Ευρωεκλογές και η «επόμενη μέρα» στην Ε.Ε.: Η αποχή μειώθηκε λίγο, τα προβλήματα της «ένωσης» παραμένουν μεγάλα!

Ούτε η αυξημένη κατά 5% σε σχέση με το 2014 συμμετοχή στις ευρωεκλογές σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ούτε η μικρότερη απ’ ότι αναμενόταν άνοδος των εθνικιστικών και ακροδεξιών κομμάτων, είναι ικανές να συγκαλύψουν τα σοβαρά προβλήματα και τις μεγάλες αντιθέσεις που διαπερνούν το σώμα της ιμπεριαλιστικής και αντιδραστικής λυκοσυμμαχίας που ονομάζεται Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτά αντανακλάστηκαν μέσα και από την αποδυνάμωση των δύο βασικών ομάδων του ευρωκοινοβουλίου (της ομάδας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος- ΕΛΚ και της Ομάδας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών- Σ&Δ), αποδυνάμωση που βέβαια δεν οδήγησε παρά στην ενίσχυση άλλων καθόλα συστημικών ομάδων όπως οι Φιλελεύθεροι, οι Πράσινοι και φυσικά της ομάδας των ακροδεξιών εθνικιστών και ευρύτερα των «ευρωσκεπτικιστών». Επιπλέον, εκφράστηκαν ήδη από την «επόμενη μέρα» με την αντιπαράθεση Γαλλίας – Γερμανίας (όχι) για τα πρόσωπα που θα διοριστούν στις ανώτατες θέσεις της ΕΕ, με τη νέα κρίση στις σχέσεις Ιταλίας- ΕΕ, την άγνωστη διαδρομή της διαδικασίας του BREXIT μετά και το θρίαμβο Φάρατζ, για να μείνουμε στα πιο σημαντικά.

Ωστόσο, η αυξημένη συμμετοχή και η μικρή μόνο άνοδος των «ευρωσκεπτικιστών» είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας των βασικών ιμπεριαλιστικών χωρών της ΕΕ να υπερασπίσουν, παρά τις αναμεταξύ τους αντιθέσεις, το «κοινό όχημα». Και αυτό το «κοινό όχημα» τους δίνει τη δυνατότητα να επιβάλλονται και να διαιωνίζουν την κυριαρχία τους στην εργατική τάξη και τους ευρωπαϊκούς λαούς, να λυμαίνονται τις πλουτοπαραγωγικές πηγές και τους λαούς των μικρότερων και εξαρτημένων χωρών της «ένωσης», να το χρησιμοποιούν για να πολλαπλασιάσουν τις δυνατότητές τους στον ανταγωνισμό με τις υπόλοιπες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Η υπεράσπιση αυτού του «κοινού οχήματος» μετατράπηκε, λοιπόν, σε ζωτική ανάγκη για αυτές τις δυνάμεις, όταν,με τις συνέπειες της παγκόσμιας κρίσης πανταχού παρούσες, ήρθε στο προσκήνιο η κρίση συνοχής με αφορμή το προσφυγικό, η σοβαρή όξυνση των αντιθέσεων με τις ΗΠΑ αλλά και οι αναταράξεις που προκαλούν οι κινήσεις Ρωσίας και Κίνας. Ιδιαίτερο όμως και καθοριστικό ρόλο έπαιξε το δημοψήφισμα για το BREXIΤ, που τροφοδότησε με πολλή καύσιμη ύλη τις φυγόκεντρες τάσεις αλλά και αυτό που ονομάζεται «ευρωσκεπτικισμός», ο οποίος, σημειωτέον, στις περισσότερες περιπτώσεις έχει ως βάση του την εκμετάλλευση της δυσαρέσκειας των λαών και πρόσημο σε μεγάλο βαθμό από εθνικιστικό έως ακροδεξιό-φασιστικό.

Έτσι τα ισχυρά κράτη της ΕΕ μαζί με μια πλειάδα ευρωπαϊκών μονοπωλίων και με «σύμμαχό» τους την κωμικοτραγική συμπεριφορά της βρετανικής αστικής τάξης που τους έδωσε την δυνατότητα να παρουσιάσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση σαν χώρο σταθερότητας (!), επιδόθηκαν σε μια ακατάσχετη προπαγάνδα με έγνοια κυρίως το «αν» θα ψηφίσει κάποιος στις ευρωεκλογές.

Φυσικά, οι δυνάμεις αυτές είχαν επίσης κάθε λόγο μέσα σε ένα τέτοιο εκρηκτικό τοπίο να υπερασπίσουν την «ένωσή» τους από τα αποτελέσματα της μεγάλης δυσαρέσκειας των ευρωπαϊκών λαών για τις πολιτικές σαρώματος των εργατικών –λαϊκών κατακτήσεων και κοινωνικού πισωγυρίσματος σε εξαρτημένες σαν την Ελλάδα χώρες, πολιτικές στις οποίες πρωτοστάτησε η Ευρωπαϊκή Ένωση όλη την προηγούμενη δεκαετία, για να μην πάμε πιο πίσω.

Ταυτόχρονα, η μειωμένη αλλά κραταιά πάντα αποχή ήταν έκφραση και του γεγονότος ότι στις μεγάλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες η αντιπαράθεση πήρε έντονα εσωτερικό χαρακτήρα, οπότε η ευρωκάλπη «υποδέχθηκε» τη διαμαρτυρία για τις εγχώριες αντιδραστικές πολιτικές. Επίσης, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι παρά την αύξηση της συμμετοχής και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, τα ποσοστά της σε αυτές τις χώρες εξακολουθούν να κυμαίνονται σε οικτρά επίπεδα (γύρω στο 15 με 20%), τέτοια που απονομιμοποιούν πλήρως το ψευτοδημοκρατικό προσωπείο της ΕΕ και το ψευτοκοινοβούλιό της.

Οι νέες (αν)ισορροπίες στην ΕΕ

Η αποδυνάμωση της ομάδας του ΕΛΚ κατά 41 έδρες και της ομάδας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών κατά 46, που τους στερεί τον αριθμό των 376 εδρών που είναι απαραίτητος για την επικύρωση του διορισμού του επόμενου προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (της γνωστής Κομισιόν) δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα των απωλειών που είχαν τα πολιτικά κόμματα που απαρτίζουν τις δύο ομάδες αλλά και πολιτικών επιλογών με αναφορά στην πάλη για την ηγεμονία στην «Ένωση».

Έτσι, στην Γερμανία είχαμε την αποδοκιμασία τόσο των Χριστιανοδημοκρατών που έπεσαν κάτω από το 30% -παραμένοντας ωστόσο η κυρίαρχη πολιτική δύναμη- όσο και των Σοσιαλδημοκρατών, που έπεσαν στην τρίτη θέση με 15% πίσω από τους Πράσινους που πήραν το εντυπωσιακό 20,5%, ενώ το ξενοφοβικό ακροδεξιό AfD (που μάλλον προσδοκούσε παραπάνω) απέσπασε το 10% των ψήφων.

Στη Γαλλία, είχαμε τη δεύτερη –μετά τις ευρωεκλογές του 2014- πρωτιά του ακροδεξιού Εθνικού Συναγερμού της Λεπέν, που όπως από καιρό έχουμε εκτιμήσει απηχεί τμήματα του γαλλικού ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου που απαιτούν πιο ριζική αντιμετώπιση της γερμανικής ηγεμονίας στην ΕΕ. Το κόμμα του Μακρόν που κατέκτησε την δεύτερη θέση σε απόσταση αναπνοής από τη Λεπέν, προχώρησε σε μια σημαντική πολιτική κίνηση στοιχιζόμενο με την ομάδα των Φιλελεύθερων. Εάν σε πρώτη ανάγνωση αυτή η επιλογή αφαίρεσε την δυνατότητα του διδύμου ΕΛΚ και Σ&Δ να επικυρώνουν αποφάσεις (όπως του διορισμού του προέδρου της Κομισιόν), στο βάθος της υπάρχει η γαλλική διαφωνία με τον προτεινόμενο για τη θέση αυτή Γερμανό Βέμπερ, καθώς και η απαίτηση από τη μεριά του Παρισιού, να ακολουθηθεί μια άλλη διαδικασία από αυτή της διαδικασίας του λεγόμενου «spitzenkandidat» («κορυφαίος υποψήφιος»), δηλαδή το διορισμό του υποψηφίου που προτείνει η μεγαλύτερη ομάδα του ευρωκοινοβουλίου. Μάλιστα, ο Μακρόν ήδη αναζήτησε και βρήκε εν μέρει σύμμαχο στο πρόσωπο του Ισπανού Σάντζεθ, που αποτέλεσε έναν από τους ελάχιστους σοσιαλδημοκράτες που ενισχύθηκαν σε αυτές τις ευρωεκλογές. Το κόμμα του σε ένα κατακερματισμένο και αντιδραστικό πολιτικό τοπίο, εκμεταλλεύτηκε την τιμωρητική διάθεση του εκλογικού σώματος έναντι του δεξιού Λαϊκού Κόμματος λόγω των πεπραγμένων του (αντιλαϊκή πολιτική, Καταλονία) αλλά και την καταβύθιση των Podemos.

Η αντιπαράθεση Γαλλίας – Γερμανίας, και με δεδομένο ότι κανείς τους δεν θέλει αυτή να πάρει άλλες διαστάσεις σ’ αυτή την κρίσιμη περίοδο, οδήγησε στην άτυπη Σύνοδο της ΕΕ στις 28 Μαΐου, σε έναν συμβιβασμό, με τον τωρινό πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, να αναζητά την «ισορροπία» τόσο για τη θέση του προέδρου της Κομισιόν όσο και για τις άλλες θέσεις (πρόεδροι για Ευρωκοινοβούλιο, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και τον επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Διπλωματίας) «σε ό,τι αφορά τη γεωγραφία, το μέγεθος της χώρας, την πολιτική οικογένεια και το φύλο» και με «εντολή» να βρει μια συμβιβαστική πρόταση μέχρι την επόμενη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ τον Ιούνιο.

Δεν είναι μόνο η γενική κατάσταση με την πρωτόγνωρη αστάθεια, μεταβατικότητα και προπαντός όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ των βασικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων του πλανήτη, που όχι μόνο θέτει στις κυρίαρχες δυνάμεις της ΕΕ την ανάγκη να ανταποκριθούν στον ανταγωνισμό αλλά επιβαρύνει και τις ενδογενείς αντιφάσεις της. Την περίοδο καθιστά κρίσιμη και η ειδική κατάσταση στο εσωτερικό της ΕΕ, μιας και τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών έδωσαν τη δυνατότητα να αναζωπυρωθούν δύο βασικές πηγές αστάθειας.

Στη Βρετανία είχαμε την καταδίκη τόσο του σαλτιμπαγκισμού των Τόρις με τον καταποντισμό τους (8,6%) όσο και της μεσοβέζικης στάσης των εργατικών (14,08%), με το Κόμμα του BREXIT του Φάρατζ να παίρνει το 31,6%, ενώ το Κόμμα των Φιλελευθέρων με την καθαρή φιλοΕΕ στάση του να αποσπά το 18,05% καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση. Έτσι με διαφαινόμενη μια ακόμη μεγαλύτερη πόλωση στο εσωτερικό της Βρετανίας, ο Φάρατζ απαιτεί ρόλο και θέση στις διαπραγματεύσεις για το BREXITπολλαπλασιάζοντας τα ερωτήματα και δημιουργώντας ήδη μεγαλύτερες επιπλοκές σε ένα κακοφορμισμένο σήριαλ.

Στην Ιταλία, το 34% που απέσπασε η ακροδεξιά Λέγκα του Βορρά, έδωσε την δυνατότητα στον Σαλβίνι όχι μόνο να γίνει ο ισχυρός πόλος του κυβερνητικού συνασπισμού μιας και το Κόμμα των Πέντε Αστέρων έπεσε στο 17%, αλλά και να δηλώνει πως θα πιέσει για αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική και δεν θα εφαρμόσει τις περικοπές κονδυλίων ύψους 3 δις ευρώ, προκαλώντας νέα κρίση στις σταθερά επιδεινούμενες σχέσεις Ιταλίας-ΕΕ. Έτσι, μαζί με τις απειλές της ΕΕ για πρόστιμα ενάντια στην Ιταλία, η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ γρήγορα χρησίμευσε ως μάθημα «στην ιταλικήν» για το που οδηγεί ο «λαϊκισμός»!

Αναζήτηση

Κατηγορίες