Δίκη Χρυσής Αυγής και η αντιφαστιστική πάλη

Σεπτέμβρης 2013. Ο Παύλος Φύσσας δολοφονείται στο Κερατσίνι από τον φασίστα Γιώργο Ρουπακιά. Αρχίζει να ξετυλίγεται το κουβάρι και συλλαμβάνεται σχεδόν όλη η κοινοβουλευτική ομάδα της Χρυσής Αυγής αλλά και άλλα στελέχη της οργάνωσης. Η τότε κυβέρνηση Σαμαρά διακηρύσσει την αποφασιστικότητά της να στείλει στη δικαιοσύνη τους εγκληματίες…

Το πόσο αποφασισμένο ήταν (και είναι) το σύστημα και οι κυβερνήσεις του, φάνηκε από τις παλινωδίες και τις κωλυσιεργίες για όλο το επόμενο 18μηνο. Όταν αυτό παρήλθε, οι συλληφθέντες αφέθηκαν ελεύθεροι και τον Απρίλη του 2015 ξεκίνησε η δίκη. Λίγο πριν, είχε εκλεγεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Για να συνεχίσουν, κατά τη διάρκεια της δίκης πλέον, αντίστοιχες κωλυσιεργίες.

Τέσσερα χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, ο Γιώργος Ρουπακιάς είναι ελεύθερος. Δυόμισι χρόνια μετά την έναρξη της δίκης, οι κατηγορούμενοι χρυσαυγίτες έχουν αποφυλακιστεί και συνεχίζουν να καθοδηγούν φασιστικές-ρατσιστικές επιθέσεις και να υποβοηθούν το κλίμα της φασιστικοποίησης. Τι από όλα αυτά συνάδει με τις, προ τετραετίας, διακηρύξεις των εκπροσώπων του συστήματος; Κι από την άλλη πλευρά, τι έχει ο λαός να προσμένει από μια τέτοια διαδικασία;

Το νεοναζιστικό αυτό μόρφωμα πασχίζει να εμφανιστεί ως αντισυστημικός παράγοντας. Είναι, άλλωστε, συχνό το φαινόμενο τα τελευταία χρόνια, οι πιο ακραίες, επιθετικές, ακόμα και ανοιχτά πολεμικές πλευρές να πλασαρίζονται με τέτοιο τρόπο. Ο Τραμπ, για παράδειγμα, πρώτος και καλύτερος. Ο εκπρόσωπος της μεγαλύτερης ιμπεριαλιστικής-πολεμικής μηχανής του πλανήτη. Ή ο ακομμάτιστος και «φρέσκος» Μακρόν, έτερος εκφραστής του ιμπεριαλισμού. Με μία έννοια, είναι σημεία των καιρών. Τέτοιων, που κάθε στιγμή και σε κάθε παλιό ή νέο μέτωπο, γιγαντώνεται η γύμνια του βασιλιά, η αδυναμία του να βγει από την κρίση του. Είναι ανάγκη, είναι όρος για τη συνέχεια της κυριαρχίας του να βρει τα νέα προσωπεία που θα του εξασφαλίσουν το μέλλον.

Το ντόπιο πολιτικό προσωπικό έχει ακριβώς την ίδια ανάγκη, στα δικά του μέτρα και μέτωπα. Προκειμένου να σταθεί στα πόδια του σε καιρούς μνημονίων και ανέχειας, έχει την ανάγκη να τρομοκρατήσει, να τσαλαπατήσει και να καθυποτάξει. Σε αυτή τη διαδρομή, τα φασιστικά μορφώματα αναδεικνύονται σε συνοδοιπόρους, των οποίων τα λουριά μαζεύονται ή απλώνουν κατά περίπτωση.

Όταν άρχιζε η δίκη, έπρεπε να μαζευτούν. Τα ματωμένα στειλιάρια και τα ρόπαλα είχαν αρχίσει να γίνονται ανεξέλεγκτα. Όμως, οι εφεδρείες δεν υπάρχουν για να καίγονται, αλλά για να συντηρούνται. Έτσι, το διάστημα των δυόμισι -και όσο ακόμη τραβήξει- ετών, ήταν ικανό για να λειάνει το οξυμένο κλίμα αλλά και να δώσει τη δυνατότητα σε όλο το στελεχειακό δυναμικό των νεοναζί να κυκλοφορεί ελεύθερο και να υπηρετεί το σκοπό της ύπαρξής του.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από τον τρόπο που εξελίσσεται η υπόθεση ο μόνος ωφελημένος είναι το ίδιο το σύστημα. Από τη μια πλευρά, εμφανίζεται ως διώκτης της φασιστικής συμμορίας, χαρακτηριστικό που προσθέτει στη μακρά λίστα της θριαμβολογίας του και, από την άλλη, συνεχίζει να την έχει στην υπηρεσία του.

Θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Θα μπορούσε δηλαδή, σε αυτές τις (μη) κινηματικές συνθήκες και με τέτοια κατάσταση στην αριστερά να δικαιωθούν μέσα από τη διαδικασία της δίκης οι νεκροί και οι χτυπημένοι, η μνήμη του Παύλου Φύσσα, οι πρόσφυγες και μετανάστες, το αντιφασιστικό αίσθημα του λαού; Καλώς αναδεικνύεται η δίκη ως η μητέρα των μαχών για το κίνημα; Καλώς ρίχνονται εκεί όλες οι δυνάμεις;

Η απάντηση για εμάς είναι απόλυτα ξεκάθαρη. Και, παρ’ ότι κατανοούμε απόλυτα τον ρόλο της δικαιοσύνης σε αυτό το σύστημα, σε ποιον ανήκει, ποιος την ορίζει και επάνω σε ποιες σχέσεις πατάει, δεν θα γυρίσουμε την πλάτη ή θα αγνοήσουμε αυτό που σήμερα συμβαίνει στις αίθουσες των δικαστηρίων. Ούτε όμως θα το ανακηρύξουμε στο πεδίο εκείνο όπου θα συμπυκνωθεί στο σύνολό της η αντιφασιστική πάλη του λαού.

Δεν είναι καθόλου παρήγορο το γεγονός ότι η αριστερά λειτουργεί σήμερα με τον ακριβώς αντίστροφο τρόπο. Οι «μάχες» για τη δίκη είναι λίγο έως πολύ γνωστές. Στο άλλο πεδίο, εκείνο της πραγματικής πάλης, εκείνο που θα μπορέσει να συσπειρώσει τον λαό και να τον ενδυναμώσει απέναντι στο φασισμό και τη φασιστικοποίηση, ρίχνονται στ’ αλήθεια δυνάμεις;

Θεωρούμε πως όχι. Κάθε άλλο. Γιατί όχι μόνο το πραγματικό πεδίο της πάλης δεν υπηρετείται και δεν ενισχύεται, αλλά αντίθετα, έως και υπονομεύεται. Είναι χαρακτηριστική η στάση και η πολιτική τοποθέτηση δυνάμεων εν όψει της φετινής τέταρτης επετείου από τη δολοφονία του Φύσσα, που αναλύεται σε άλλες σελίδες αυτού του φύλλου. Είναι επίσης χαρακτηριστικές και απόλυτα σχετικές με αυτό οι τοποθετήσεις της αριστεράς απέναντι στον αντικομμουνισμό που εκφράστηκε μέσω της διάσκεψης στην Εσθονία και ο τρόπος με τον οποίο (δεν) υπερασπίστηκαν τον τότε αντιφασισμό.

Αυτό που πραγματικά έχει σημασία σήμερα για το λαό είναι να (ξανα)βρει τα δικά του όπλα. Όχι τα «όπλα» που του δίνει το σύστημα. Να μπορέσει να δει τα συγκοινωνούντα δοχεία μιας εγκληματικής, φασιστικής οργάνωσης και ενός συστήματος που ποντάρει στη φασιστικοποίηση της ζωής σε όλα τα επίπεδα και έχει όλο τον λαό στο στόχαστρό του. Να συσπειρωθεί γύρω από μια πολιτική θέση που δεν θα τρέφει αυταπάτες, αλλά θα του δίνει τα εφόδια να στηρίξει την πάλη του στις δικές του δυνάμεις.

Αναζήτηση

Κατηγορίες