Δικαίωση του αγώνα της ΣΚΟΤ! Δικαιοσύνη όμως όχι

«Πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν, μετά τους νικάς… Και ενίοτε στοιχηματίζουν εναντίον σου, στοιχηματίζουν ότι δεν θα αντέξεις… Κι όμως αντέξαμε και αντέχουμε ακόμη!!!» (από ανακοίνωση του σωματείου εργαζομένων της ΣΚΟΤ).

Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η διαδικασία κάθε εργατικού αγώνα, άσχετα από την τελική έκβασή του. Στην περίπτωση του αγώνα της ΣΚΟΤ,  όπου οι εργάτριες και οι εργαζόμενοι του εργοστασίου καθαριστικών ειδών έδωσαν μια πολυετή και με κάθε μέσο μάχη για το δικαίωμά τους στη δουλειά, στο μισθό, ενάντια στις απολύσεις και στην εκ περιτροπής εργασία των δυο-τριών εργάσιμων ημερών το μήνα, είχαμε μια σημαντική νίκη. Δικαιώθηκαν τελικά από το Πρωτοδικείο Αθηνών, που έκρινε παράνομη και καταχρηστική την εκ περιτροπής εργασία που είχε επιβάλει η εργοδοσία από τις αρχές του 2017, υποχρεώνοντας τον εργοδότη να απασχολεί τους εργαζόμενους υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την απειλή καταβολής σε έκαστο χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε εργάσιμη μέρα άρνησής της.

Διαβάζοντας σωστά  το σκεπτικό της απόφασης του πρωτοδικείου, αυτή δεν αποτελεί φυσικά μια γενική καταδίκη της εκ περιτροπής εργασίας, που εξάλλου επιτρέπεται με νόμο, είτε συμφωνούν είτε διαφωνούν οι εργαζόμενοι. Αρκεί, εκτός από την απλή επίκληση οικονομικών προβλημάτων, να υπάρχει αναλυτική ενημέρωση για τις οικονομικές δυνατότητες της επιχείρησης που να επιβεβαιώνουν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Τότε «προφανώς» οι οικογένειες των εργαζόμενων μπορούν να ζήσουν με 100 ευρώ το μήνα. Τότε οι εργαζόμενοι μπορούν να εξωθούνται σε παραίτηση, να τους στερούν τα δεδουλευμένα, να απολυθούν με ή χωρίς αποζημίωση. Έως και να απαλλαγεί η επιχείρηση από τα μέλη του σωματείου. Εξάλλου, το 2012, ο ίδιος εργοδότης επέβαλε -υπό την απειλή του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας ή της απόλυσης– μείωση 22% στις γυναίκες και 10% στους άνδρες! Η συνέχεια γνωστή. Η εκ περιτροπής εργασία και οι απολύσεις «δεν αποφεύχθηκαν». Φαίνεται, πέρα από όλα τα άλλα, ότι η άνιση, σεξιστική και ρατσιστική μεταχείριση μπορεί να μην προβλέπεται ρητά από την εργατική νομοθεσία αλλά επιβάλλεται από τους «νόμους» της αγοράς.

Έστω και έτσι όμως ο αγώνας αυτός ήταν μια σημαντική νίκη που δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς την επιμονή και τον αγώνα των εργατριών που, εκφράζοντας τις ανάγκες όλης της εργατικής τάξης, προκάλεσε ένα κύμα αλληλεγγύης. Μια νίκη διδακτική από όλες τις απόψεις. Μια νίκη όμως με συγκεκριμένα όρια. Αφού, όπως και οι ίδιες δήλωσαν μετά την ανακοίνωση της απόφασης: «Έχουμε σοβαρές υπόνοιες ότι ο εργοδότης έχει μεταφέρει την παραγωγή αλλού. Δεν δέχεται να συνεχίσει με εμάς, επειδή έχουμε συστήσει σωματείο. Όμως μας έχει εγκλωβίσει. Δεν μπορούμε ούτε επίδομα να πάρουμε ούτε να δουλέψουμε αλλού». Ο εγκλωβισμός βέβαια για τον οποίο κάνουν λόγο οι εργαζόμενες δεν είναι άλλος από αυτόν που προκύπτει από την ύπαρξη και λειτουργία της ίδιας της καπιταλιστικής οικονομίας, όπου ο κάτοχος κεφαλαίου έχει όλες τις επιλογές λόγω «ατομικής ιδιοκτησίας», ενώ για τους εργαζόμενους δεν μένει παρά η «επιλογή να φύγουν αν δεν αντέχουν την εξαθλίωση» (όπως άλλωστε διαμηνύθηκε και από τη διοίκηση της ΣΚΟΤ). Αυτή ακριβώς η αδυναμία επιλογών ελπίζουμε ότι οδηγεί στις αντιφατικές και πολιτικά λανθασμένες αναφορές στην ανακοίνωση του σωματείου, που λένε: «Αφού δεν μας θέλει, εντάξει. Όμως το χατίρι να φύγουμε έτσι δεν θα τους το κάνουμε. Μας αντιμετωπίζει σαν να είμαστε αόρατες». Ή, πολύ περισσότερο, ότι «ο συγκεκριμένος νόμος της εκ περιτροπής εργασίας και η κακή χρήση του από τους εργοδότες, όπως η δική μας περίπτωση, η περίπτωση της Σκοτ, δημιουργεί εργαζομένους-ανέργους χωρίς δικαιώματα».

Από την άλλη, ο εργοδότης έχει προθεσμία μέχρι τις 31/7  για να ανακοινώσει στην Επιθεώρηση Εργασίας τα οικονομικά στοιχεία και τις προθέσεις της επιχείρησης. Μπορεί δηλαδή τελικά… να εφαρμοστεί ο νόμος. Δικαίωση λοιπόν υπήρξε για τον αγώνα της ΣΚΟΤ, δικαιοσύνη όμως όχι.

Στην αρχή λοιπόν σε αγνοούν: Για το κεφάλαιο εξάλλου ο εργάτης δεν είναι παρά ένα εμπόρευμα προς αγορά και πώληση, ένα εργαλείο που το χρησιμοποιεί ή το πετά όταν δεν το χρειάζεται πλέον.

Μετά σε κοροϊδεύουν: Ότι η εταιρία περνάει δύσκολες εποχές, χρήματα δεν υπάρχουν, έχουμε κρίση, αν ικανοποιηθούν τα αιτήματα θα κλείσει το εργοστάσιο, δεχτείτε το μικρότερο κακό, μη σκέφτεστε μόνο τον εαυτό σας, μπορεί να έχετε δίκιο αλλά μην το παρακάνετε, πρέπει να κάνετε υπομονή. Αλλά και ότι «μπορούμε να βρούμε μια λύση με διάλογο, με θετικό αποτέλεσμα για όλους σε κλίμα συναίνεσης, συνεργασίας και συνεννόησης και από τις δύο πλευρές. Εξάλλου, φταίτε και εσείς για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το εργοστάσιο. Να μοιραστούμε λοιπόν τις ζημίες (για τα κέρδη, ούτε λόγος).

Μετά σε πολεμούν: Όταν η κοροϊδία αποτυγχάνει έρχονται οι απειλές, οι διώξεις, οι συλλήψεις, η αλαζονεία ότι η εταιρεία δεν έχει καμιά υποχρέωση να ενημερώνει τους εργαζόμενους, κι όποιος δεν αντέχει την εξαθλίωση να παραιτηθεί! Ώστε να διασπάσουν την ενότητα των εργαζομένων.

Μετά τους νικάς: Όταν πια παρακαμφθούν όλες οι παγίδες που στήνει η εργοδοσία και ο κυβερνητικός συνδικαλισμός, όταν αντιμετωπιστούν όλες οι κοροϊδίες, οι συκοφαντίες, οι απειλές, η τρομοκρατία και η καταστολή από την «ιερά συμμαχία» κεφαλαίου-κράτους-δικαιοσύνης-ΜΜΕ. Όταν ο αγώνας γίνει υπόθεση των ίδιων των εργαζομένων, όταν κατακτηθεί η ταξική αλληλεγγύη, η ενότητα του αγώνα και η δύναμη να αγωνιζόμαστε παρά τις δυσκολίες. Όταν κατακτηθούν όλα αυτά που κάνουν τον κάθε ξεχωριστό εργατικό αγώνα κομμάτι της συνολικής αγωνίας του λαού και της εργατικής τάξης, μονάχα τότε υπάρχει η προοπτική της νίκης. Μια νίκη που θα είναι νίκη συνολικά του κόσμου της εργασίας γιατί, εκτός των άλλων, θα οδηγεί στη χειραφέτησή του.

Κατηγορίες

Αναζήτηση