάση να αναγκαστεί να αναδιπλωθεί από Συρία, Ιράκ, Υεμένη, ακόμη και τον Λίβανο, και σε δεύτερη φάση να επιδιωχθεί η κατάρρευση του καθεστώτος της Τεχεράνης με την κατάλληλη αξιοποίηση των εσωτερικών αντιθέσεων, που τις τροφοδοτεί η απόφαση του Τραμπ. Απόφαση που είναι βέβαιο ότι θα μετατοπίσει την πολιτική συζήτηση στο εσωτερικό της αστικής τάξης, μερίδες της οποίας βλέπουν πλεονεκτήματα στην προσέγγιση με τις ΗΠΑ. Τώρα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ενισχύονται οι σκληροπυρηνικοί που επιδιώκουν να περιορίσουν τη δυνατότητα ανοιγμάτων του προέδρου Ροχανί προς τη Δύση.

Οι αναφορές Τραμπ για την ανάγκη να σταματήσει το Ιράν να δρα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής δείχνουν ότι το θέμα δεν είναι τα πυρηνικά, αλλά η ευρύτερη σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ – Ισραήλ – Σ. Αραβίας από τη μια και Ρωσίας – Συρίας – Ιράν από την άλλη.Οι 3 με 6 μήνες που έδωσε ο Τραμπ ως περιθώριο, πριν από την έναρξη επιβολής των κυρώσεων, ίσως αφήνουν ένα παράθυρο υπαναχώρησης. Κάτι τέτοιο ωστόσο προϋποθέτει ισχυρό μέτωπο αντίδρασης, που δεν είναι ορατό σήμερα. Σε μια τέτοια περίπτωση, εκτεθειμένο θα βρισκόταν το Ισραήλ που επένδυσε πολύ στην «καθαρή λύση» της ισχυρής παρέμβασης των ΗΠΑ στην περιοχή. Είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ, κοιτώντας την επομένη του πολέμου στη Συρία, είναι δύσκολο να ανεχθούν την κατάσταση που διαμορφώνεται. Μπορεί ο Τραμπ να εξακολουθεί να είναι ασυνάρτητος σε δηλώσεις, ωστόσο στις ΗΠΑ και στον πυρήνα λήψης αποφάσεων τα επιτελεία δείχνουν να συντονίζονται σε πιο σαφείς κατευθύνσεις.

Η αμερικανική μονομερής αποχώρηση από τη συμφωνία επιχειρεί όχι μόνο να αποδυναμώσει την Τεχεράνη αλλά και να «σύρει» συμμάχους και ανταγωνιστές στο άρμα της πολιτικής των ΗΠΑ. Η έκβαση αυτού του εγχειρήματος μπορεί να κρίνει πολλά για το μέλλον ολόκληρης της περιοχής σε ένα μακρύ διάστημα.

Χ.Β.

Αναζήτηση

Κατηγορίες