Ελληνοτουρκικές σχέσεις και το ενδεχόμενο ενός τοπικού πολέμου

Το κείμενο αυτό γράφτηκε τον Μάρτη του 1987 και αναδημοσιεύεται σήμερα σα συμβολή στο διάλογο που διεξάγεται μπροστά στην 8η συνδιάσκεψη του ΚΚΕ(μ-λ).

1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η κρίση στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις που παρατηρήθηκε το τελευταίο διάστημα (Μάρτης 87) έφερε με ένταση στην επικαιρότητα όλα τα προβλήματα που σχετίζονται με τα λεγόμενα εθνικά θέματα.

Στη πραγματικότητα τα ζητήματα όπως το Κυπριακό, Αιγαίο, μειονότητες κλπ βρίσκονται εδώ και πολλά χρόνια στην επικαιρότητα και επηρεάζουν με καθοριστικό τρόπο τις εξελίξεις τόσο στο εσωτερικό των δυο χωρών, όσο και τις σχέσεις μεταξύ τους,

Η πορεία των ζητημάτων αυτών, καθορίζει σε σημαντικό βαθμό τόσο τις ενδοαστικές σχέσεις και διαμορφώσεις όσο και τη στάση του συνόλου της άρχουσας τάξης απέναντι στο λαό. Είναι αυτό που λέγεται ότι τα θέματα αυτά «διαμορφώνουν πολιτικό σκηνικό» στη χώρα μας.

Ο λαός έχει βρεθεί πολλές φορές μπροστά ¨σ” αυτό που ονομάζεται «εθνική ομοψυχία»• Όταν δηλαδή η άρχουσα τάξη της χώρας μπροστά στην κρισιμότητα των σχέσεων της και των προβλημάτων της με την άρχουσα τάξη της Τουρκίας απαιτεί προσαρμογή όλων των βασικών πολιτικών φορέων κάτω από τη «σημαία της»

Η «εθνική ομοψυχία» μπροστά στο λεγόμενο κίνδυνο από ανατολή, είναι πέρα. από κάθε αμφισβήτηση από τη δεξιά μέχρι τη λεγόμενη αριστερά. Αλλά ακόμα παραπέρα τα λεγόμενα εθνικά θέματα και οι Ελληνοτουρκικές διαφορές έπαιξαν ένα ιδιαίτερο ρόλο σε μια σειρά επιλογές στις οποίες προχώρησε τα τελευταία χρόνια η άρχουσα τάξη.

Η πρόσδεση για παράδειγμα της χωράς στην ιμπεριαλιστική ΕΟΚ, εκτός των άλλων, θεωρήθηκε σαν ένα ακόμα στήριγμα της άρχουσας τάξης της χώρας απέναντι στον Ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό. Για τον ίδιο λόγο σήμερα η κυβ. ΠΑΣΟΚ αρνείται την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΟΚ «όσο αυτή θα συνεχίζει να απειλεί κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας

Στις Ελληνοτουρκικές διάφορες και στην ένταση ανάμεσα στις δυο χώρες οφείλεται επίσης και το «δόγμα» για την αντιμετώπιση του κινδύνου «από ανατολάς» αλλά και για μια σειρά άλλες επιλογές όπως αγορά στρατιωτικού εξοπλισμού κλπ.

Κλειδί στην εξέλιξη των διαφορών ανάμεσα στις μεγαλοαστικές τάξεις των δυο χωρών, αποτελούν οι σχέσεις εξάρτησης και των δυο από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Και οι δυο άρχουσες τάξεις στήθηκαν στην κυριολεξία από τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα και όταν το λαϊκό κίνημα έθετε σε αμφισβήτηση την εξουσία τους, ξαναστήθηκαν στα πόδια τους με την ανοιχτή επέμβαση των ιμπεριαλιστών.

Σήμερα και οι δυο άρχουσες τάξεις έχουν κάνει την επιλογή -αν μπορεί να την ονομάσει. κανείς έτσι- να στηρίξουν την ύπαρξή τους αλλά και τις παραπέρα φιλοδοξίες τους στον Αμερικανικό-ΝΑΤΟικό ιμπεριαλισμό. «ίο. ίδιο πράγμα ισχύει και για τις διαφορές μεταξύ τους. Η κάθε άρχουσα τάξη Ελλάδας – Τουρκίας, προσπαθεί με κάθε τρόπο ν” αποκτήσει την παραπέρα εύνοια του αμερικάνικου παράγοντα και να λύσει προς όφελος της τις αναμεταξύ τους διαφορές.

Είναι χαρακτηριστικό από αυτή την άποψη το γεγονός ότι η κυβ. Παπανδρέου θεώρησε μεγάλη της. επιτυχία την απόσπαση της σύμφωνης γνώμης του. αμερικάνικου πεντάγωνου για την αγορά των F16, για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο από Ανατολή. Στην ίδια λογική κινείται και η προσπάθεια της κυβ. Παπανδρέου να εντάξει τη Λήμνο μέσα στις ΝΑΤΟικές ασκήσεις.

Η ίδια λογική της υποτέλειας χαρακτηρίζει τη πολιτική των κυβερνήσεων και των δύο χωρών, στο σύνολα σχεδόν των ζητημάτων, πολιτικών, στρατιωτικών, και οικονομικών.

Με τη νέα συμφωνία. για τις βάσεις, η κυβ. Παπανδρέου θέλει να εξασφαλίσει αυτό που λέει «εθνικό συμφέρον». Να εξαργυρώσει δηλαδή τις βάσεις με την εγγύηση των αμερικάνων για το σεβασμό των συνόρων από την ανατολή. Προσπαθεί δηλαδή να αποσπάσει την ευνοϊκή στάση των Αμερικάνων στις ελληνοτουρκικές διαφορές και ανταγωνισμούς.

Το ίδιο βέβαια προσπαθούν να κάνουν και οι Τούρκοι, μεγαλοαστοί από την άλλη πλευρά» Φαίνεται δηλαδή καθαρά πως και για τις δυο άρχουσες τάξεις Ελλάδας και Τουρκίας η πολιτική της εξάρτησης δεν αποτελεί απλά και μονό μια επιλογή. Ακόμα χειρότερα είναι ένας αναγκαστικός μονόδρομος πάνω στον οποίο στηρίζουν και τη συνέχιση της εξουσίας τους αλλά επενδύουν και τις ελπίδες τους για ένα καλύτερο ρόλο στην περιοχή και γενικότερα στον κόσμο.

Αναπόφευκτα λοιπόν η πορεία των ΕλληνοΑμερικάνικων σχέσεων επηρεάζεται άμεσα και σοβαρά από τη στάση των αμερικάνικων ιμπεριαλιστών στα ζητήματα που σχετίζονται με τα λεγόμενα εθνικά προβλήματα.

Με τη σειρά τους βέβαια οι αμερικάνοι εκμεταλλευόμενοι ακριβώς αυτά τα προβλήματα και συντηρώντας «ανοικτές πληγές» ανάμεσα στις δύο χώρες, εκβιάζουν και αναγκάζουν τις άρχουσες τάξεις και των δύο χωρών σε ολοένα και μεγαλύτερη υποταγή και ευθυγράμμιση στα συμφέροντα και στις επιδιώξεις τους στην περιοχή της Μεσογείου αλλά και στον κόσμο,

Οι αμερικάνικες ωστόσο επιδιώξεις δεν συμπίπτουν πάντα με το συμφέρον της μιας η της άλλης άρχουσας τάξης. Το σίγουρα κιόλας είναι ότι οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές απαιτούν πότε από τη μία πότε από την άλλη άρχουσα τάξη, πότε και από τις δύο μαζί να ευθυγραμμιστούν με τις επιλογές τους πράγμα που έχει σημαντικό κόστος και για τις δύο χώρες.

Η ένταση του ανταγωνισμού ανάμεσα στις δύο χώρες (Ελλάδα- Τουρκία ), όπως επίσης και η ένταση των σχέσεων της κάθε χώρας χωριστά με τους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές έχει να κάνει με το ότι η κάθε άρχουσα τάξη επιδιώκει κάθε φορά να εξαργυρώσει το κόστος της υποταγής της στους Αμερικάνους σε βάρος της άλλης χωράς. Στόχος της κάθε μιας είναι η δραστική αλλαγή του συσχετισμού σε βάρος της άλλης.

2.Ο ΧΑΡΑΧΤΗΡΑΣ ΤΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΧΩΡΕΣ

Είναι γεγονός πως τα προβλήματα που εμπλέκονται στον ανταγωνισμό ανάμεσα στις δυο χώρες είναι πολλά. Υπάρχουν προβλήματα που η ρίζα τους βρίσκεται στις ανταγωνιστικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν την εξέλιξη των δύο κρατών που συντελέστηκε κάτω από τις ωμές επεμβάσεις των ξένων δυνάμεων.

Η εξέλιξη αυτή άφησε πολλές ανοικτές πληγές. Δημιούργησε «ανεκπλήρωτες επιθυμίες» και κρυφούς πόθους στις κυρίαρχες τάξεις και της μιας και της άλλης πλευράς. Ορισμένες απ αυτές τις «πληγές» έκλειναν στην πορεία για ν” ανοίξουν με τη σειρά τους άλλες μεγαλύτερες κοκ.

Ωστόσο καμιά πλευρά δεν έχει παραιτηθεί από τις βλέψεις είτε για τη «Μεγάλη Ελλάδα» και τη Κόκκινη Μηλιά» είτε για τη «Μεγάλη Οθωμανική Αυτοκρατορία». Το ποιος κάθε φορά θα έθετε το ζήτημα, το πότε και το πως θα αμφισβητούσε ο ένας την κυριαρχία του άλλου έχει περάσει από πολλές εναλλασσόμενες φάσεις μέχρι τα σήμερα. Σε ορισμένες απ αυτές τις περιπτώσεις οι λαοί και των δύο χωρών έχουν πληρώσει πολύ ακριβά με το αίμα τους τις επιδιώξεις των κυρίαρχων τάξεων.

Το 1920-22 , η «Μεγάλη ιδέα» έφτασε μέχρι την Άγκυρα. Οι λαοί της Ελλάδας και της Τουρκίας, το ελληνικό στοιχείο στη Μ. Ασία, πλήρωσαν ακριβά αυτή την ιστορία. Στη συνέχεια οι αμοιβαία εναλλασσόμενες αμφισβητήσεις δεν έλειψαν, συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Τις συνέπειες αυτής της κατάστασης συνεχίζουν να τις πληρώνουν οι δυο λαοί και οι μειονότητες που βρίσκονται αντίστοιχα και στις δύο χώρες.

Σ’ όλη αυτή την αντιπαράθεση ο κυπριακός λαός δεν βρέθηκε «απ’ έξω» μια και τόσο η μία όσο και η άλλη κυρίαρχη τάξη θεωρούσαν ότι η Κύπρος ανήκει και στη δική της επικυριαρχία. Ο ανταγωνισμός στο νησί αυτό, ιδιαίτερα έντονος και αιματηρός για τον Κυπριακό λαό κορυφώθηκε με το φασιστικό πραξικόπημα του Ιωαννίδη και την Τουρκική κατοχή του 40% του νησιού.

Στην εξέλιξη των συσχετισμών ανάμεσα στις δύο χώρες καθοριστικής σημασίας παράγοντας ήταν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Οι Αγγλογάλλοι και στη συνέχεια μέχρι σήμερα οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές είχαν και έχουν κάτω από τον έλεγχο τους και τις δυο χώρες. Εκμεταλλεύονται τις αντιθέσεις ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις των δυο χωρών με σκοπό την ένταση της εξάρτησης αλλά και την ευθυγράμμιση των υποταχτικών τους στις δικές τους επιδιώξεις στην ευρύτερη περιοχή της μεσογείου.

Η άμεση ανάμειξη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και συγκεκριμένα των Αμερικανών στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις δίνει ένα εντελώς χαραχτήρα στο πρόβλημα.

Τα πράγματα θα ‘ταν διαφορετικά αν οι κυρίαρχες τάξεις και στις δύο χώρες δεν ήταν εξαρτημένες από τον ιμπεριαλισμό Και βέβαια θα ‘χαν μια εντελώς διαφορετική διάσταση αν και στις δυο χώρες η εξουσία βρίσκονταν στα χέρια του λαού και της εργατικής τάξης.

Οι προτεραιότητες και οι επιδιώξεις του ιμπεριαλισμού έχουν σαν αποτέλεσμα να τροφοδοτούν την επιθετικότητα και να γεμίζουν με «ελπίδες» για ένα καλύτερο μέλλον πότε τη μια και πότε την άλλη άρχουσα τάξη. Σε κάθε περίπτωση όμως πάνω απ το συμφέρον και των δύο χωρών βρίσκεται το ιμπεριαλιστικό συμφέρον ακόμα και αν αυτό συνεπάγεται να την «πληρώσει» κάποια άρχουσα τάξη η ακόμα και οι δυο μαζί. Αυτή είναι η μοίρα των κομπραδόρικων, ξεπουλημένων αστικών τάξεων.

Στη βάση αυτής της ιμπεριαλιστικής πολιτικής αναπτύσσονται και οι αντιθέσεις ανάμεσα στους αμερικάνους και τους υποτελείς τους. Το γεγονός ότι οι άρχουσες τάξεις και οι κυβερνήσεις των δυο χωρών βρίσκονται στον ίδιο συνασπισμό του ΝΑΤΟ και ακολουθούν μια πολιτική εξάρτησης και υποταγής στους αμερικάνους ιμπεριαλιστές, αυτό δε σημαίνει ταυτόχρονα ότι οι σχέσεις των αμερικάνων με τις δύο χώρες αντίστοιχα εξελίσσονται πάντα ομαλά και χωρίς οξύνσεις.

Το πραξικόπημα από τη μια πλευρά και η κατοχή της Κύπρου από την άλλη και τα προβλήματα που δημιούργησε στο κατεστημένο στην Ελλάδα είναι αρκετό για να μας πείσει για το αντίθετο,

Αλλά και πέρα απ” αυτό, Και σε περιόδους που οι σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία δεν έχουν το χαρακτήρα έντονης και ανοιχτής αντιπαράθεσης είναι δυνατό πάντα μέσα στα πλαίσια της εξάρτησης να οξυνθούν οι σχέσεις της Ελλάδας (και αντίστοιχα της Τουρκίας) με τους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές.

Μπορούμε να πούμε πως οι Ελληνοαμερικάνικες σχέσεις εξάρτησης έχουν τον τρόπο τους να εξελίσσονται (η να επιβάλλονται) ομαλά «βήμα το βήμα» η να οξύνονται μέσα σε λογικά, για δυο συναλλασσόμενες χώρες, πλαίσια. Μπαίνουν όμως σε μια εντελώς διαφορετική βάση όταν αυτές αγγίζουν τις αντιθέσεις της άρχουσας τάξης της Ελλάδας με τη Τουρκία.

Σε κάθε περίπτωση οι άρχουσες τάξεις και των δυο χωρών έχουν κάθε λόγο ν αποκρύπτουν το πραγματικό ρόλο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού Η αιτία της απόκρυψης έχει να κάνει με το γεγονός ότι τα συμφέροντα/τους και οι επιδιώξεις τους , οι δυο άρχουσες τάξεις τις βλέπουν να υλοποιούνται μόνο και εφόσον συμπορευτούν με τις ορέξεις των αμερικάνων. Ακόμα παραπέρα όμως γνωρίζουν πως ένα πραγματικό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα του λαού δεν θα περιοριζόταν μόνο ενάντια στους Αμερικάνους και γενικότερα το Νατοϊκούς ιμπεριαλιστές, αλλά αναγκαστικά θα συμπεριλάμβανε και θα αμφισβητούσε και τη δική τους κυριαρχία και εξουσία πάνω στο λαό.

Για το λόγο αυτό εμφανίζουν τα ζητήματα που αφορούν τις αντιθέσεις ανά μέσα στις δύο κυρίαρχες τάξεις αποκλειστικά σαν θέματα που έχουν να κάνουν με την εδαφική ακεραιότητα της μιας χώρας η με το σωβινισμό και την επεκτατική πολιτική της άλλης.

Η εναλλαγή όμως στην επιθετικότητα της μιας η της άλλης άρχουσας τάξης πράγμα που έγινε ολοφάνερο στην πριν και μετά την κατοχή της Κύπρου, δείχνει, πως το ζήτημα των Ελληνοτουρκικών διαφορών δεν μπορεί να περιοριστεί σ’ ένα πρόβλημα εδαφικών διεκδικήσεων.

Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να δούμε αυτό το ζήτημα ξέχωρα από το ρόλο των ιμπεριαλιστών και τον εξαρτημένο χαραχτήρα και των δυο κυρίαρχων τάξεων. Και τέλος πάνων δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι το ζήτημα των επεκτατικών τάξεων με σκοπό τις εδαφικές προσαρτήσεις αποτελεί και για τις δυο άρχουσες τάξεις προϋπόθεση για ένα καλύτερο πλασάρισμα τους στο ιμπεριαλιστικό παιγνίδι στην περιοχή.

Με την έννοια αυτή οι κυρίαρχες τάξεις και. των δυο χωρών δεν έχουν ίχνος εθνικού στοιχείου. Συνεχίζουν να διατηρούν τα βασικά χαρακτηριστικά που σημάδεψαν τη γέννηση τους, που είναι εξάρτηση από το επικυρίαρχο ιμπεριαλιστή. Η οποία «εθνική» τους στάση για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας η των εθνικών συμφερόντων αρχίζει και τελειώνει εκεί που υπαγορεύουν τα στενά συμφέροντα της τάξης τους, αλλά και οι επιθυμίες των αφεντικών τους.

Το προσεκτικό «άνοιγμα» του φακέλου της Κύπρου αν κάτω το ουσιαστικό κάνει φανερό είναι πως οι εμφανιζόμενοι σαν πιο γνήσιοι και φερέγγυοι πολιτικοί εκφραστές της άρχουσας τάξης έπαιζαν ένα ρόλο στην ουσία του εντελώς αντεθνικό.

Στη πραγματικότητα λοιπόν αυτό που «παίζεται» ανάμεσα στις δύο άρχουσες τάξεις δεν είναι αυτό που θέλουν να εμφανίζουν ότι αποτελεί την αρχή και το τέλος των αντιθέσεων τους.

Στην πραγματικότητα αυτό που επιχειρείται πότε από τη μια και πότε από την άλλη άρχουσα τάξη (Ελλάδας Τουρκίας) είναι η συνολική και ριζική ανατροπή των συσχετισμών δύναμης η μια σε βάρος της άλλης,

Το ότι σήμερα την πρωτοβουλία των κινήσεων για κάτι τέτοιο σε αντίθεση με την πριν από το 74 περίοδο, την έχει η άρχουσα τάξη της Τουρκίας, δεν αλλάζει σε τίποτα το χαραχτήρα του όλου προβλήματος που έχουν ν αντιμετωπίσουν οι λαοί Ελλάδας και Τουρκίας.

Αν αλλάζει κάτι, αυτό έχει να κάνει με τα «επιχειρήματα» και τον τρόπο που η κάθε άρχουσα τάξη προσπαθεί να χειραγωγήσει το λαό γι να τον σύρει κάτω από τις επιλογές της.

Έτσι το 74 ο Ετζεβίτ καλώντας τον Τούρκικο λαό ν αντισταθεί στην επιθετική στάση της Ελλάδας που αμφισβητούσε τη δοσμένη ισορροπία στη Κύπρο, κατάλαβε το 40% του νησιού.

Σήμερα η κυβέρνηση Παπανδρέου ακριβώς για τους αντίθετους λόγους προσπαθεί να δέσει χειροπόδαρα τον Ελληνικό λαό, πράγμα που της είναι πολλαπλά χρήσιμο.

Η ουσία λοιπόν των αντιθέσεων ανάμεσα στις δυο κυρίαρχες τάξεις Ελλάδας Τουρκίας βρίσκεται στην αντίληψη ότι η αναβάθμιση του ρόλου της μιας προϋποθέτει την δραστική αλλαγή των συσχετισμών σε βάρος της άλλης. Η ρίζα αυτής της ανταγωνιστικής στάσης βρίσκεται σ αυτό που θέλουν να παρουσιάζουν και η μια και η άλλη πλευρά σαν το «από αιώνες εχθρό» Πρώτα απ’ όλα βρίσκεται στον ίδιο το χαραχτήρα τους σαν εξαρτημένες από τον ιμπεριαλισμό άρχουσες τάξεις. Αυτή τους η «μοίρα» σε συνδυασμό με την κρίση του συστήματος και τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις δυο υπερδυνάμεις έχει σαν αποτέλεσμα μεγαλύτερη εξάρτηση και υποτέλεια.

Ταυτόχρονα όμως σημαίνει και περισσότερα «χρέη» που η κάθε μια άρχουσα τάξη προσπαθεί να «εξοφλήσει» σε βάρος της άλλης. Παρόμοιες περιπτώσεις, η ακόμα και πιο «Προχωρημένες» όπου λαοί εξαρτημένων χωρών αλληλοσκοτώνονται για ξένα συμφέροντα δεν είναι λίγα δυστυχώς στον κόσμο.

Οι διεθνείς διαστάσεις της κρίσης και του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού επηρεάζουν σημαντικά τη κατάσταση στις δυο χώρες και τη στάση των αμερικανών απέναντι σ’ αυτές. Η συνεχής αποστασιοποίηση της κυβ. Παπανδρέου από την «φιλοαράβικη» πολιτική με τη ταυτόχρονη σύσφιξη των σχέσεων με το Ισραήλ δεν είναι καθόλου άσχετη με την παραπάνω διαπίστωση.

Το ίδιο ισχύει και για το ρόλο που καλείται να παίξει η Τουρκία κάτω από την επίβλεψη των αμερικάνων ιμπεριαλιστών στην περιοχή του Ιράκ, Κάτι τέτοιο όμως σημαίνει παραπέρα ενίσχυση και εξοπλισμό της Τουρκίας, πράγμα που ανησυχεί την άρχουσα τάξη της Ελλάδας και που εκφράζεται με την επιμονή της εδώ και χρόνια για τη διατήρηση της οικονομικής και στρατιωτικής αμερικάνικης «βοήθειας» στην αναλογία του 7 προς 10 Η ανησυχία της βέβαια δεν είναι παράλογη. Όταν το Ισραήλ κλήθηκε στο όνομα της πατρίδας να ξεπαστρέψει το παλαιστινιακό λαό, αν και ποτέ δεν έχασε το στόχο του, ωστόσο δε σταμάτησε στους Παλαιστίνιους. Η «χάρη» του εκτός από το Γκολάν και το Λίβανο έφτασε και στη Τυνησία.

Αυτή βέβαια η κατάσταση οδηγεί την κυβέρνηση και την άρχουσα τάξη στη χώρα μας σε μεγαλύτερη εξάρτηση, σε περισσότερες αναμίξεις στη Μ. Ανατολή, για το συμφέρον ποιού άλλου , του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού;

Αυτή η διάσταση που προβλήματος των Ελληνοτουρκικών σχέσεων από την άποψη δηλαδή του ρόλου που καλείται να παίξει η κάθε χώρα στο παιγνίδι των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών επηρεάζει με τη σειρά της τα πραγματικά η τα ψεύτικα προβλήματα ανάμεσα στις δύο χώρες.

Το Κυπριακό, το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας των νησιών, ο έλεγχος του εναέριου χώρου FIR, οι αμφισβητούμενες περιοχές στο Αιγαίο καθώς επίσης και το πρόβλημα τον εθνικών μειονοτήτων είναι προβλήματα που οι ρίζες τους βρίσκονται στην ιδία την εξέλιξη των δύο χωρών και το σχηματισμό τους σαν κράτη.

Η ανοιχτή ιμπεριαλιστική επέμβαση στην πορεία του σχηματισμού των χωρών σαν ανεξάρτητα κράτη άφησε αναπόφευκτα μια σειρά «ανοιχτές πληγές». Πάνω σ’ αυτές τις «ανοιχτές πληγές» ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός στηρίζεται και απαιτεί μεγαλύτερη ευθυγράμμιση, περισσότερη υποτέλεια.

Τα ίδια αυτά ζητήματα χρησιμοποιεί σήμερα η Τουρκική άρχουσα τάξη για να θέσει πρακτικά σε αμφισβήτηση τη σημερινή στρατιωτικοπολιτική ισορροπία ανάμεσα στις δυο χώρες, όπως προσπαθούσε να κάνει η άρχουσα τάξη της Ελλάδας στο πριν από το 74 διάστημα, κάτω από το σύνθημα της ένωσης της Ελλάδας με την Κύπρο.

Ωστόσο, χρόνο με το χρόνο οι κινήσεις στη σκακιέρα των Ελληνοτουρκικών σχέσεων περιορίζονται ολοένα και περισσότερο σε μια παρτίδα που όλοι οι παράγοντες συγκλίνουν στο ότι πρέπει κάποτε να τελειώσει.

Με την έννοια αυτή τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το κατεστημένο στη χώρα μας είναι και πιεστικά και κρίσιμα. Η ομοψυχία που δείχνουν όλες οι βασικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας στα ζητήματα αυτά είναι ενδεικτικό ακριβώς της κρισιμότητας των προβλημάτων.

Η πολιτική όμως που ακολουθούν (να βάλουν τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα) τους οδηγεί φυσιολογικά στο να επιδιώκουν να ενταχθούν στις στρατηγικές επιλογές των αμερικάνων ιμπεριαλιστών προσπαθώντας να αποκτήσουν κάποια σημασία γι” αυτόν, αναβαθμίζοντας ταυτόχρονα το ρόλο της αστικής τάξης στην περιοχή, ή τουλάχιστο να επουλώσουν τις συνέπειες της στρατιωτικοπολιτικής ήττας του 74 .

Με την έννοια αυτή λύση δίκαιη και επωφελής για τις δύο χώρες δεν υπάρχει για τα προβλήματα έτσι όπως τα αντιλαμβάνεται η κάθε μια άρχουσα τάξη από την πλευρά της. Ή τουλάχιστο δεν υπάρχει λύση χωρίς ανακατατάξεις στο συσχετισμό δύναμης μεταξύ των, πράγμα που δεν μπορεί βέβαια να γίνει ομαλά, και δια της «διπλωματικής οδού.»

«Λύση» δηλαδή του Κυπριακού πέρα απ” αυτή που υπάρχει μέχρι σήμερα σημαίνει διευθέτηση του ζητήματος προς όφελος είτε του ενός είτε του άλλου. Λύση δίκαιη εκτός από εκείνη που θα μπορούσε να δώσει ο Κυπριακός λαός δεν υπάρχει. Ουσιαστική «εγγύηση» των αμερικάνων στην άρχουσα τάξη της Ελλάδας για τα σύνορα από ανατολή, σημαίνει ότι η Τουρκία πρέπει να πάψει να βλέπει διέξοδο στο Αιγαίο. Και αντίστοιχα, ικανοποίηση των επιδιώξεων της άρχουσας τάξης της Τουρκίας στο Αιγαίο θα σημάνει ακόμα και πρόβλημα ύπαρξης του κατεστημένου στη χωρά μας.

Αυτός ο χαρακτήρας των προβλημάτων Ελλάδας Τουρκίας έτσι όπως τον αντιλαμβάνονται οι δύο άρχουσες τάξεις, αναγκάζει σήμερα την κυβ. Παπανδρέου να επιμένει στη διατήρηση της οικονομικής «βοήθειας» των αμερικάνων στην αναλογία 7 προς 10 ανάμεσα στις δυο χώρες. Αναγνωρίζει δηλαδή πως ο συσχετισμός ανάμεσα στις δύο χώρες τείνει να διαμορφωθεί ακόμα παραπέρα: σε βάρος της άρχουσας τάξης της Ελλάδας και προσπαθεί να τον διατηρήσει όπως έχει/ συμπεριλαμβανομένου στην ουσία και του Κυπριακού.

Μέσα από το μονόδρομο της εξάρτησης που ακολουθεί ελπίζει, να δημιουργήσει στο μέλλον τις προϋποθέσεις για να αμφισβητήσει αυτή (δηλ. η άρχουσα τάξη της Ελλάδας) το συσχετισμό δύναμης προς όφελος της η τουλάχιστο να επουλώσει τις πληγές από τη στρατιωτικοπολιτική ήττα του 74 στην Κύπρο.

Τα προβλήματα αυτά δεν είναι θεωρητικά, ούτε μπορούν να παραμένουν άλυτα επ’ άπειρο. Οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές πιέζονται από τις εκρηκτικές καταστάσεις της Μ. Ανατολής και του Περσικού Κόλπου και απαιτούν απόλυτη ευθυγράμμιση και υποταγή των «συμμάχων».

Εκτός από αυτά όμως υπάρχει και ο ανταγωνισμός τους με το σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό και θέλουν να αποκλείσουν κάθε δυνατότητα παρέμβασης του μέσα στα περιθώρια που αφήνουν τέτοιου είδους εκκρεμότητες όπως αυτές του Κυπριακού και του Αιγαίου.

Ο Αμερικάνικος παράγοντας δεν θέλει μόνο να ξέρει απλά και μόνο αν θα μείνουν οι βάσεις η θα «φύγουν» γιατί αυτό του είναι γνωστό. Θέλει να εξασφαλίσει τη χωρίς όρια και χωρίς όρους χρησιμοποίηση και των εδαφών των χωρών Ελλάδας Τουρκίας Κύπρου προς όλες τις κατευθύνσεις αλλά και αυτές τις. «εθνικές δυνάμεις» των χωρών αυτών για τους ιμπεριαλιστικούς του σκοπούς.

Αν αυτές του οι απαιτήσεις απέναντι στους «συμμάχους» σημάνουν ταυτόχρονα και διευθέτηση με στρατιωτικά μέσα και κάποιων προβλήματος στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις, τότε βέβαια αυτό που θα κοιτάξει είναι να κρατήσει «και την πίττα ακέραιη και το σκύλο χορτάτο». Μια τέτοια κατάσταση δεν θα του είναι βέβαια πρωτόγνωρη. Στη συνθήκη του Καμπ-Νταίβιντ νικητές και ηττημένοι δέχτηκαν με ικανοποίηση τις εγγυήσεις του φονιά.

Για ν’ αρθούμε και στα «δικά μας», η παγίωση της κατοχής της Κύπρου με την ταυτόχρονη ενίσχυση των θέσεων του στην Ελλάδα, δείχνει πως ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός κρατά γερά δεμένους τους «συμμάχους» του, Από την άποψη αυτή ήταν χαρακτηριστική η στάση τους στην πρόσφατη κρίση στο Αιγαίο τον Μάρτη. Από πραγματικός εχθρός, εμφανίστηκε φίλος, ειρηνοποιός και εγγυητής και προς τις δυο πλευρές. Ταυτόχρονα εκμεταλλεύτηκε ένα γεγονός, που οι όροι της γέννησης του βρίσκονται ακριβώς στις σχέσεις επικυριαρχίας που έχει επιβάλλει, για να δέσει ακόμα πιο σφικτά τους «συμμάχους» και να τους υπενθυμίσει πως η λύση οποιουδήποτε προβλήματος δεν αποκλείεται αρκεί να γίνει με τους ορούς που αυτός θα έχει τον απόλυτο έλεγχο.

Η πρόσφατη κρίση στο Αιγαίο έβγαλε στην επιφάνεια μια σειρά πλευρές που δείχνουν εκτός από τη σοβαρότητα των ζητημάτων, και την επιτακτική ανάγκη και των δύο λαών να οργανωθούν και να παλέψουν ενάντια στον ιμπεριαλισμό, τις άρχουσες τάξεις των χωρών τους και τις συνέπειες που μπορεί να έχει η κλιμακούμενη ένταση ανάμεσα στις δυο χώρες.

Πρώτα πρώτα η προσπάθεια της τούρκικης χούντας να κάνει έρευνες με το Σισμίκ σε αμφισβητούμενες περιοχές δεν έχει τίποτα να κάνει ως προς την ένταση και τη ποιότητα με τις συχνές πυκνές αεροπορικές παραβιάσεις που παρατηρούνται στον εναέριο χώρο της Ελλάδας. Αν οι τούρκικες παραβιάσεις του εναέριου χώρους έχουν σαν στόχο να «υπενθυμίζουν» στην άρχουσα: τάξη της χώρας ότι δεν παραιτούνται από την ιδέα πρόσβασης στο Αιγαίο, με την έξοδο του Σισμίκ οι Τούρκοι επεδίωκαν να δημιουργήσουν μια ντεφάκτο κατάσταση στο Αιγαίο.

Στις πραγματικές επιθυμίες της άρχουσας τάξης της Τουρκίας ήταν να δημιουργήσει μια κατάσταση παρόμοια σε ένταση με αυτή του 76 με την έξοδο τού «Χωρά». Αν έχει κάποια σημασία αυτή η διαπίστωση έχει να κάνει με το χαραχτήρα του συμβιβασμού στη βάση του οποίου εκτονώθηκε (μέσα σε 24 ώρες κιόλας) η όλη κατάσταση. Με την έννοια αυτή ο προσωρινός συμβιβασμός δεν έλυσε κανένα από τα ουσιαστικά προβλήματα που αφορούν την ουσία του ζητήματος και το οποίο οι Τούρκοι ήθελαν να θέσουν με την έξοδο για έρευνες του Σισμίκ.

Οι Ελληνοτουρκικές διαφορές επηρεάζουν και συνεχίζουν να επηρεάζουν με καταλυτικό τρόπο την πορεία των εξελίξεων στο εσωτερικό της χωράς.

Η πρόσφατη κρίση στο θέμα αυτό έδειξε τη σοβαρότητα των πραγμάτων και έβαλε τη σφραγίδα της στις εσωτερικές εξελίξεις. Το ότι τα ζητήματα που στρέφονται γύρω από τη παραμονή των βάσεων στην Ελλάδα γίνονται με μοναδικό γνώμονα τη διασφάλιση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης έναντι της Τουρκίας είναι ενδεικτικό της σοβαρότητας των επιπτώσεων στο εσωτερικό των Ελληνοτουρκικών διαφορών. Η κυβ. Παπανδρέου και ο ίδιος βγήκαν ενισχυμένοι από το χειρισμό της πρόσφατης κρίσης, μέσα στο ενδοαστικό παιχνίδι. Φάνηκε ότι ελέγχει τα πράγματα και ότι μπορεί να συσπειρώσει όλες τις βασικές πολιτικές δυνάμεις κάτω από μια «εθνική γραμμή».

Ταυτόχρονα όμως και έστω κάτω απ αυτούς τους όρους αναγκάστηκε να αποδεχτεί τη συμφωνία της Βέρνης και να αρχίσει διαπραγματεύσεις με την Τουρκία πράγμα που αρνιόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Παρά το χαραχτήρα που θέλει να προσδώσει στις μεταξύ τους συνομιλίες ο Παπανδρέου, οι τούρκοι περιμένουν μια ουσιαστικότερη κατάληξη απ αυτή που είχαν οι προηγούμενες συνομιλίες επί Καραμανλή.

Πια τέτοια όμως κατάληξη δεν είναι καθόλου προφανής και από την άποψη αυτή ο Ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός έχει προχωρήσει κατά ένα βήμα μπροστά και όπου με εγγυητές τους αμερικάνους τίποτα 7ΐαλό δεν προμηνύεται για τους λαούς των δυο χωρών.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως η κρίση αυτή του Μάρτη εκτονώθηκε, αλλά τα προβλήματα που τη γέννησαν παραμένουν στο ακέραιο.

Πρώτα απ’ όλα η κρίση αυτή όχι μόνο δεν αμφισβήτησε πλευρές της αμερικανικής πολιτικής από την άρχουσα τάξη κάποιας χωράς αλλά αντίθετα η κάθε μια θεωρεί πως το πλασάρισμά της στις στρατηγικές επιλογές των Αμερικάνων ιμπεριαλιστών αποτελεί πρόσθετο ατού για την πραγματοποίηση των επιδιώξεων της.

Ακόμα παραπέρα έγινε φανερό πως οι φιλοδοξίες της καθεμιάς άρχουσας τάξης για το ρόλο που θέλει να παίξει στην περιοχή έρχεται, σε αντίθεση με την άλλη σε τέτοιο βαθμό που η δραστική αλλαγή του συσχετισμού δύναμης μεταξύ τους να αποτελεί προϋπόθεση για την επίτευξη των φιλοδοξιών τους.

Γίνεται φανερό με τα παραπάνω πως η εκτόνωση της κρίσης που προέκυψε με την αποδοχή και των δυο πλευρών να μη γίνουν έρευνες σε αμφισβητούμενες περιοχές δεν αγγίζει την ουσία των προβλημάτων. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να περιμένει κανείς τη λύση προβλημάτων τέτοιου χαραχτήρα σε οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο που θα οριοθετήσει την υφαλοκρηπίδα αλλά όχι την διανομή της. Το ίδιο ισχύει και για τη μυστική διπλωματία που μπορεί βέβαια να παρατείνει ως ένα βαθμό τη περίοδο της σχετικής ηρεμίας αλλά που-δεν μπορεί να λύσει αυτό που θεωρούν οι άρχουσες τάξεις πραγματικό πρόβλημα, γιατί απλούστατα αυτό δεν λύνεται με διαπραγματεύσεις.

Βρισκόμαστε λοιπόν στην περίοδο που προετοιμάζονται όροι για την κλιμάκωση του ανταγωνισμού μεταξύ της άρχουσας τάξης Ελλάδας και Τουρκίας. Με δοσμένη την πρόσφατη αμφισβήτηση της κυριαρχίας στο Αιγαίο, η επόμενη, θα πρέπει να είναι πιο έντονη. Λυτό βέβαια δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η επόμενη πρόκληση) θα γίνει αναγκαστικά από τη πλευρά της Τουρκίας. Δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να απ οπλίσουμε την πρωτοβουλία να την πάρει, η άρχουσα τάξη της Ελλάδας ακριβώς για να θέσει το ζήτημα με δικούς της όρους όταν θα κρίνει ότι είναι ευνοϊκοί για αυτήν.

0 εξαρτημένος- ξεπουλημένος χαραχτήρας και της μιας και της άλλης άρχουσας τάξης, ο χαραχτήρας των προβλημάτων αλλά και ο τυχοδιωκτισμός τους φέρνει το λαό μπροστά στο ενδεχόμενο μιας πολεμικής αναμέτρησης. Ο προσδιορισμός του χαραχτήρα του πολέμου και η στάση απέναντι σ’ αυτόν έχει καθοριστική σημασία για το κίνημα και το λαό.

3. ΤΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΕΝΟΣ ΤΟΠΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΜΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΖΗΤΗΜΑ

Γίνεται φανερό με όσα έχουμε αναφέρει παραπάνω, αλλά και με όσα έχουμε γράψει κατά καιρούς γύρω από το ζήτημα των Ελληνοτουρκικών διαφορών, πως οι πιθανότητες ενός τοπικού πολέμου δεν είναι μόνο θεωρητικές.

Αντίθετα είναι υπαρκτές και όσο προχωρούν τα πράγματα και οξύνονται οι αντιθέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες συσσωρεύονται οι όροι για ένα τέτοιο ενδεχόμενο ενώ ταυτόχρονα λιγοστεύουν οι δυνατότητες ειρηνικής επίλυσης των διαφορών.

Μπροστά λοιπόν σ ένα τέτοιο πραγματικό ενδεχόμενο ο καθένας καταλαβαίνει τη σημασία που έχει για την οργάνωση μας και για το λαό ο προσδιορισμός του χαραχτήρα του πολέμου και της στάσης που πρέπει να κρατήσει ο λαός απέναντι στο ζήτημα αυτό.

Ξεκινώντας λοιπόν απ’ αυτό που οι ρεβιζιονιστές ονομάζουν «δόγμα που δεν ισχύει πλέον,» ότι δηλαδή ο «πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα» θα πρέπει με γνώμονα το συμφέρον της εργατικής τάξης και του λαού να προσδιορίσουμε την ταξική φύση των αντιμαχόμενων πλευρών, την πολιτική που ακολουθούν πριν τον πόλεμο και τη φύση των προβλημάτων που έρχεται να επιλύσει ο πόλεμος

Παίρνοντας τα πράγματα απ’ αυτή την ταξική σκοπιά είναι γεγονός ότι δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για περιπλανήσεις στον προσδιορισμό του χαραχτήρα ενός ενδεχόμενου πόλεμου.

Σήμερα τόσο η άρχουσα τάξη της Ελλάδας όσο και της Τουρκίας στηρίζουν και επενδύουν τις φιλοδοξίες τους στους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές. Πραγματοποιούνται δε οι ελπίδες τους κατά το δυνατό και στο βαθμό που αυτές συμβαδίζουν με τις στρατηγικές επιλογές των αμερικάνων όσο στις δυο χώρες όσο και στην ευρύτερη περιοχή.

Από την άποψη αυτή το καθοριστικό σημείο σ’ όλη την υπόθεση αποτελούν οι σχέσεις υποταγής και εξάρτησης των δύο χωρών από τους Αμερικάνους και γενικότερα τους Νατοϊκούς ιμπεριαλιστές.

Έτσι γίνεται φανερό πως στη λήξη ενός πολέμου ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές θα υπαγορεύουν τους ορούς για την «ειρήνη» και θα μπουν εγγυητές εκεί που πριν απ όλα και πάνω απ όλα θα εξυπηρετούνται τα δικά τους συμφέροντα και επιδιώξεις ενισχύοντας “ακόμα παραπέρα τους δεσμούς εξάρτησης.

Όσον αφορά δε το χαραχτήρα των προβλημάτων που υποτίθεται ότι θα λύσει κάποιος πόλεμος, η υποκίνηση τέτοιων προβλημάτων αποτελεί κάθε φορά ένα άλλοθι που η κάθε μια από τις άρχουσες τάξεις προσπαθεί να ανατρέψει. τις ισορροπίες στην περιοχή προς όφελος της με στόχο την καλυτέρευση της μοίρας της σαν ατζέντης των αμερικάνικων συμφερόντων στην περιοχή 7ίαι τον κόσμο.

Σήμερα την πρωτοβουλία για την ανατροπή των συσχετισμών φαίνεται να την έχει η άρχουσα τάξη της Τουρκίας, και τις σοβινιστικές- επεκτατικές διεκδικήσεις εξαργυρώνει το πραγματικό συσχετισμό στη Κύπρο που είναι προς όφελος της και που εκφράζεται με την κατοχή του 40% του νησιού. Φαίνεται ταυτόχρονα να θέλει να κλείσει τουλάχιστο ορισμένα «εκκρεμή» ζητήματα με την Ελλάδα πριν επιδοθεί σε παραπέρα εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή των Κούρδων και που θα απαιτήσουν την ιδιαίτερη προσοχή της. Η ακόμα θέλει «να δέσει το γάιδαρο της» από την πλευρά του Αιγαίου πριν προχωρήσει σε εντεταλμένη από τους αμερικάνους αποστολή μακράς διαρκείας στην περιοχή της Μ. Ανατολής και ιδιαίτερα στην περιοχή του πολέμου Ιράν Ιράκ.

Αυτό το πράγμα δεν θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η άρχουσα τάξη της Ελλάδας δεν θα πάρει αυτή αύριο την πρωτοβουλία για την ανατροπή του συσχετισμού ανάμεσα τους, και μάλιστα ακριβώς για το λόγο ότι η Τουρκία έχει προβλήματα από την ανατολή που δεν μπορεί να τα διαιωνίσει επ’ άπειρο.

Και τέλος πάντων μια τέτοια πρωτοβουλία είχε η άρχουσα τάξη στο παρελθόν. Ήταν όταν αισθανόμενη τη στήριξη του αμερικάνικου παράγοντα που κάτω από το αίτημα της ένωσης με την Ελλάδα της Κύπρου, αμφισβητούσε όχι μόνο την ισορροπία ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία αλλά ακόμα και αυτή τη θέληση της αστικής τάξης της Κύπρου με το πραξικόπημα του Ιωαννίδη το 74 και την ανατροπή του Μακάριου, γνήσιου εκφραστή, της άρχουσας τάξης στην Κύπρο.

4. ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ «ΕΠΙΤΙΘΕΜΕΝΟΥ» ΚΑΙ ΤΟΥ «ΑΜΥΝΟΜΕΝΟΥ»

Σήμερα η άρχουσα τάξη και οι βασικοί πολιτικοί φορείς, αλλά και πέρα απ’ αυτούς άλλες οργανώσεις που θεωρούν τους εαυτούς τους επαναστάτες, θέτουν το ζήτημα των Ελληνοτουρκικών διαφορών ανάμεσα στις δυο χώρες σε μια εντελώς διαφορετική λογική από τη δική μας.

Προσδιορίζουν το χαραχτήρα του πολέμου από το ποιος είναι ο «επιτιθέμενος» και ποιος ο «αμυνόμενος» η ακόμα χειρότερα από το ποιος προκάλεσε την απαρχή  του πολέμου και ποιος εξ’ αιτίας αυτής της πρόκλησης αναγκάστηκε από τα πράγματα να απαντήσει με πόλεμο.

Το γεγονός ότι η Τούρκικη αστική τάξη έχει σήμερα την πρωτοβουλία των κινήσεων φαίνεται να έρχεται «κουτί» στις εκτιμήσεις τους. Από την εκτίμηση αυτή και πέρα είναι εύκολο να βάλουν στις απόψεις τους και ολίγη αντιαμερικανική, αντί ιμπεριαλιστική φιλολογία.

Μ’ αυτό τον τρόπο καθόλου τυχαία όλοι μαζί ζητούν την αμυντική οχύρωση της χώρας, προσυπογράφουν τους πολεμικούς εξοπλισμούς που θα στραφούν ενάντια στον «κακό μας διάβολο» την Τουρκία που προκαλεί στηριζόμενη στους Αμερικανούς. Οι επιμέρους διαφορές για την προέλευση των στρατιωτικών εξοπλισμών δεν αλλάζει καθόλου την ουσία της τοποθέτησης τους,

Στην πράξη, αυτός ο τρόπος αντίληψης των Ελληνοτουρκικών διαφορών, οδηγεί στην «εθνική ομοψυχία» και στη στήριξη των χειρισμών της κυβέρνησης της άρχουσας τάξης απέναντι στους Αμερικάνους που υποκινούν τους Τούρκους.

Η «εθνική ομοψυχία» σαν τρόπος θεώρησης των ελληνοτουρκικών θεμάτων αφαιρεί τον ταξικό χαραχτήρα του ζητήματος και «εξαφανίζει» τον εξαρτημένο χαρακτήρα και των δυο χωρών από τους αμερικάνους ιμπεριαλιστές. Το καθοριστικό δηλαδή στοιχείο για ν’ απαντήσει κανείς στο «τι και διατί» των Ελληνοτουρκικών διαφορών,

Το αν οι ένοπλες δυνάμεις στηρίζονται αποκλειστικά στους Αμερικάνους οπο στρατιωτικό υλικό μέχρι οργάνωση και στρατιωτική τέχνη (βλέπε ανώτατη σχολή πολέμου και μετεκπαίδευση στρατιωτικών στελεχών στην Αμερική) αυτό δεν εμπόδισε κανένα αρχηγό πολιτικού κόμματος να εξυμνήσει την «ετοιμότητα» του στρατιωτικού μηχανισμού στη πρόσφατη κρίση του Αιγαίου,

Στην ίδια λογική της «εθνικής ομοψυχίας» μπροστά στον επιτιθέμενο, την τούρκικη απειλή βρίσκονται και οι δηλώσεις στήριξης των κυβερνητικών χειρισμών, χωρίς να παίρνεται υπόψη η πολιτική της εξάρτησης όλου του προηγούμενου διαστήματος.

Αλλά ας έρθουμε σ αυτές καθαυτές τις έννοιες του «επιτιθέμενου και του αμυνόμενου». Ας έλθουμε στην ίδια την εξέλιξη των πραγμάτων στην Κύπρο το ποιός ήταν ο επιτιθέμενος, ποιος προκάλεσε την ανατροπή της ισορροπίας στην Κύπρο την ημέρα του πραξικοπήματος και ποιος ήταν ο αντιτιθέμενος την επομένη του πραξικοπήματος. Η άρχουσα τάξη της Ελλάδας με τους στρατοκράτες στα πράγματα πήγε να πραγματοποιήσει το παλιό της όνειρο της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Οι Τούρκοι «αμυνόμενοι» κατάλαβαν το 40% του νησιού.

Πόσο νόημα θα μπορούσαν να είχαν οι έννοιες «επιτιθέμενος» η «επεκτατικές τάσεις» η «αμυνόμενος» σ’ αυτή την περίπτωση; Και γιατί αυτή η περίπτωση δεν θα μπορούσε να επαναληφτεί αντίστροφα αυτή τη φορά, σ’ ένα ενδεχόμενο ελληνοτουρκικό πόλεμο που θα έλυνε υποτίθεται τα προβλήματα των δυο χωρούν ;

Στηρίζεται μήπως η στάση της Τουρκίας στην  πολιτικοστρατιωτική της υπεροχή  απέναντι της Ελλάδας, και ποιος μπορεί να πει με σιγουριά από τη πλευρά του κινήματος ότι η αστική τάξη της χώρας μας είναι λιγότερο εξοπλισμένη από αυτή της Τουρκίας όταν και εθνική ομοψυχία μπορεί να επιτύχει στο εσωτερικό άλλα και όπως η ίδια καμώνεται υπερέχει και στο επίπεδο της αεροπορίας κατά 5 χρόνια άλλα και στο ναυτικό έναντι της τούρκικης αστικής τάξης;

Αλλά και στο θέμα της απόπειρας εξόδου του Σισμίκ σε αμφισβητούμενες περιοχές, τα ερωτηματικά είναι πολλά. Η «πρόκληση» ήταν η απόπειρα εξόδου του Σισμίκ για να κάνει έρευνες σε αμφισβητούμενες περιοχές, η πριν απ αν το η «7φοκληση» ήταν οι έρευνες για πετρέλαιο από Ελληνικής πλευράς σε «αμφισβητούμενες» περιοχές που ματαιώθηκαν τη τελευταία στιγμή, με τη γνωστή κρατικοποίηση της κοινοπραξίας για τα πετρέλαια;

Και αν ισχύει κάτι τέτοιο αυτό σημαίνει αμφισβήτηση μιας συμφωνίας, της Βέρνης (πράγμα που σε μια πρώτη φάση ισχυρίστηκε η κυβέρνηση Παπανδρέου θεωρώντας την ανενεργή) Αυτή η συμφωνία όμως ήταν συνέχεια μιας προηγούμενης πρόκλησης από πλευράς της Τουρκίας με την «έξοδο του Χώρα» το 76 κοκ.

Με λίγα λόγια μπορούμε να πούμε πως η λογική του ποιος προκαλεί ποιόν δεν οδηγεί σε καμία διέξοδο για το λαό. Το ποιος θα ρίξει την πρώτη τουφεκιά με τους όρους του επιτιθέμενου η του αμυνόμενου δεν έχει καμιά σημασία μπροστά στο συνολικό πλέγμα εξάρτησης που βρίσκονται και οι δύο χώρες. Η παραπάνω λογική στο μόνο που μπορεί να, οδηγήσει το λαό είναι στην αποδοχή των εξοπλισμών στην «εθνική ομοψυχία» με την αστική τάξη και στην αποδοχή των χειρισμών της κυβέρνησης.

Λογική συνέπεια όλης αυτής της αντίληψης είναι η υποταγή των συμφερόντων της εργατικής τάξης και του λαού στις επιδιώξεις της άρχουσας τάξης, η έξαρση του σοβινισμού, η όξυνση του ανταγωνισμού και η κατάληξη όλων αυτών στο αιματοκύλισμα των δυο λαών. Μια γεύση αρκετά έντονη όλων αυτών πήραμε και στη πρόσφατη κρίση στο Αιγαίο.

Συμπερασματικά λοιπόν μπορούμε να πούμε πως βλέποντας το ζήτημα ενός ενδεχόμενου πόλεμου ανάμεσα στην Ελλάδα και στη Τουρκία, από την ταξική του πλευρά, από τη πλευρά δηλαδή των συμφερόντων του λαού άλλα και του στόχου που έρχεται να εξυπηρετήσει θεωρούμε πως πρόκειται για ένα άδικο και αντιδραστικό πόλεμο.

Εκτιμούμε πως τα όποια υπαρκτά προβλήματα ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία δεν προϋποθέτουν για τη λύση τους τον πόλεμο. Και. ότι τέλος πάντων ένας πόλεμος με δοσμένη την ιμπεριαλιστική εξάρτηση και ότι αυτή συνεπάγεται δεν περιέχει κανένα στοιχείο προοδευτικότητας από γενική άποψη. Αντίθετα φέρνει τα πράγματα προς τα πίσω με το βαρύ τίμημα που προκύπτει από το αιματοκύλισμα των δυο λαών. Από την άποψη αυτή είμαστε εντελώς αντίθετοι με την κλιμάκωση της έντασης μεταξύ των δύο χωρών. Αντιτιθέμαστε στην έξαρση του σοβινισμού και στην παραπέρα ένταση των στρατιωτικών εξοπλισμών απ’ οπού και αν προέρχονται.

Θέτουμε το πρόβλημα στη πραγματική του αντιιμπεριαλιστική βάση σαν μοναδική προϋπόθεση για την συνύπαρξη και ειρηνική επίλυση των διαφορών. Παλεύουμε να μπάσουμε τους δεσμούς εξάρτησης από τη χώρα μας και την περιοχή. Επιδιώκουμε με κάθε τρόπο να αποτρέψουμε τον πόλεμο.

5. ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΝΑΡΞΗΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ο προσδιορισμός του χαραχτήρα ενός Ελληνοτουρκικού πολέμου θέτει στο λαϊκό κίνημα τα καθήκοντα που σε γενικές γραμμές περιγράφηκαν προηγούμενα, με στόχο να αποφευχθεί ο πόλεμος.

Αντίστοιχα και ξεκινώντας από τις ίδιες εκτιμήσεις θα πρέπει να προσδιοριστούν τα καθήκοντα του λαϊκού κινήματος σε περίπτωση που ξεσπάσει ένας τέτοιος πόλεμος.

Ο κύριος στόχος του λαϊκού κινήματος σε τέτοια περίπτωση δεν μπορεί να είναι άλλος παρά αυτός που αποτελούσε κύριο στόχο και πριν την έναρξη ενός τέτοιου αντιλαϊκού πολέμου,  δηλαδή το συνολικό πλέγμα εξάρτησης, συγκεκριμένα ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και οι άρχουσες τάξεις των δυο χωρών που αποτελούν και την πραγματική αιτία και αφορμή για ένα τέτοιο καταστροφικό για τους λαούς πόλεμο.

Επειδή ωστόσο ο πόλεμος είναι κάτι το άμεσο και το συγκεκριμένο το ίδιο συγκεκριμένη θα πρέπει να είναι και η στάση του λαϊκού κινήματος. Μιλώντας για τα σημερινά δεδομένα ανάπτυξης, συγκρότησης και ταξικού προσανατολισμού του κινήματος, τα βασικά καθήκοντα του κάθε κομμουνιστή, του κάθε λαϊκού αγωνιστή θα πρέπει να συνοψίζονται στις εξής δύο βασικές θέσεις.

1. Ν’ αντιταχτεί με κάθε τρόπο στο κλίμα σωβινισμού, επανάκτησης των «χαμένων πατρίδων» και να προπαγανδίζει πρακτικά την αλληλεγγύη ανάμεσα στους δύο λαούς που δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν μεταξύ τους, αντίθετα έχουν κάθε λόγο να αντιταχτούν από κοινού στο πραγματικό τους εχθρό.

2. Να παλέψει ενεργά για το άμεσο σταμάτημα του πόλεμου χωρίς προσαρτήσεις εδαφών από καμιά πλευρά.

Παρεμφερή με τα παραπάνω είναι τα ζητήματα που σχετίζονται με την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της χωράς. Ας ξεκαθαρίσουμε απ την αρχή ότι εντελώς λαθεμένα ορισμένες φορές ο αντιδραστικός χαραχτήρας ενός πολέμου οδηγεί ορισμένους στο να παραγράψουν το ζήτημα της υπεράσπισης της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας.

Οι κομμουνιστές σε αντίθεση με τους αστούς πάντα θεωρούσαν την εδαφική ακεραιότητα; σαν ένα συστατικό στοιχείο που μαζί με μια σειρά άλλων αποτελούσαν την εθνική ανεξαρτησία ενός λαού και μιας χώρας. Με την έννοια αυτή το λαϊκό κίνημα δεν βρέθηκε και ούτε μπορούσε να βρεθεί ποτέ σε κάποιο Κάιρο η με το διαβατήριο στο χέρι σε κάποια ασφαλή πρωτεύουσα Δυτικοευρωπαϊκής χωράς.

Έτσι, το λαϊκό κίνημα και η επαναστατική του πρωτοπορία, είτε είναι σε θέση να ανοίξει το πραγματικό μέτωπο ενάντια στους πραγματικούς εχθρούς και τα πράγματα παίρνουν το δικό τους δρόμο, είτε βρίσκεται στο μέτωπο και εκεί η εξέλιξη των πολιτικόστρατιωτικών δεδομένων μπορεί να το φέρει μπροστά στο πραγματικό δίλλημα της υπεράσπισης της εδαφικής ακεραιότητας.

Πρέπει όμως ο λαός να έχει από τώρα ξεκάθαρο πως το ξέσπασμα ενός άδικου και αντιδραστικού πολέμου όπως είναι ενδεχόμενος Ελληνοτουρκικός πόλεμος, απέχει πολύ απ’ το να θέσει στον λαό, σαν βασικό στόχο την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας. Αντίθετα μάλιστα στόχος ενός τέτοιου πόλεμου μέσα στα πλαίσια της εξάρτησης σημαίνει προσπάθεια ανατροπής του σημερινού συσχετισμού δύναμης προς όφελος της μίας η της άλλης άρχουσας τάξης προϋπόθεση της οποίας αποτελεί η προσάρτηση εδαφών και συνολικότερη η στρατιωτικοπολιτική νίκη της μιας απέναντι στην άλλη.

Η κήρυξη ενός τέτοιου πόλεμου είναι ταυτόσημη με την έξαρση του σωβινισμού και τη προσάρτηση εδαφών και όχι με την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας. Γι αυτό οι λαϊκοί αγωνιστές πρέπει με κάθε τρόπο να δουλέψουν για να αποφευχθεί ένας τέτοιος πόλεμος και αν ξεσπάσει να πάνε κόντρα στο σωβινισμό και να παλέψουν για το σταμάτημα του χωρίς προσαρτήσεις από καμιά πλευρά.

Συνεπώς ευθύς εξ αρχής δεν μπαίνει ζήτημα υπεράσπισης της εδαφικής ακεραιότητας. Βέβαια η ίδια η πορεία του πολέμου, οι υποκειμενικές αδυναμίες των δύο λαών και ο στρατιωτικός συσχετισμός μπορεί να φέρουν ένα λαό μπροστά στο πραγματικό πρόβλημα της υπεράσπισης της εδαφικής ακεραιότητας.

Σε μια τέτοια περίπτωση τα ζητήματα μπαίνουν εντελώς διαφορετικά, πράγμα που μπορεί να σημάνει και την αλλαγή του χαραχτήρα του πόλεμου. και που τέλος πάντων πρέπει να εξεταστεί κάτω από το φως των νέων δεδομένων. σίγουρα διαφορετικών απ’ αυτά που έθετε μπροστά στο λαϊκό κίνημα η αρχική κήρυξη ενός πολέμου σαν αυτού που εξετάζουμε.

Με λίγα λόγια η παραπέρα εξειδίκευση και πρακτική στάση απέναντι στο ενδεχόμενο ενός άδικου πόλεμου είναι συνεπεία της κατάστασης του ίδιου του λαϊκού κινήματος αλλά και της δυνατότητας της άρχουσας τάξης να «πείσει», να «προσανατολίσει » το λαό να πάει να γίνει κρέας για τα κανόνια αυτών που θεωρεί εχθρούς,

Η εξέλιξη της σχέσης ανάμεσα στο λαό και την άρχουσα τάξη, η ίδια δηλαδή η έκβαση της ταξικής πάλης πριν τον πόλεμο επηρεάζει αναπόφευκτα και την έκταση και την ποιότητα των καθηκόντων του λαϊκού κινήματος στη διάρκεια του πολέμου.

Φαίνεται συνεπώς άλλη μια φορά πως ένας πόλεμος δεν είναι αταξικός, ούτε πανεθνικός με την έννοια της εθνικής ομοψυχίας κάτω από τη καθοδήγηση και τη σημασία της αστικής τάξης.

Έτσι εκτιμούμε πως το σταμάτημα των απεργιακών κινητοποιήσεων στη πρόσφατη κρίση στο Αιγαίο, που έγινε κάτω από το πρόσχημα του εθνικού κίνδυνου έφερνε σε ακόμα χειρότερη κατάσταση το λαϊκό κίνημα σε περίπτωση που πραγματικά ξέσπαγε ένας τέτοιος πόλεμος.

6. Ο ΧΑΡΑΧΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΑΧΤΙΚΗΣ

Ο προσδιορισμός του χαραχτήρα του πολέμου σαν άδικου και αντιδραστικού συνδέεται με μια σειρά ζητήματα που προκύπτουν πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τέτοιου είδους ζητήματα είναι η υπεράσπιση των συνόρων, ο στρατός και οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί.

Η στάση που πρέπει να κρατήσει ο λαός σε περίπτωση πρόκλησης από τη πλευρά της άρχουσας τάξης της Τουρκίας. Τέλος θέματα που σχετίζονται με την πάλη του ενάντια στον ΑμερικανοΝΑΤΟικό ιμπεριαλισμό (Βάσεις-ΝΑΤΟ-ΕΟΚ) αλλά και με την ταξική πάλη που διεξάγεται στο εσωτερικό της χωράς ενάντια στο πλουτοκρατικό κατεστημένο.

Η τοποθέτηση στα ζητήματα αυτά δίνει σαφή δείγματα στο πως εκτιμά κάποιος το χαραχτήρα ενός ενδεχόμενου πόλεμου Ελλάδας Τουρκίας. Αντίστοιχα βέβαια το πως βλέπει κάποιος ένα πόλεμο προσδιορίζει ανάλογα και τη στάση του απέναντι στα ζητήματα που σχετίζονται μ’ αυτόν.

Αυτή η βασική διαπίστωση βλέπουμε να επαληθεύεται στη πολιτική των βασικών κομμάτων. Ιδιαίτερα αισθητή έγινε στη πρόσφατη κρίση στο Αιγαίο το Μάρτη όπου σύρθηκαν χωρίς όρους κάτω από τις κινήσεις και τις επιλογές Α. Παπανδρέου. Και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Δεν μπορείς δηλαδή να εκτιμάς πως το βασικό χαρακτηριστικό της άρχουσας τάξης τόσο της Ελλάδας όσο και της Τουρκίας είναι η πολύπλευρη εξάρτηση και ταυτόχρονα να δέχεσαι να μπεις κάτω από τις επιλογές της κυβέρνησης Παπανδρέου και μάλιστα χωρίς καν να σκοτιστείς από φόβο μήπως ο λαός φέρει κάποιες αντιρρήσεις.

Δεν μπορεί να έχει κάποιος άποψη ότι ο πραγματικός εχθρός της Ελλάδας είναι ο Τούρκικος επεκτατισμός και ταυτόχρονα να μη δέχεσαι τους πολεμικούς εξοπλισμούς και το «αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων»

Δεν μπορεί να δέχεται κανείς πως οι σχέσεις που έχουν «σφυρηλατηθεί» τόσο ανάμεσα στις χώρες της Δύσης με την Αμερική, όσο και ανάμεσα στις χώρες της Ανατολής με τη Σ.Ε. έχουν ιστορικές καταβολές και δεν πρέπει να διαταραχτούν και την ίδια στιγμή να κάνεις πραγματικό αγώνα ενάντια στις βάσεις το ΝΑΤΟ την ΕΟΚ.

Δεν μπορεί τέλος να δέχεσαι, παρά τις όποιες αντιθέσεις, ότι η κυβέρνηση του κατεστημένου σε τελευταία ανάλυση θα υπερασπίσει κάποια εθνικά συμφέροντα όταν χρειαστεί και ταυτόχρονα να επιμένεις στην ένταση της ταξικής πάλης σε κρίσιμες ώρες.

Στην ουσία τη παραπάνω ταχτική που περιγράψαμε ακολουθούν και ακλούθησαν και πρόσφατα όλες οι πολιτικές δυνάμεις από τη ΝΔ μέχρι τη λεγόμενη αριστερά.

Λογική συνέπεια μιας τέτοιας αντιμετώπισες των πραγμάτων η δήλωση του Φλωράκη  μετά την πρωθυπουργική ενημέρωση το Μάρτη ότι «δεν είναι ώρα να σχολιάσουμε τους χειρισμούς της κυβέρνησης.»

Η λογική ωστόσο που θα πρέπει να κινηθεί ένα επαναστατικό κίνημα βρίσκεται στον αντίποδα αυτής της ταχτικής. Ο ταξικός χαραχτήρας ενός αντιδραστικού πόλεμου, ο εξαρτημένος χαραχτήρας της άρχουσας τάξης και ο ρόλος του Αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στις δυο χώρες δεν αφήνει κανένα περιθώριο για υποστήριξη του «αξιόμαχου των ένοπλων δυνάμεων»

Ακόμα παραπέρα ο λαός δεν πρέπει να δεχτεί το βάρος των στρατιωτικών εξοπλισμών απ’ οπού και αν προέρχονται. Δεν πρέπει το κίνημα να δεχτεί την υποστολή της σημαίας του αγώνα μπροστά στις λεγόμενες κρίσιμες καταστάσεις.

Όπου πράγματι η αστική τάξη μπορεί να έχει να αντιμετωπίσει κρίσιμα προβλήματα αλλά που τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και του λαού βρίσκονται εντελώς αντίθετα και οπωσδήποτε στην κατεύθυνση του βαθέματος της λαϊκής αντιιμπεριαλιστικής πάλης.

Πολύ περισσότερο βέβαια ο λαός δεν πρέπει να δεχτεί κανενός είδους παζάρι οπού η παραμονή των βάσεων και το βάθεμα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης θα είναι το αντίτιμο για να διατηρηθεί η ισορροπία και η «ειρήνη» ανάμεσα στις δύο άρχουσες τάξεις Ελλάδας και Τουρκίας.

Παρόμοια με τα παραπάνω, και αντίστοιχη θα πρέπει να είναι και η στάση του λαϊκού κινήματος απέναντι στην προσπάθεια που κάνει η άρχουσα τάξη της χώρας μας να διατηρήσει την ισορροπία δυνάμεων 7 προς 10.

Το ίδιο ισχύει και για τη θριαμβολογία μετά την «επιτυχία» του Παπανδρέου να αποσπάσει τη σύμφωνη γνώμη του Στεϊτ Ντιπάρτμεντ για την αγορά των αεροπλάνων F16.

Και εδώ ίσως μπορούμε να μιλήσουμε για πραγματική επιτυχία του Παπανδρέου, με την έννοια ότι κάτι τέτοιο σκοπεύει στην ανατροπή της αναλογίας 7 προς 10 αλλά προς όφελος της άρχουσας τάξης της Ελλάδας. Σίγουρα όμως σε βάρος και του Ελληνικού αλλά και του Τούρκικου λάου.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως ο άδικος και αντιδραστικός χαραχτήρας ενός ενδεχόμενου πόλεμου σημαίνει πως το κίνημα δεν μπορεί πολιτικά να συμβαδίσει με την άρχουσα τάξη ούτε πριν, ούτε κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ότι τελικά οι ταξικοί και αντί ιμπεριαλιστικοί στόχοι του λαού όχι μόνο δεν μπορούν να βρουν έκφραση στους πολιτικούς χειρισμούς της άρχουσας τάξης αλλά βρίσκονται στον αντίποδα ακριβώς αυτών των χειρισμών και πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Το πως θα εκφραστεί πρακτικά αυτή η αντίθεση αυτό έχει να κάνει με την ίδια την έκβαση της ταξικής αντιιμπεριαλιστικής πάλης

Η κατάσταση του λαϊκού κινήματος πριν τον πόλεμο, η πολιτική και πραχτική του στάση απέναντι σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο, είναι καθοριστικής σημασίας παράγοντας όχι μόνο στο πως και με ποιους ορούς θα βρεθεί στο μέτωπο αλλά ακόμη και στο αν δεχτεί να βρεθεί εκεί (στο μέτωπο).

Η στάση μας μπρος στο ενδεχόμενο ενός πολέμου συνοψίζεται στην αντίθεση μας στο σοβινιστικό κλίμα και στην καλλιέργεια της φιλίας των λαών Ελλάδας και Τουρκίας. Το κίνημα θέτοντας στην πρώτη γραμμή της πάλης του την αποτίναξη της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και των στηριγμάτων της, παλεύει ταυτόχρονα και μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες να αποτρέψει με κάθε τρόπο ένα άδικο και αντιδραστικό πόλεμο ανάμεσα στις δύο χώρες.

Υπάρχουν ωστόσο ορισμένα ζητήματα που εμφανίζονται μπλεγμένα ή που συνειδητά μπλέκονται και στα οποία η παραπάνω τοποθέτηση δεν θα μπορούσε φαινομενικά να σταθεί με ουσιαστικό τρόπο.

Περιπλέκονται βέβαια συνειδητά ορισμένα θέματα για να μπορέσει η άρχουσα τάξη και η κυβέρνηση να εμφανίζει μια στάση πατριωτισμού, μια στάση εθνική και γιατί όχι αντιιμπεριαλιστική, για να μπορέσει να εξαπατήσει και να σύρει το λαό σε αντιδραστικές επιλογές.

Τα παραδείγματα δεν είναι λίγα στο παρελθόν. Και δεν αναφερόμαστε βέβαια για την Κύπρο όπου είναι φανερό ότι τσακώνονται σε ξένο αχυρώνα, ούτε για τις «χαμένες πατρίδες» που αναζητούν και οι δυο πλευρές.

Αναφερόμαστε στο αν το Αιγαίο είναι Ελληνικό η όχι, και από την άποψη αυτή αν οι ενέργειες της άρχουσας τάξεις της Τουρκίας αποτελούν πρόκληση η όχι. Αναφερόμαστε στο αν τα νησιά έχουν η όχι υφαλοκρηπίδα και τέλος πάντων αν νομιμοποιούνται  οι έρευνες στο Αιγαίο από πλευράς Τουρκίας. Συνακόλουθα πρέπει ή όχι να στηρίξει το κίνημα τη στάση του Παπανδρέου με το γνωστό «βυθίστε το χόρα» το 76 η τη πρόσφατη στάση του Μάρτη στην επικείμενη έξοδο του Σισμίκ σε αμφισβητούμενα νερά στο Αιγαίο. Και τέλος είναι η όχι σωστό να επεκτείνει η Ελλάδα την υφαλοκρηπίδα στα 12 μίλια;

Το να ισχυριστεί βέβαια κανείς ότι η άρχουσα τάξη και οι πολιτικοί εκφραστές της δεν μπορούν εξαιτίας του εξαρτημένου και τυχοδιωκτικού τους  χαραχτήρα να υποστηρίξουν τα οποιαδήποτε εθνικά ή λαϊκά συμφέροντα, αυτό δεν τον απαλλάσσει από τη συγκεκριμένη ανάγκη να τοποθετηθεί στα παραπάνω ερωτήματα.

Ούτε βέβαια το γνωστό «οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα» απαντά στα παραπάνω ζητήματα, γιατί απλούστατα δεν είχε ούτε έχει να κάνει σχέση με κάτι τέτοιο.

Ας ξεκαθαρίσουμε λοιπόν πως αυτό που αμφισβητείται με την υφαλοκρηπίδα ή τις έρευνες για πετρέλαιο, ή παλιότερα με την ένωση Ελλάδας Κύπρου, δεν μπορεί να ειδωθεί ξέχωρα το καθένα και ξεκομμένο από αυτό που έχουμε κιόλας αναφέρει

Ότι δηλαδή αμφισβητείται η επικυριαρχία στο Αιγαίο συνολικότερα, και στην Κύπρο, με στόχο τη συνολική ανατροπή των συσχετισμών.

Είναι ένα ζήτημα λοιπόν το πως με ποιο τρόπο αμφισβητεί ο ένας την κυριαρχία του άλλου, και ένα άλλο οι πραγματικές επιδιώξεις των κυρίαρχων τάξεων.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και αν υποθέσουμε πως τα πράγματα στο Αιγαίο είχαν προσδιοριστεί με σαφήνεια όπως και τα σύνορα στον Έβρο, ακόμα και σ” αυτή την περίπτωση το ζήτημα της αμφισβήτησης θα έμπαινε με κάποιο τρόπο. Είτε αμφισβητώντας τα σύνορα πλέον αυτά καθαυτά είτε κάπως αλλιώς.

Το γεγονός βέβαια ότι σήμερα αμφισβητείται η κυριαρχία στο Αιγαίο δεν είναι τυχαίο και έχει να κάνει πέρα από την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση του ζητήματος, με την ίδια την ιστορική διαδικασία με βάση την οποία εξελίχτηκε σαν αυτόνομο κράτος και η Ελλάδα και η Τουρκία.

Στην ουσία λοιπόν, αυτό που αποτελούν τα σύνορα και της μιας και της άλλης χώρας, είναι αυτό που η διαδικασία διαμόρφωσης και των δύο χωρών έφερε κάτω από την επικυριαρχία τους. Από την άποψη αυτή η περιοχή του Αιγαίου βρίσκεται κάτω από την επικυριαρχία της Ελλάδας.

Η αμφισβήτηση λοιπόν αυτής της επικυριαρχίας απ’ τη πλευρά της άρχουσας τάξης της Τουρκίας αποτελεί πρόκληση και επεκτατική ενέργεια.

Τέτοιου είδους ενέργειες δε στρέφονται βέβαια μονόπλευρα ενάντια στην άρχουσα τάξη της Ελλάδας, αλλά κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις όταν το κίνημα θέσει πρακτικά και ουσιαστικά το ζήτημα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης μπορεί να στραφούν και αποκλειστικά εναντίον του.

Σήμερα ωστόσο την πρωτοβουλία των χειρισμών την έχει η άρχουσα τάξη και η κυβέρνηση της και μάλιστα χωρίς «αντίπαλο δέος», χωρίς ένα οργανωμένο μαχητικό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα που θα μπορούσε να προσανατολίσει το λαό σε μια αυτόνομη ταξική κατεύθυνση.

Η άποψη λοιπόν να αποτρέψουμε με κάθε τρόπο τον πόλεμο παίρνει υπόψη της αυτή ακριβώς τη κατάσταση ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι δεν διεκδικούμε την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 μίλια.

Η θέση μας ενάντια στη κλιμάκωση του ανταγωνισμού ανάμεσα στις δύο χώρες που επιδιώκουν είτε η μια είτε η άλλη άρχουσα τάξη δεν μπορεί να συμβάλλει με διακηρύξεις ότι η χώρα θα προχωρήσει σε πόλεμο, γιατί τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει το ότι θα «βυθίσουμε το Σισμίκ»

Το ποια και πόση θα ‘ναι η «ανοχή» του κινήματος σε προκλήσεις δεν μπορεί να απαντηθεί παρά μονό στη κατεύθυνση της συνολικής αντιπαράθεσης του με το σύστημα της εξάρτησης και το ντόπιο πλουτοκρατικό κατεστημένο,

Όσο πιο συνειδητά και μαχητικά εμφανίζεται το κίνημα στο πολιτικό προσκήνιο τόσο πιο δύσκολη γίνεται η υπόθεση ενός πολέμου και για τον ΑμερικάνοΝΑΤΟικο ιμπεριαλισμό και για τις άρχουσες τάξεις Ελλάδας και Τουρκίας.

Κατηγορίες

Αναζήτηση