Εκδήλωση στα Γιάννενα | 100 χρόνια ΣΕΚΕ-ΚΚΕ: Να συσσωρεύσουμε  προϋποθέσεις, να  δημιουργήσουμε  ένα νέο κεφάλαιο  για  ένα  νικηφόρο κομμουνιστικό κίνημα  στον 21ο αιώνα.*
18 Νοεμβρίου, 2018Ιστορίαadmin

Τα εκατό χρόνια που μεσολάβησαν από το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ μέχρι τις ημέρες μας δεν θα ήταν ούτε  αυθαιρεσία, ούτε  υποκειμενισμός, να τα χωρίζαμε σε δύο  βασικά περιόδους με εντελώς διαφορετικά, αντίθετης κατεύθυνσης, ποιοτικά χαρακτηριστικά. Όσο περνάνε τα χρόνια αυτός ο διαχωρισμός γίνεται όλο και περισσότερο αντιληπτός ακόμα και από τις γενιές που δεν έζησαν ή  δεν ένιωσαν τον ισχυρό  απόηχο της πρώτης περιόδου του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος ( Κ.Κ.). Ακόμη  και οι υποτιθέμενοι  και  αυτοπροβαλλόμενοι ως νόμιμοι κληρονόμοι του όλου ΚΚΕ όπως ισχυρίζονται, έχουν αναγκαστεί να παραδεχθούν τελευταία,  έστω  και με στρεβλό και μερικό  τρόπο την ύπαρξη μιας τομής ανάμεσα στις δύο περιόδους.  Η πρώτη περίοδος εκτείνεται   ανάμεσα σε δύο ημερομηνίες σταθμούς στην ιστορία του  Κ.Κ.   Στο Νοέμβρη του  1918 από την μια, ως κατάληξη μιας αργής και δύσκολης προσπάθειας ενοποίησης και αναβάθμισης των πρώτων σοσιαλιστικών προσπαθειών  αλλά και ως τομή και αφετηρία μιας σκληρής ανοδικής πορείας, πάλης και δημιουργίας.  Και στον Μάρτιο  του  1956 από την άλλη,  όταν πραγματοποιήθηκε η 6η Ολομέλεια της  ΚΕ του ΚΚΕ και εγκαθιδρύθηκε- επισημοποιήθηκε η κυριαρχία του ρεβιζιονισμού στην ηγεσία του ανοίγοντας τον δρόμο για την πλήρη μετάλλαξη από κόμμα επαναστατικό σε παράγοντα που ενίσχυσε την υποχώρηση, την συνθηκολόγηση και εν τέλει την διάλυση.  Αυτές οι τέσσερεις περίπου δεκαετίες που μεσολαβούν ανάμεσα στο 1918 και το 1956,  περικλείουν την ίδρυση, τα πρώτα βήματα, την ανάπτυξη, τους σκληρούς αγώνες, το ρίζωμα στην ελληνική κοινωνία,  την έφοδο και μαζί την  πρώτη μεγάλη ήττα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος.  Τα επόμενα χρόνια ως  σήμερα σφραγίστηκαν  από την κυριαρχία του ρεβιζιονισμού, τις συνεχείς υποχωρήσεις, προσαρμογές και συμβιβασμούς, τις μέχρι συκοφαντίας  δεξιές-αναθεωρητικές  πολιτικές επιλογές και συμπεριφορές,  το ξόδεμα του κεφαλαίου που είχε δημιουργηθεί. Μαζί με αυτά και εκ παραλλήλου -  για να τα λέμε όλα-  και η αποτυχία του δικού μας ρεύματος σε προηγούμενες δεκαετίες,  παρά τις προσπάθειες και την θέληση που εκφράστηκαν,   να ανακόψει αυτήν την πορεία προς τα πίσω και να δημιουργήσει τους όρους για μια νέα αναγεννητική προσπάθεια.     Είτε το παραδέχονται είτε όχι, με τον τρόπο που προσεγγίζουν την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος,  σε  ποιες  ιστορικές φάσεις   έχουν αναφορά, ποιες  στιγμές  εκθειάζουν η προσπαθούν να  αποδομήσουν,  όλοι σχεδόν, εχθροί, αντίπαλοι, αναθεωρητές, αρνητές και άσπονδοι υπερασπιστές, είναι υποχρεωμένοι να γυρίζουν   γύρω από την πρώτη περίοδο αυτή περίοδο. Αυτήν στοχοποιούν, πολεμούν, προβοκάρουν,  άλλοτε την  υμνούν για την  παραποιήσουν και να αφοπλίσουν τα μηνύματα της  ή  επιχειρούν να  την αποτιμήσουν ιστορικά γράφοντας και σβήνοντας δοκίμια και δήθεν επιστημονικά ιστορικά κείμενα.

Ο Κώστας Χατζόπουλος σε ένα αδημοσίευτο άρθρο  που προορίζονταν  να μπει  στο περιοδικό του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, στις αρχές του 1914 έγραφε : “Το σοσιαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα βρίσκεται ακόμα σε νηπιακό στάδιο και ο αριθμός των αγωνιστών μας είναι πάρα πολύ μικρός. Όποιος όμως βρίσκεται πιο κοντά στην ελληνική πραγματικότητα θα μπορέσει να καταλάβει πόσο δύσκολη είναι η διαφώτιση του Έλληνα εργάτη. Και είναι δύσκολη όχι μόνο λόγω της αδίστακτης συμπεριφοράς που επιδεικνύουν οι πολιτικές κλίκες, αλλά και γιατί μπερδεύεται στα δίχτυα της μεγαλοελληνικής πατριωτικής προπαγάνδας, ενώ έχει να αντιμετωπίσει και την αποχαυνωτική επίδραση της ορθόδοξης εκκλησίας. Μπορούμε ωστόσο να ελπίζουμε θαρραλέα για το μέλλον. Η εκβιομηχάνιση της Ελλάδας προχωράει συνεχώς” Ο Χατζόπουλος συγγραφέας, ποιητής, φανατικός δημοτικιστής και οπαδός του σοσιαλισμού  κάνει  σωστές αν και όχι με ολοκληρωμένο τρόπο, επισημάνσεις. Πρώτος μεταφραστής του Κομμουνιστικού Μανιφέστου στον Εργάτη του Βόλου, το 1909,  ο ίδιος προτιμά να το ονομάσει  Κοινωνικό αντί για Κομμουνιστικό  ενώ λίγα χρόνια   μετά θα ακολουθήσει τον Βενιζέλο  διαλέγοντας πτέρυγα στην ενδοαστική σύγκρουση, θα γίνει διευθυντής λογοκρισίας,  επιβεβαιώνοντας  έτσι με την στάση του τις αδυναμίες του πρώιμου σοσιαλιστικού κινήματος που και  ο ίδιος  νωρίτερα επισήμαινε. Ξεκομμένο από τις ζυμώσεις στα Βαλκάνια, την ανατολική Ευρώπη και την Ρωσία, περιορισμένο στα στενά όρια της  καθυστερημένης οικονομικά και  βιομηχανικά Ελλάδας πριν τους Βαλκανικούς πολέμους, επηρεασμένο από τα  ρεύματα του αγγλικού κυρίως εργατικού ρεφορμισμού, και ακολουθώντας  τις χίμαιρες  της Μεγάλης Ιδέας,  θα καθυστερήσει να μπει στον δρόμο της ωρίμανσης.  Σημαντική εξέλιξη θα είναι  η ενσωμάτωση της νότιας  Μακεδονίας στην Ελλάδα και η στενότερη ανάμιξη της Φεντερασιόν στις ενοποιητικές προσπάθειες, η ίδρυση της Σοσιαλιστικού Κέντρου στην Αθήνα και ιδιαίτερα της Σοσιαλιστικής  Νεολαίας και αποφασιστική καμπή θα σημάνει  η νίκη της Ρώσικης   σοσιαλιστικής επανάστασης  και η δ  επίδραση που αυτή άσκησε παγκόσμια.  Αυτό το τελευταίο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει πως η ωρίμανση και το ξεκίνημα του νέου κόμματος ήταν αποτέλεσμα μόνο   εξωτερικής συνδρομής.   Αυτή έπαιξε ρόλο καταλύτη και προωθητικό αλλά  ήδη τόσο στο εργατικό κίνημα όσο και στο σοσιαλιστικό είχαν γίνει βήματα. Την πρώτη δεκαετία του αιώνα ιδρύονται 150 εργατικά, κυρίως όμως επαγγελματικά, σωματεία, το 1917 οι οργανωμένοι εργάτες, σύμφωνα με εκτιμήσεις,  σε αυτά φτάνουν στην Αθήνα στο 25% και στον Πειραιά στο 45%, έχουν  ιδρυθεί Εργατικά Κέντρα και έχουν ξεσπάσει σημαντικές απεργίες σε διάφορα σημεία της χώρας.  Εκτός από την Φεντερασιόν  το  Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθήνας  αποτελεί ένα δεύτερο σημαντικό πόλο προώθησης της σοσιαλιστικής δραστηριότητας. Τύπωσε και μοίρασε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο σε 2 χιλιάδες αντίτυπα,  διοργάνωσε στη 14μηνη δραστηριότητα του  μέχρι την έκρηξη του πολέμου του 1912,  150 διαλέξεις, εξέδωσε  φυλλάδια, διέδωσε προκηρύξεις, ίδρυσε μια  οργάνωση στον Πειραιά με 45 μέλη και κυκλοφόρησε το δεκαπενθήμερο περιοδικό Ανάστασις. Ιδιαίτερη σημασία είχε η δημιουργία της ομάδας της Σοσιαλιστικής Νεολαίας από τους Λιγδόπουλο, Τζουλάτη, Δούμα κλπ το 1916. Η ομάδα έφτασε τα 200 μέλη, κυκλοφόρησε μπροσούρες και προκηρύξεις, έδωσε ιδεολογικές μάχες με τους οπαδούς του αγγλικού εργατισμού- ρεφορμισμού, έβγαλε τον  Εργατικό Αγώνα που θα γίνει στην συνέχεια  η πρώτη εφημερίδα του νέου κόμματος,  υπέστη διώξεις, ηγετικά στελέχη της φυλακίστηκαν για την έκδοση της  μπροσούρας  του αναρχικού  Κροπότκιν,  δικτυώθηκε πανελλαδικά, εντατικοποίησε τις επαφές με την Φεντερασιόν και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην διοργάνωση, στον  προσανατολισμό και στις αποφάσεις του ιδρυτικού συνεδρίου. Από αυτήν την ομάδα ο Λιγδόπουλος στην συνέχεια θα γίνει ο πρώτος κομμουνιστής που έπεσε στο επαναστατικό καθήκον, δολοφονημένος μαζί με το στέλεχος της Διεθνούς, Ωρίωνα Αλεξάκη. Μια δολοφονία που αποδόθηκε σε ληστές στην Μαύρη Θάλασσα αλλά ορισμένοι ιστορικοί την αποδίδουν σε δυτικές  μυστικές υπηρεσίες.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης στο γραφτό του  “Θέσεις για την ιστορία του ΚΚΕ”  που έγραψε στις δύσκολες συνθήκες των φυλακών της  Κέρκυρας τον Ιούνη του 1939, αναφερόμενος  στα χρόνια 1918-1931 μιλά για περίοδο κρίσης που από την ίδρυση  του μπήκε το  κόμμα και την προσδιορίζει πως ήταν βασικά και κύρια κρίση των καθοδηγήσεων του.   Αυτήν την περίοδο την χωρίζει σε τρεις φάσεις. Την  φάση του Οπορτουνισμού 1918-1924, τη φάση του Λικβινταρισμού 1926-1928 και τη φάση του φραξιονισμού δίχως αρχές,  που διακόπηκε με την δημοσίευση στον Ριζοσπάστη τον Νοέμβρη του 1931 της έκκλησης της ΕΕ της ΚΔ. Παράλληλα τονίζει την διάσταση ανάμεσα σε αυτές τις καθοδηγήσεις και στην βάση του κόμματος που έμεινε- όπως λέει -ακλόνητα πιστή στην ΚΔ, έφερε την συσσώρευση θεωρητικών, πολιτικών και οργανωτικών προϋποθέσεων για το ξεπέρασμα της κρίσης, πάλεψε ακούραστα για την οργάνωση της εργατικής τάξης και μεγάλωνε  την σύνδεση με τις μάζες. Όσο και αν  μπορεί να δει κανείς σε αυτήν την τοποθέτηση μια ισοπεδωτική προσέγγιση, που τραβιέται στα άκρα για  να τονιστούν τα θετικά της επόμενης περιόδου,  είναι αλήθεια πως και σε αυτήν  την φάση, αλλά και σ” όλες τις υπόλοιπες, η βάση του ΚΚΕ και το μεσαίο στελεχικό δυναμικό του,  έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο άπλωμα  και στο ρίζωμα του στην εργατική τάξη και στον λαό, στην αντοχή του μέσα στις σκληρές συνθήκες της παρανομίας και των διαρκών κυνηγητών και στον πρωταγωνιστικό ρόλο που κατέκτησε  στην Μεγάλη Δεκαετία του απελευθερωτικού αγώνα ενάντια στους ξένους κατακτητές και “προστάτες”  και στην αστική τάξη που συνεργάστηκε και στηρίχτηκε σε αυτούς για να διασώσει την εξουσία της.. Η περίοδος λοιπόν των δεκατριών χρόνων μέχρι το 1931 δεν ήταν μόνο η κρίση στην καθοδήγηση αλλά και η αδιάκοπη πάλη των κομμουνιστών για να δημιουργήσουν  αυτές τις προϋποθέσεις   για τις οποίες μιλά ο Ζαχαριάδης. Ενδεικτικά  και κωδικά  αναφέρουμε ορισμένα  κρίσιμα μέτωπα στα οποία δοκιμάστηκαν  οι κομμουνιστές εκείνη την περίοδο.

Στην προπαγάνδα και την πάλη ενάντια στην συμμετοχή της Ελλάδας στην ιμπεριαλιστική επέμβαση στο πρώτο εργατικό κράτος, γνωστή ως εκστρατεία  της Κριμαίας  ή Ουκρανίας στα 1919.  Και τότε όπως και αργότερα η αστική τάξη και οι πολιτικοί της προσφέρθηκαν να υπηρετήσουν τα σχέδια των Γάλλων ιμπεριαλιστών που ήταν οι επικεφαλής της επέμβασης με σκοπό να πάρουν ανταλλάγματα και ανταμοιβές.Και τότε εκείνη η επέμβαση που κατέληξε σε νίκη του Κόκκινου Στρατού και ήττα των επεμβασιών, οδήγησε σε περιπέτειες τους ελληνικούς πληθυσμούς που ζούσαν στην περιοχή.

Αμέσως μετά στην αντιπολεμική κινητοποίηση ενάντια στην αποβίβαση  του ελληνικού στρατού στην Σμύρνη και στην Μικρασιατική περιπέτεια που κατέληξε στην λεγόμενη καταστροφή, δηλαδή στο ξερίζωμα του ελληνικού πληθυσμού από την Μικρά Ασία. Και τότε πάλι ο Βενιζέλος, εκπροσωπώντας όλες τις πτέρυγες της αστική τάξης, δέχθηκε περιχαρής την παρότρυνση του Λόυδ Τζωρτζ, δηλαδή των Αγγλογάλλων, και έστειλε τον Μάιο του 1919 την πρώτη ελληνική μεραρχία. Στο πολεμικό μέτωπο, στα χαρακώματα  στην  πρώτη γραμμής στην κυριολεξία,  οι κομμουνιστές πάσχισαν να διαδώσουν στους στρατιώτες το αντιπολεμικό μήνυμα, με κόστος διώξεις, στρατοδικεία, φυλακίσεις και εξορίες.

Ύστερα από το καλοκαίρι του 1922 με την συρροή τους ενός και πλέον εκατομμυρίου προσφύγων της Μικράς Ασίας τα πληθυσμιακά  και κοινωνικά δεδομένα στην χώρα άλλαξαν σημαντικά. Νέες προκλήσεις και προβλήματα γεννήθηκαν ξαφνικά και σε μεγάλη κλίμακα. Τόσο στις μεγάλες πόλεις με την αύξηση του πληθυσμού της εργατικής τάξης, την μαζική είσοδο των γυναικών στην εργασία, τους νέους διαχωρισμούς που δημιουργήθηκαν και τα μεγάλα προβλήματα της εγκατάστασης και της διαβίωσης. Ανάλογα προβλήματα οξύνθηκαν στην ύπαιθρο με τις ανάγκες  για μοίρασμα της γης αλλά και τις αντιθέσεις που αυτή και άλλα ζητήματα προκάλεσαν  ανάμεσα στους ντόπιους και τους πρόσφυγες αγρότες. Οι κομμουνιστές ρίχτηκαν από την πρώτη στιγμή στην μάχη  για την οργάνωση των αγώνων, την ένταξη των προσφύγων -εργατών στα σωματεία, την συλλογική οργάνωση στους προσφυγικούς καταυλισμούς και στις προσφυγικές γειτονιές. Παράλληλα μπήκαν μπροστάρηδες στην οργάνωση των διεκδικήσεων για κρατική υποστήριξη, αποζημιώσεις, θέσεις εργασίας και δικαιώματα στην καλλιεργήσιμη γη των νέων που γύρισαν από το μέτωπο του πολέμου μέσα από το κίνημα των Παλαιών Πολεμιστών. Εδώ στα Γιάννενα λόγου χάρη ιδρύθηκε η Πανηπειρωπική  Ένωση Παλιών Πολεμιστών και Θυμάτων Στρατού η οποία το 1924 θα εκδώσει την εφημερίδα “Νέος Αγών”.

Σύμφωνα  με  τον   δημοσιογράφο   Φιλήμονα Καραμήτσο, στο  άρθρο του  με τίτλο Πρωτοχρονιά στη φυλακή για τους κομμουνιστές των Ιωαννίνων το 1924 “.… η έκδοση της εφημερίδας Νέος Αγών, που είχε βγάλει μέσα σε ένα τρίμηνο 10 τεύχη ήταν  «ενοχλητική»: Περιέχει μαχητική αρθρογραφία για τοπικά θέματα, ζητάει παροχές προς τους ανάπηρους πολεμιστές και τους εργάτες, καταγγέλλει τις συνθήκες στο στρατό, διαχωρίζει τη θέση της και από τα δύο κατεστημένα της πόλης, το αντιβενιζελικό και το βενιζελικό. Πρόκειται για έναν παράγοντα ανεξέλεγκτο για την τοπική εξουσία. Πίσω από την εφημερίδα βρίσκεται η Ένωση Παλαιών Πολεμιστών, η οποία είναι δραστήρια και κριτική προς την κυβέρνηση. Σε όλη την Ελλάδα οι Παλαιοί Πολεμιστές θα μιλήσουν ανοιχτά για τα προβλήματα που άφησε πίσω της η καταστροφή του ΄22 και θα αποτελέσουν μια δυνατή ριζοσπαστική φωνή δίπλα σε αυτή του ΚΚΕ και του εργατικού κινήματος…..”   Έτσι   τον Δεκέμβρη τα ηγετικά στελέχη της  θα υποστούν διώξεις, φυλακίσεις και εξορίες. Μεταξύ αυτών ο  Εβραίος ποιητής Γιοσέφ Ελιγιά και ο γιατρός  Πέτρος Αποστολίδης, ο μετέπειτα ΕΑΜικός δήμαρχος της πόλης.   Ορισμένοι θεωρούν τις διώξεις αυτές ως σημείο καμπής το οποίο  ανέκοψε την ανάπτυξη του εργατικού-επαναστατικού κινήματος στην περιοχή, στόχο που είχαν άλλωστε και αυτοί που τις οργάνωσαν.  Οι περισσότεροι από τους διωχθέντες, ακόμη και αυτοί που δεν δικάστηκαν, στην συνέχεια θα σταλούν σε εξορίες.

Η  παγκόσμια καπιταλιστική κρίση που ξέσπασε με πρώτο μεγάλο σύμπτωμα την κατάρρευση της Ουώλ Στρίτ το φθινόπωρο του 1929, έφτασε με καθυστέρηση στην Ελλάδα. Τα πρώτα τραντάγματα    ήταν η  μείωση των παραγγελιών από τους ξένους εμπόρους για την σταφίδα και τον καπνό που αποτελούσαν το 60% -70% των συνολικών εξαγωγών.  Μήνα με τον μήνα, ημέρα με την ημέρα τα αποτελέσματα  άρχισαν να φαίνονται ειδικά στις πόλεις και στις περιοχές στις οποίες παράγονταν και κατεργάζονταν ο καπνός. Άρχισαν απολύσεις από τα καπνομάγαζα και τα μεροκάματα  πιέζονταν δραματικά προς τα κάτω. Η εργατική και αγροτο-προσφυγική  αγανάκτηση για την πολιτική της κυβέρνησης του Βενιζέλου ξεκίνησε να μεγαλώνει. Στις επαναληπτικές εκλογές του Ιούλη του 1931 πολλές ψήφοι μετακινήθηκαν προς το ΚΚΕ με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της Μυτιλήνης  στην οποία το ΚΚΕ βγαίνει πρώτο κόμμα στην πόλη και με διαφορά.   Από την άλλη αρχίζουν  να εμφανίζονται φασιστικές συμμορίες και στην Θεσσαλονίκη πληθαίνουν οι αντί-εβραϊκές ενέργειες με κορυφαία την πυρπόληση του Κάμπελ τον Ιούνιο από τους τριεψιλίτες. ( Εθνική Ένωση Ελλάδας). Το ιδιώνυμο δουλεύει σχοινί-κορδόνι στα δικαστήρια,  και γεμίζουν οι φυλακές και οι εξορίες από κομμουνιστές.  Η ελληνική οικονομία είχε προσχωρήσει στον κανόνα του χρυσού το 1928 και η χρηματοπιστωτική ευρωπαϊκή πανωλεθρία του 1931 αντήχησε –όπως χαρακτηριστικά  γράφει ο Μαζάουερ -  στην χώρα και σε όλα τα Βαλκάνια. Στην Αθήνα, Πειραιά, Βόλο, Λαύριο, Ελευσίνα  Στρατονίκη και αλλού ξεσπούν απεργίες. Η φτώχεια, η πείνα, η ανεργία και η   απόγνωση αγκαλιάζει μεγάλα κομμάτια του λαού. «Ο κόσμος έτρωγε καλαμπόκι. Κι αυτό λειψό»  λέει επιγραμματικά ο Π. Δανιηλίδης στις αναμνήσεις του.

Σε αυτήν την περίοδο, αντίθετα με τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της ταξικής πάλης αλλά ίσως και εξαιτίας αυτών,  κορυφώνεται και η εσωτερική κρίση στο ΚΚΕ  ανάμεσα στις ομάδες Ευθυμιάδη- Χαϊτά από την μια και Σιάντου – Θέου από την άλλη. Την ώρα που ο λαός με αυθόρμητο τρόπο μπαίνει στους αγώνες και ξεσπάνε απεργίες  και αντιδράσεις στην ύπαιθρο, στην ηγεσία του ΚΚΕ  αντικείμενο της σύγκρουσης γίνεται η γενική πολιτική απεργία σε συνθήκες- όπως διατείνονταν η μια πλευρά-πλήρως  ώριμες  για επαναστατικές εξελίξεις. Η θέση αυτή συνδυάζεται με υποτίμηση, παραμέληση για τις επιμέρους λαϊκές και εργατικές αντιδράσεις και κινητοποιήσεις. Το ΚΚΕ αδυνατεί να εκμεταλλευτεί τις ευνοϊκές συνθήκες και τις αυξημένες δυνατότητες για  ανάπτυξη των αγώνων, καθώς και για τις πολιτικές επανατοποθετήσεις εργαζόμενων  και λαού, γεγονός που  φάνηκε στις επαναληπτικές  εκλογές του 1931.

Σε αυτές τις συνθήκες δημοσιεύεται στον Ριζοσπάστη της 1-2-3 του Νοέμβρη 1931 η έκκληση του προεδρείου της  Εκτελεστικής Επιτροπής της  Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κ.Δ.) Είχε προηγηθεί η παρέμβαση  με το γράμμα προς της  ΚΕ που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη στις 24 του Φλεβάρη, στο οποίο ζητούνταν να σταματήσει  κάθε εσωκομματική συζήτηση και αντιπαράθεση μέχρι  να εξεταστεί η ουσία των διαφωνιών.  Στην έκκληση  γίνεται μια αναφορά στην κατάσταση των αυθόρμητων αγώνων (Αγρίνιο, καπνεργάτες Θάσου, συγκρούσεις με την αστυνομία στο Κιλκίς, τα γεγονότα στις Σέρρες την ημέρα της αντιπολεμικής πάλης κλπ) και επισημαίνονται οι θετικές προσπάθειες στους αγώνες των μεταλλωρύχων στο Λαύριο, στις απεργίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, στο αγροτικό κίνημα στο Κιλκίς και την Επανομή, στους αγρότες στην Μυτιλήνη και στις εκλογές του 31 στην Θεσσαλονίκη και στην Μυτιλήνη που αναφέραμε.

Η έκκληση της Κ.Δ.  αποτελεί μια αναλυτική διατύπωση κριτικής αποτίμησης, κατευθύνσεων και οδηγιών αναφορικά με πολιτικά και οργανωτικά ζητήματα, καθώς και με διάφορες πλευρές της δράσης του κόμματος στα εργοστάσια, στα συνδικάτα, στους ανέργους στο χωριό,  στην νεολαία. Αποφεύγει να πάρει θέση σε ζητήματα στρατηγικής  και συστήνει να μελετηθεί διεξοδικά η κοινωνικοοικονομική κατάσταση στην χώρα. Όλες οι οδηγίες συντείνουν σε μια και  καθοριστική. Σύνδεση με τις μάζες, ανάπτυξη της δουλειάς στην εργατική τάξη, ολοκληρωτική στροφή στην μαζική δουλειά, ανάπτυξη των κομματικών δυνάμεων. Αυτό ας το κρατήσουμε.  Δεν αποτελεί μόνο ιστορία αλλά έχει διαχρονική αξία!

Ύστερα από την έκκληση της Κ.Δ. και τον διορισμό της νέας ηγεσίας το κλίμα αλλάζει. Ανασυγκροτούνται οι κομματικές οργανώσεις, υπάρχει ένας οργανωτικός οργασμός με τοπικές  και περιφερειακές συνδιασκέψεις, ενισχύονται οι δεσμοί με την εργατική τάξη και την αγροτιά. Υπάρχουν εκλογικές επιτυχίες, όπως στις  εκλογές του 1932,  58 χιλιάδες ψήφοι από 14 χιλιάδες    περίπου το 1928, 10 βουλευτές, νέα αύξηση στις εκλογές του 1933 στις οποίες και εδώ στα Γιάννενα αλλά και συνολικά στην περιφέρεια Ηπείρου και Επτανήσων η εκλογική δύναμη διπλασιάζεται. Αυξάνονται από 1500 περίπου σε 3500 τα μέλη του κόμματος.  Η ανάπτυξη αυτή θα συνεχιστεί και μέχρι το 1936, οι κομματικές δυνάμεις φτάνουν στις 7000.   Βελτιώνεται ο Ριζοσπάστης  και επανεκδίδεται η ΚΟΜΕΠ. Η περίοδος αυτή και μέχρι την 6η ολομέλεια και λίγο αργότερα το 5Ο συνέδριο που επικύρωσε την απόφαση της 6ης είναι πολύ γόνιμη και θετική, παρά τις αδυναμίες και τις κληρονομιές της προηγούμενης.

Τα τελευταία  χρόνια, οι δήθεν “νόμιμοι κληρονόμοι”,  δηλαδή η ηγεσία του ΚΚΕ,  έχουν αποδυθεί σε μια συστηματική απαξίωση  εκείνων των παρεμβάσεων και αποφάσεων της ΚΔ  και του ΚΚΕ. Μια επιχείρηση που έχει και άλλες πλευρές και οδηγείτε από την επιδίωξη να  ξανα-γράψουν την ιστορία για να δικαιώσουν την σημερινή πολιτική τους. Τώρα πως γίνεται να κατακρίνεται   μια γραμμή που πάνω της πάτησε το ΚΚΕ και εκτινάχθηκε στο κέντρο της νεοελληνικής κοινωνίας, δημιουργώντας ένα κεφάλαιο και ρίζες που ακόμη από αυτό καταναλώνει και  τρέφεται η ηγεσία του ΚΚΕ, σε αντίθεση με τα κατοπινά χρόνια  που δεν παρήγαγε αλλά διάλυσε, με  τις χθεσινές και σημερινές πολιτικές επιλογές της, είναι μια άλλη ιστορία.  Ντύνουν μάλιστα αυτήν την κριτική αποτίμηση με θεωρητικό μανδύα και δήθεν ταξικές και οικονομικές αναλύσεις για το επίπεδο  της οικονομικής ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού  στον Μεσοπόλεμο που το τότε ΚΚΕ δεν έβλεπε γιατί δεν είχε – όπως γράφουν- επάρκεια στην επιστημονική ανάλυση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας  αλλά και ακολουθούσε  πιστά  την στρατηγική των σταδίων του διεθνούς ΚΚ.   Πιάνονται από ορισμένες πλευρές για να επιτεθούν στο σύνολο της γραμμής που υιοθετήθηκε.  Φυσικά οι αποφάσεις εκείνης της περιόδου και ιδιαίτερα η απόφαση της 6ης Ολομέλειας, τον Γενάρη του 1934, δεν ήταν αυτή που επιλεκτικά και στρεβλά παρουσιάζουν   επικεντρώνοντας στο ζήτημα των σταδίων, λες και βρήκαν την μήτρα όλων των δεινών,  Η απόφαση  μιλούσε για τον εξαρτημένο χαρακτήρα του ελληνικού  καπιταλισμού, για  αστικοδημοκρατική  επανάσταση εργατών -αγροτών με ηγεμονία του προλεταριάτου, για γρήγορη μετατροπή της σε σοσιαλιστική, για τις κινητήριες δυνάμεις,  για προσβολή της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας, για πλάτεμα των μέτρων επαναστατικής εξουσίας  και άλλα πολλά που  δεν έχουμε χρόνο να αναφέρουμε.  Πέρα  όμως από  τα κείμενα και τις θέσεις  υπάρχει η πραγματικότητα και η ιστορία που γράφτηκε  με ένα  ορισμένο και μοναδικό  τρόπο. Εκείνη την περίοδο υπήρξε μια διαπάλη και στο διεθνές αλλά και στο ελληνικό εργατικό κομμουνιστικό  κίνημα, υπήρχαν και  άλλες προτάσεις που διατυπώθηκαν,  κατατέθηκαν,  παλεύτηκαν  και ηττήθηκαν. Αυτοί που τις διατύπωσαν και αυτοί που ανέλαβαν να τις υπερασπίσουν έλεγαν πάνω-κάτω αυτά που λέει η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ και στην συνέχεια οι ίδιοι δεν κατάφεραν να κατανοήσουν τις επόμενες εξελίξεις, την φασιστική απειλή  και ιδιαίτερα τον χαρακτήρα του πολέμου και τα καινούρια δεδομένα μετά την ιταλο-γερμανική επίθεση. Σε αντίθεση με αυτούς και βασισμένο  πάνω στην ανάλυση και στις αποφάσεις του 34, το ΚΚΕ προχώρησε και δυνάμωσε, καθοδήγησε εργατικούς αγώνες και εξεγέρσεις, πάλεψε  και επιβίωσε μέσα στα δύσκολα χρόνια της  Μεταξικής δικτατορίας  παρά  τα σκληρά  κτυπήματα και κατάφερε  να μπει σχεδόν από  τις πρώτες ημέρες της τριπλής κατοχής επικεφαλής  των λαϊκών  αντιστασιακών  απελευθερωτικών αγώνων. Αποτελεί  απόλυτα αυθαίρετη θεωρητική  κατασκευή να αποδίδεις αποφάσεις και επιλογές που έγιναν σε εντελώς διαφορετικές ιστορικές  συνθήκες, όπως  αυτές του Λιβάνου, της Καζέρτας, της υπαγωγής στο Συμμαχικό Στρατηγείο κλπ  και των επιλογών που έγιναν ή δεν έγιναν τον καιρό της  απελευθέρωσης  με εκτιμήσεις    και θέσεις  που διατυπώθηκαν πριν δέκα χρόνια  σε  εντελώς άλλο   πολιτικό τοπίο και συσχετισμούς. Και να συγκρίνεις  και πάλι αυθαίρετα   ξεχωριστές εποχές  με διαφορετικούς συσχετισμούς τόσο  στην χώρα όσο και στον κόσμο.  Στην πρώτη  είχαμε την απειλητική άνοδο του φασισμού, το  ενδεχόμενο του πολέμου, την μειοψηφική παρέμβαση του ΚΚΕ. Στην    δεύτερη ο φασισμός  και ο ναζισμός πήγαινε για ήττα, η Ελλάδα ήταν κάτω από  ξένη κατοχή αλλά ο ΕΛΑΣ έλεγχε μεγάλα τμήματα της,  η αστική τάξη είχε χάσει την κρατική εξουσία και ένα  σημαντικό μέρος της  είχε μετακομίσει στο εξωτερικό και στην χώρα υπήρχε ένα  ένοπλο κομμάτι του λαού σε έναν στρατό που  παρά τις ιδρυτικές πολιτικές και στρατιωτικές αδυναμίες του είχε όλες τις προϋποθέσεις  να διεκδικήσει την εξουσία και να επιβάλλει  λύσεις προς όφελος των λαϊκών και εργατικών συμφερόντων.

Το κίνημα μας από παλιά προσπάθησε να αξιολογήσει όλη αυτήν την περίοδο και ιδιαίτερα να αναφερθεί στις αιτίες που καθόρισαν την ήττα απελευθερωτικού  λαϊκού αγώνα  και σε συνέχεια αυτής και την ήττα του δεύτερου ένοπλου αγώνα του λαού μας μέσα από τις γραμμές του ΔΣΕ. Ποτέ δεν σκέφτηκε να απαντήσει στα  μεγάλα αυτά ερωτήματα με μια μονοκοντυλιά, διαγράφοντας όλη την διαδρομή που προϋπήρξε, την βάση πάνω στην οποία έγιναν όλες οι σκληρές και πετυχημένες προσπάθειες εκτίναξης του κομμουνιστικού κινήματος και να δικαιώσει όλους όσους πολέμησαν  την επαναστατική προσπάθεια των κομμουνιστών και ηττήθηκαν πολιτικά, ιδιαίτερα στα χρόνια του αντικατοχικού απελευθερωτικού αγώνα.   Δεν είναι τυχαίο πως οι μόνοι που χαιρέτησαν αυτήν την δήθεν  “επιστημονική “ και “επαναστατική” ιστορική επανόρθωση της ηγεσίας του ΚΚΕ και της ιστορικής ομάδας που την συνεπικουρεί, είναι οι  ποικιλόχρωμοι οπαδοί του ελληνικού τροτσκιστικού ρεύματος.  Το οποίο ηττήθηκε πολιτικά  δύο και τρεις φορές αυτά τα χρόνια και δεν μπόρεσε να παίξει κανένα ρόλο στην αναγεννητική προσπάθεια.  Στο σημείο αυτό να επαναλάβουμε κωδικά μια παλιότερη τοποθέτηση   σχετικά με το πως βλέπουμε εμείς  την πορεία προς την ήττα και την παράδοση στην Βάρκιζα. Με βασικό επίκεντρο το καίριο ζήτημα της εξουσίας στην μετακατοχική Ελλάδα, η τότε ηγεσία του κινήματος και του ΚΚΕ, απολυτοποίησε  την σωστή κατά βάση εκτίμηση για τον κοινό συμμαχικό αντιφασιστικό αγώνα, δεν είδε έγκαιρα τις μεταβολές που γίνονταν με ραγδαίους ρυθμούς με την προοπτική της νίκης πάνω στον Άξονα αλλά και της απελευθέρωσης της χώρας, δεν κατανόησε σωστά το ενιαίο  και αδιαίρετο απελευθερωτικό και κοινωνικό χαρακτήρα  του Αγώνα, κινήθηκε ανάμεσα σε μια διαρκή υπερτίμηση / υποτίμηση του ρόλου του ξένου, κυρίως  του αγγλικού  παράγοντα, έβλεπε τον ΕΛΑΣ σαν συμπληρωματικό και όχι σαν καθοριστικό παράγοντα λύσης του εσωτερικού προβλήματος. Κρίσιμο σημείο η λαθεμένη θεώρηση των δυνατοτήτων για ρήξη με τον ιμπεριαλισμό, η έλλειψη πίστης στις δυνατότητες του κινήματος, τα ιστορικά αποτυπώματα και πάνω στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα της αδύναμης θέσης της Ελλάδας, τα κατάλοιπα του ραγιαδισμού και της θεωρίας της «ψωροκώσταινας», και όλα όσα αναπαρήγαγαν την άποψη πως είναι αδύνατη η σύγκρουση με την τότε κοσμοκράτειρα.

Αναφερθήκαμε νωρίτερα στην κομματική βάση και στο μεσαίο στελεχικό δυναμικό του ΚΚΕ που υπερασπίστηκε σε δύσκολες  στιγμές τον επαναστατικό προσανατολισμό του κόμματος, πρωταγωνίστησε  στην σύνδεση του με τις λαϊκές μάζες  και βάστηξε στις  απέναντι στις σκληρές  διώξεις, όταν  φυλακίστηκε όλη η ηγεσία και  χρειάστηκε να περάσει στην βαθιά παρανομία. Χαρακτηριστική περίοδος είναι αυτή της Μεταξικής δικτατορίας και γνωστές οι περιπτώσεις των διάσπαρτων οργανώσεων και ομάδων που απέφυγαν τις συλλήψεις και εν μέσω ενός διαρκούς κυνηγητού κράτησαν ζωντανές εστίες  αντιφασιστικής δράσης και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις πρώτες ημέρες της τριπλής κατοχής.  Γνωστότερες  οι  περιπτώσεις  του Μακεδονικού Γραφείου της Οργάνωσης Κρήτης, λιγότερο γνωστές άλλες,  μεταξύ αυτών και της  ΠΕ  Ηπείρου.

Σύμφωνα με την μαρτυρία του Δήμου Βότσικα σε ένα από τα βιβλία που έγραψε…… “ η  Περιφερειακή Επιτροπή του ΚΚΕ στην Ήπειρο ήταν από τις λίγες οργανώσεις που μπόρεσαν να διατηρηθούν σ” όλη τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας. Με τα πρώτα χτυπήματα απομόνωσαν τις χτυπημένες οργανώσεις και έτσι κατάφεραν και κράτησαν την Οργάνωση…. Η Περιφερειακή Επιτροπή του ΚΚΕ αποκεντρωμένα, με βάση τις αποφάσεις των προηγουμένων σωμάτων του κόμματος μπόρεσε να κρατήσει τις κομματικές οργανώσεις στα Γιάννενα, την Άρτα, την Πρέβεζα, την Πάργα, την Παραμυθιά, την Ηγουμενίτσα και σε πολλά χωριά, όπως στη Βουνοπλαγιά, στον Πρωτόπαπα, στα Δολιανά, στο Σταυράκι, στο Πόποβο, στην Ποταμιά, στην Γλυκή και σε πολλά άλλα χωριά, και να δημιουργήσει αξιόλογες οργανώσεις στο Στρατό. Μόνο στο 15ο Σύνταγμα, που είχε την έδρα του στα Γιάννενα υπήρχαν οργανωμένοι 100 περίπου φαντάροι. Με την καθοδήγηση των κομμουνιστών φαντάρων έγιναν δυο μεγάλες αντιφασιστικές εκδηλώσεις στο 15ο Σύνταγμα. Η μια με την εξέγερση τον Ιούλη του 1938 στην Κρήτη ενάντια στη δικτατορία και η άλλη τον Απρίλη του 1939, όταν οι φασίστες του Μουσολίνι κατέλαβαν την Αλβανία. Και στις δυο αυτές εκδηλώσεις εκατοντάδες στρατιώτες του 15ου Συντάγματος της 8ης Μεραρχίας βροντοφώναξαν: – Κάτω ο φασισμός!
Το 1940 σ” όλα τα τμήματα της προκάλυψης της 8ης Μεραρχίας υπήρχαν και δρούσαν γερές κομματικές οργανώσεις. Μια βδομάδα πριν την επίθεση  οι οργανώσεις αυτές πήραν απόφαση να πολεμήσουν μ” όλες τους τις δυνάμεις τους Ιταλούς εισβολείς. Με τη κατάρρευση του μετώπου οι κομμουνιστές φαντάροι έριξαν το σύνθημα στους συναδέλφους τους να μην παραδώσουν τον οπλισμό τους, γιατί γρήγορα θα τον χρειαστεί η Πατρίδα. Χάρη στις προσπάθειες των κομμουνιστών και όλων σχεδόν των Ηπειρωτών διαφυλάχτηκαν πολλά όπλα, οπλοπολυβόλα, πολυβόλα και πυρομαχικά που χρειάστηκαν αργότερα, όταν ξεκίνησε το αντάρτικο. Τις τελευταίες μέρες του Μάη 1941 έγινε σύσκεψη στελεχών στα Γιάννενα. Θέματα που την απασχόλησαν ήταν η κατάσταση που διαμορφώθηκε στην περιοχή μετά την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανοϊταλούς φασίστες  και τα καθήκοντα των κομμουνιστών στις συνθήκες της ξενικής κατοχής. Ιδιαίτερη προσοχή έδωσε η σύσκεψη στην ανασυγκρότηση των κομματικών οργανώσεων και στη δημιουργία καινούργιων, εκεί που δεν υπήρχαν. Η σύσκεψη τόνισε, επίσης, ότι  πρέπει να δημιουργηθούν παντού σε πόλεις και χωριά ομάδες Πατριωτικού Μετώπου, στις οποίες θα εντάσσεται κάθε πατριώτης που θέλει να αγωνιστεί για την απελευθέρωση της Πατρίδας. Στη σύσκεψη τονίστηκε, πως στελέχη του Κόμματος πρέπει να πάνε σ” όλους τους νομούς και τις επαρχίες για οργανωτική δουλειά. Σε λίγο άρχισε να ξαναβγαίνει πολυγραφημένη η εφημερίδα «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ», που σταμάτησε την έκδοσή της στην περίοδο της μεταξικής δικτατορίας και ένα δελτίο ειδήσεων. Σοβαρή ώθηση στην ανάπτυξη του κινήματος στην Ήπειρο έδωσαν μερικοί εξόριστοι Ηπειρώτες κομμουνιστές, που μπόρεσαν να δραπετεύσουν από τη Φολέγανδρο και την Κίμωλο….”

Δεν είναι συμπτωματικό πως στα Γιάννενα φτιάχτηκε νωρίς, το καλοκαίρι του 1942, η Εθνική Πανηπειρωτική Οργάνωση Νέων που συμμετείχε μαζί με άλλες τοπικές οργανώσεις νέων στην ίδρυση της ΕΠΟΝ, που συμπτωματικά είχαν και οι δύο  το ίδιο ακρωνύμιο. Ένα χρόνο πιο μπροστά  στις 2 Ιουνίου του 1941, δηλαδή ούτε δύο μήνες μετά την κατάληψη της πόλης από τους Ιταλούς, ιδρύεται το Πατριωτικό Μέτωπο.  Ανάλογες πρωτοβουλίες σχεδόν με την είσοδο των Γερμανών, Βουλγάρων και Ιταλών κατακτητών έχουμε και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, ιδιαίτερα στην Βόρεια Ελλάδα. Με την ευκαιρία πρέπει να υπογραμμίσουμε κάτι που έχουμε ξαναπεί. Αντίσταση στην κατοχή αργά η γρήγορα με διάφορες μορφές θα εκδηλώνονταν από τον ελληνικό λαό, ακόμη και με αυθόρμητο και ακαθοδήγητο τρόπο.  Οργανωμένη όμως από την αρχή και με πανελλαδική δικτύωση αντίσταση με προσανατολισμό, μαζικό χαρακτήρα και με πολλές μορφές, κορυφαία των οποίων ήταν η συγκρότηση του ΕΛΑΣ, δεν θα υπήρχε δίχως τους κομμουνιστές.  Αυτοί μπήκαν μπροστά, έγιναν ζωντανά παραδείγματα, κινητοποίησαν και άλλες δυνάμεις και παράγοντες, έδωσαν κουράγιο και γραμμή στις λαϊκές μάζες, πήραν πρωτοβουλίες η  εμβέλεια και η σημασία των οποίων ξεπερνούσε τα όρια της χώρας. Το ΕΑΜ αλλά και οι υπόλοιπες αντιστασιακές λαϊκές και νεολαιίστικες   οργανώσεις που συγκρότησαν οι κομμουνιστές, άνδρες και γυναίκες, με την δράση και την συσπείρωση που πέτυχαν, μπόρεσαν να βάλουν την ελληνική κοινωνία σε μια διαδικασία  ριζοσπαστικού μετασχηματισμού.  Σε αυτήν την εποποιία όχι μόνο οι κομμουνιστές, άλλα και πολλοί άλλοι αγωνιστές του λαού μας ρίχτηκαν δίχως να λογαριάσουν κόστος, δίνοντας ακόμη και την ζωή τους για την ελευθερία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Ιδιαίτερα όμως  οι κομμουνιστές βρέθηκαν μπροστά στην εκδικητική μανία των κατακτητών, στήθηκαν μαζικά  στα εκτελεστικά αποσπάσματα ή έπεσαν στις μάχες  και στις διαδηλώσεις  ενάντια στις κατοχικές δυνάμεις και στους      Ελληνες  συνεργάτες τους. Δεν ονομάστηκε τυχαία το ΚΚΕ κόμμα των εκτελεσμένων και δεν είναι συμπτωματικό πως σε αυτόν τον αγώνα θυσίασε σημαντικά στελέχη και χιλιάδες μέλη  του, προσφέροντας  όλες τις δυνάμεις του.

Το ΚΚΕ είχε την τιμή και την ατυχία να δεχθεί αυτό πρώτο, από όλα τα ΚΚ,  την ρεβιζιονιστική επέμβαση η οποία στηρίχτηκε και συντονίστηκε με την εσωτερική  δεξιά και καιροσκοπική  αντιπολίτευση που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα ύστερα από την ήττα. Σε μια αποστροφή μια επιστολής του στην ΚΕ του ΚΚΣΕ τον Δεκέμβρη του 1956,   ο Ζαχαριάδης έγραψε……«Με έσυραν απευθείας από τη συνεδρίαση του XX Συνεδρίου του ΚΚΣΕ (ακόμα δεν ήξερα απολύτως τίποτα) όπου έπαιρνα μέρος σαν μέλος της αντιπροσωπείας του ΚΚΕ και με οδήγησαν στην επιτροπή των αντιπροσώπων των πέντε αδελφών Κομμάτων. Με έσυραν για να με δικάσουν και να με καταδικάσουν. Και με δίκασαν και με καταδίκασαν χωρίς το ΚΚΕ και χωρίς το λαό της Ελλάδας που ήμουνα αγωνιστής του πάνω από τριάντα χρόνια» Είναι χαρακτηριστικό ότι η λεγόμενη «Διεθνής Επιτροπή» των 6 κομμάτων, που επέμβηκε στα εσωτερικά΄ του  ΚΚΕ και συγκάλεσε την 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ το Μάρτη του 1956, συγκροτήθηκε κατά τη διάρκεια των εργασιών του 20ού Συνεδρίου και ότι τις ίδιες μέρες καλέστηκε μπροστά της, ο Νίκος Ζαχαριάδης.

Αντιθέσεις και διαφωνίες  ανάμεσα στην ηγεσία του ΚΚΣΕ και αυτήν του ΚΚΕ, ιδιαίτερα με τον Ζαχαριάδη είχαν αναδειχθεί και νωρίτερα για διάφορα ζητήματα που αφορούσαν την αποτίμηση της ήττας του ΔΣΕ, την στάση απέναντι σε διαφωνούντα στελέχη όπως λχ τον Βαφειάδη, τα γεγονότα της Τασκένδης, το σχέδιο προγράμματος  του 1953  όσο και αυτό του 1955 που αντικατέστησε  το πρώτο που αποσύρθηκε ύστερα από τις παρεμβάσεις των Σοβιετικών κλπ. Στην ουσία και ανεξάρτητα από τις ειδικές πλευρές αυτών των αντιπαραθέσεων υπάρχει ένα ενοποιητικό στοιχείο που τις συνδέει. Η επιδίωξη να προσαρμοστεί,   και επειδή αυτό δεν ήταν εύκολο,  να αντικατασταθεί  η ηγεσία με σκοπό την αλλαγή της  πολιτικής  του ΚΚΕ,  έτσι ώστε να ευθυγραμμιστεί με τις αλλαγές που εξελίσσονταν μέσα στο σοβιετικό κόμμα και την σοβιετική κοινωνία  στα οποία το πάνω χέρι είχαν πάρει οι δυνάμεις του ρεβιζιονισμού  και  της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Εκμεταλλεύτηκαν  συστηματικά τους φυσιολογικούς προβληματισμούς των ελλήνων κομμουνιστών για τα αίτια της ήττας, τις διαφωνίες και τις αντιθέσεις που δημιουργήθηκαν, τις δυσκολίες και τα διλήμματα που τέθηκαν στις νέες συνθήκες της υπερορίας, τις προσωπικές φιλοδοξίες και αριβισμούς, το κύρος του ΚΚΣΕ, της Σοβιετικής Ένωσης  και του Κόκκινου Στρατού για να επέμβουν στα εσωτερικά του ΚΚΕ και να ανατρέψουν την νόμιμη ηγεσία του, να εκβιάσουν καταστάσεις και να ποδηγετήσουν την εσωτερική συζήτηση και αναζήτηση.

Οι κομμουνιστές  και οι υπόλοιποι αγωνιστές του ΔΣΕ,  ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς και παρά την αμέριστη βοήθεια που τους προσφέρθηκε από την πρώτη στιγμή που έφτασαν στις λαϊκές δημοκρατίες και στην Σ.Ε., βρέθηκαν μπροστά  σε μια δύσκολη και σύνθετη κατάσταση. Παρόλα αυτά ρίχθηκαν από την πρώτη στιγμή στην νέα προσπάθεια, ανταποκρίθηκαν στις προκλήσεις της καινούριας ζωής, βοήθησαν με την εργασία τους στην σοσιαλιστική παραγωγή και ανοικοδόμηση  στα εργοστάσια και στα αγροκτήματα  και συμμετείχαν ενεργά στις πολιτικές και κομματικές διαδικασίες. Δεν ήταν όλα καλά καμωμένα και πράγματι υπήρχε ανάγκη για εσωτερική συζήτηση, αποτίμηση, κριτική και απόδοση ευθυνών.  Η ήττα ήταν βαριά, τα λάθη σημαντικά και οι θυσίες και αυτά που χάθηκαν σημαντικά  για να ξεπεραστούν εύκολα. Ζητήματα  σχετικά  με την   δημοκρατική και ουσιαστική  διεξαγωγή του απολογισμού, με την μόνιμη τάση να αποδίδονται τα προβλήματα σε παρεμβάσεις του αντίπαλου, με την προσωποποίηση  και την ενοχοποίηση των διαφωνιών, με τις διοικητικές μέθοδες των ανώτερων στελεχών, με την  εύκολη καταφυγή στην χαφιεδολογία, με άσχημες   συμπεριφορές   κλπ υπήρχαν από  παλιά και μεγάλωσαν, διογκώθηκαν  στην συνέχεια κάτω από το βάρος της ήττας. Παρ όλα αυτά έχουμε την πεποίθηση  πως το ΚΚΕ είχε την δυνατότητα να τα αντιμετωπίσει μοναχό του, ακόμα και με δυσκολίες,  ορισμένες από  τις οποίες είχαν πλέον και μια νέα  αντικειμενική  βάση. Την για πρώτη  φορά ύπαρξη έξω  και μακριά  από  την Ελλάδα και τις κοινωνικές εξελίξεις σε αυτήν, της ηγεσίας και του πιο σημαντικού δυναμικού του. Νέα κατάσταση που ήταν σχεδόν μαθηματικά βέβαιο -’όπως και έγινε -πως θα γεννούσε νέες αντιθέσεις και προβλήματα  αναφορικά  με την πολιτική του ΚΚΕ, την κατανόηση  των νέων δεδομένων που δημιουργήθηκαν ύστερα από  την νίκη και την σταθεροποίηση  της αστικής εξουσίας, την πολιτική των συμμαχιών, τα προβλήματα της παρανομίας, τις επιπτώσεις  του λεγόμενου Ψυχρού Πολέμου κλπ. Παρ’ όλα αυτά και με βάση όσα έγιναν πιστεύουμε βαθιά πως το ΚΚΕ θα μπορούσε να βρει τον δρόμο του  και να μην ακολουθήσει την καταστροφική και διαλυτική πορεία του ρεβιζιονισμού.

Οι  αυτοπροβαλλόμενοι  ως  νόμιμοι κληρονόμοι, ελέω της παρέμβασης και της στήριξης της νέας  ρεβιζιονιστικής- αντεπαναστατικής ηγεσίας του ΚΚΣΕ, ύστερα από δεκαετίες  δέησαν να αναγνωρίσουν μια πραγματικότητα που ήταν γνωστή και στο τελευταίο μέλος  ή οπαδό του ΚΚΕ. Να παραδεχθούν την αντικανονικότητα της επέμβασης της διεθνούς επιτροπής, να αναγνωρίσουν πως αυτή είχε αρνητικές   επιπτώσεις και  αλλαγές  στην πολιτική του ΚΚΕ, να μιλήσουν για την απόφαση διάλυσης των παράνομων   κομματικών οργανώσεων, τον ακολουθητισμό και την συνθηκολόγηση με τις αστικές δυνάμεις του κέντρου, την συμβιβαστική πολιτική της ΕΔΑ, να προχωρήσουν σε αποκαταστάσεις  κλπ.  Να παραδεχθούν, μισοβγάζοντας από τα συρτάρια των αρχείων τους   τις μαζικές διαγραφές, οι οποίες μόνο στην Τασκένδη την περίοδο του  1956 έφτασαν τις 3400 παρακαλώ σύμφωνα με μια ονομαστική κατάσταση  τον Μάιο του 1956  και μετά  όταν και αυτές δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν την αντίσταση των κομμουνιστών- την διάλυση και την ανασυγκρότηση των περισσότερων οργανώσεων. Μέχρις εκεί όμως!  Για τις διώξεις, τις φυλακίσεις και τις εκτοπίσεις, τις προγραφές και το διαρκές κυνηγητό, στα οποία  όχι μόνο συνέργησαν   και πρωταγωνίστησαν οι νέες “φωτισμένοι ηγέτες”   άλλα  και με βάση αυτές  κατάφεραν να κάμψουν  τις μαζικές αντιδράσεις, να επιβληθούν και να πάρουν την δήθεν νόμιμη κληρονομιά,  τσιμουδιά. Η ηγεσία του ΚΚΕ μαζί με την επιστημονική ιστορική ομάδα της, έχει κάνει βουτιά στα  αρχεία, ανακατεύει στοιχεία και τεκμήρια,  όχι για να μελετήσει ουσιαστικά  και αυτοκριτικά την ιστορία του ΚΚ και την μετέπειτα  διαδρομή των ρεβιζιονιστικών ηγεσιών αλλά για δικαιολογήσει την σημερινή πολιτική της και να παραστήσει υποκριτικά   πως κάνει βαθιές τομές. Βαθιές τομές όμως δεν γίνονται με επιλεκτική χρήση της ιστορίας και των τεκμηρίων, με  λευκές σελίδες, με την πολιτική να τα έχουμε καλά με όλους και με όλα, με  μνημόσυνα μια στον Ζαχαριάδη, την άλλη στον Αρη, την άλλη στον Πλουμπίδη μαζί με το προεδρείο της Βουλής και τους Συριζαίους  και ανάμεσα σε αυτά στον Κολιγιάννη. Κυρίως δεν γίνονται ακολουθώντας στην ουσία την ρεβιζιονιστική παράδοση στο εργατικό και λαϊκό κίνημα και στους αγώνες  και την ρεφορμιστική πολιτική στις σχέσεις με την αστική τάξη, τις κυβερνήσεις και το κράτος της.

Όπως και στις προηγούμενες φάσεις έτσι και στην προσφυγιά ήταν  η πλατιά ανώνυμη κομματική βάση και  μεσαία στελέχη που αναδείχθηκαν  στην φωτιά του αγώνα, ειδικά στην τρίχρονη εποποιία  του ΔΣΕ, που βγήκαν μπροστά και υπεράσπισαν την επαναστατική παράδοση και πολιτική του ΚΚΕ.    Οφείλουμε να αποτίσουμε ιδιαίτερο φόρο τιμής σε κείνους τους κομμουνιστές, άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι  μέσα στις δύσκολες και πρωτόγνωρες συνθήκες  της πολιτικής εξορίας, σήκωσαν το ανάστημα, ξεπέρασαν  δισταγμούς και απειλές, δεν υπέκυψαν  στο  δέος  αλλά είδαν  κριτικό τρόπο την πολιτική του ΚΚΣΕ και των υπόλοιπων κομμουνιστικών κομμάτων που βρίσκονταν στην εξουσία.  Αυτοί βάδισαν πιστοί στο αντάρτικο  και ανυπότακτο πνεύμα του ΚΚΕ, που αναπτύχθηκε στα χρόνια της επαναστατικής εφόδου.  Οι διώξεις  που υπέστησαν αποτελούν τίτλο τιμής. Ήταν   μια   προδρομική, σχεδόν προφητική  στάση, ακόμα και για αυτά που δεν γίνονταν αντιληπτά τότε,  απέναντι στα όσα τραγικά  έγιναν  αργότερα στις δεκαετίες της καπιταλιστικής παλινόρθωσης και της  ρεβιζιονιστικής πλήρους κατάρρευσης και διάλυσης.

Ξαναγυρνώντας στην αρχή και στο ζήτημα του κεφαλαίου  και των παρακαταθηκών που δημιούργησε το κομμουνιστικό κίνημα στην πολυτάραχη εκατονταετή ελληνική διαδρομή του. Αξίζει βαθύτερης μελέτης και αξιοποίησης, υπεράσπισης και ανάδειξης των θετικής συμβολής του στον διαρκή αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση της εργατικής τάξης και συνολικά των λαϊκών  μαζών αλλά  και κριτικής αποτίμησης των ανεπαρκειών  και λαθών  του. Αυτή η προσπάθεια δεν μπορεί να κοφτεί και να ραφτεί στα μέτρα του σήμερα,   θα συνεχίζεται παράλληλα με τους αγώνες για την αναγέννηση του  στις σύγχρονες  συνθήκες και κάτω  από  τις νέες ανάγκες και απαιτήσεις. Ο πρώτος κύκλος έχει κλείσει προ πολλού, επιστροφή ή επαναφορά δεν υπάρχει  και είναι καθήκον για τους σημερινούς  αγωνιστές, για τους νέους κομμουνιστές κοιτώντας προς το μέλλον και πατώντας γερά στο σήμερα, αξιοποιώντας θετικά την ιστορική πείρα να ανοίξουν ένα νέο αναγεννητικό κύκλο για την κομμουνιστική υπόθεση στην Ελλάδα. Να συσσωρεύσουν εκείνες τις  προϋποθέσεις για τις οποίες μιλούσε ο Ζαχαριάδης,  να  δημιουργήσουν ένα νέο κεφάλαιο  για  ένα  νικηφόρο κομμουνιστικό κίνημα  τον 21ο αιώνα. Ας δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις σε αυτήν την προσπάθεια!

 

* Ομιλία  του  Δημήτρη Παυλίδη στην εκδήλωση που οργάνωσαν οι κομματικές οργανώσεις Ηπείρου του ΚΚΕ(μ-λ) στα  Γιάννενα για τα 100 χρόνια από την ίδρυση του ΣΕΚΕ-ΚΚΕ. Η εκδήλωση έγινε το Σάββατο  10/11/2018, δεύτερη ημέρα των εκδηλώσεων στην αίθουσα της Περιφέρειας.

Κατηγορίες

Αναζήτηση