Για το Μέτωπο Αντίστασης και την Κοινή Δράση
23 Δεκεμβρίου, 20148η Συνδιάσκεψη - Διάλογοςadmin

Κεντρικό στοιχείο της πολιτικής μας γραμμής και της τακτικής μέσα από την οποία προωθείται είναι η κατεύθυνση οικοδόμησης του Μετώπου Αντίστασης-Διεκδίκησης.
Σαν τέτοιο άλλωστε αποτυπώνεται και στις εισηγητικές θέσεις του ΚΟ.
Αποτελεί μια κατεύθυνση που αντιστοιχεί τόσο στις σημερινές απαιτήσεις της ταξικής πάλης, όσο και στις δυνατότητες που υπάρχουν αντικειμενικά και υποκειμενικά. Θα πρέπει συνεπώς και να επιμείνουμε σ’ αυτήν αλλά και να προσπαθήσουμε να την προωθήσουμε όσο γίνεται καλύτερα και πιο αποτελεσματικά.
Σ’ αυτή την προσπάθεια εντάσσεται και αυτή η παρέμβαση.

Προϋποθέσεις και αναγκαιότητες
Είναι αυτονόητο ότι η πολιτική ευθύνη για την προώθηση μιας κατεύθυνσης ανήκει κατ’ αρχάς στο ΚΟ και το ΠΓ.
Η υλοποίησή της ωστόσο αφορά το σύνολο των μελών και στελεχών της οργάνωσης. Αυτοί είναι οι «φορείς» που θα πάρουν αυτή την κατεύθυνση και θα την προωθήσουν, θα επιχειρήσουν να την υλοποιήσουν στους χώρους που δρουν και κινούνται.
Σ’ αυτή τη βάση έχουν ιδιαίτερη σημασία ορισμένες προϋποθέσεις για την καλύτερη και αποτελεσματικότερη προώθησή της.
α) Η όσο γίνεται καλύτερη κατανόηση αυτής της πολιτικής γραμμής στο βάθος και την ουσία της.
β) Το να πεισθούν μέλη και στελέχη και με τον πιο ουσιαστικό τρόπο για την ορθότητα και αναγκαιότητά της.
γ) Το να εξοπλιστούν με στοιχεία-επιχειρήματα που θα τους βοηθούν στις παρεμβάσεις τους.
δ) Το να αποκτήσουν μέσα απ’ αυτά εκείνη την αυτοπεποίθηση που θα τους ωθεί στην πιο αποφασιστική και μαχητική προώθησή της.
Όλα αυτά είναι αναγκαία όχι μόνο γενικά αλλά πολύ περισσότερο με βάση τις δυσκολίες, τους δυσμενείς συσχετισμούς και τη γενικότερα αρνητική κατάσταση που αντιμετωπίζουμε.
Ταυτόχρονα θα μπορούσε να προστεθεί ένας ακόμη λόγος «ειδικού» χαρακτήρα ας τον πούμε έτσι.
Από τη μεριά μας είχαμε πάντα και συνεχίζουμε να έχουμε την άποψη ότι η ορθότητα μιας γραμμής επιβεβαιώνεται αναιρείται ή τροποποιείται μέσα από την δοκιμασία της στο πεδίο της πάλης.
Ο λαός μας δέχεται εδώ και χρόνια μια επίθεση που το τελευταίο διάστημα έχει πάρει εφιαλτικές διαστάσεις και χαρακτηριστικά.
Για την αναγκαιότητα της αντιμετώπισής της όπως και των γενικότερων προβλημάτων που απασχολούν τον λαό και τη χώρα δεν νομίζω πως χρειάζονται επιχειρήματα. Το ερώτημα είναι πώς, σε ποιο πεδίο, από ποιους δρόμους, σε ποια κατεύθυνση.
Από τη μεριά μας έχει προβληθεί και προωθείται εδώ και χρόνια η κατεύθυνση οικοδόμησης του Μετώπου Αντίστασης και -εννοείται- μέσα στο πλαίσιο των γενικότερων πολιτικών μας κατευθύνσεων.
Οι λόγοι που προκρίνουμε μια τέτοια κατεύθυνση θα μπορούσαν να συνοψισθούν στα εξής.
α) Είναι αναγκαία για την άμεση αντιμετώπιση-ανάσχεση ή και συνολικότερη ανατροπή της επίθεσης που δέχονται οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες.
β) Στις συγκεκριμένες σημερινές αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες είναι η μόνη «εφικτή», μετωπικού χαρακτήρα, κατεύθυνση. Είναι αυτή που μπορεί να συνενώσει σε ένα Μέτωπο Αντίστασης και Πάλης ευρύτατα τμήματα του εργαζόμενου λαού και ταυτόχρονα να «πιέσει», να προσελκύσει δυνάμεις σε μια λογική Κοινής Δράσης από το ευρύτερο αριστερό φάσμα.
γ) Διαμορφώνεται το πεδίο όπου μέσα σ’ αυτό και μέσα απ’ αυτό μπορούν να διαμορφωθούν, οικοδομηθούν εκείνοι οι όροι και προϋποθέσεις, για το πέρασμα της λαϊκής πάλης σ’ ένα υψηλότερο επίπεδο και τέτοιο που να της επιτρέπει να θέσει και να υλοποιήσει ευρύτερους στόχους. Ας γίνω πιο συγκεκριμένος.

Α) Η αναγκαιότητα αντιμετώπισης της επίθεσης
Για την αναγκαιότητα της άμεσης αντιμετώπισης των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο λαός από το βάθεμα της επίθεσης που δέχεται και όπως ήδη αναφέρθηκα δεν χρειάζονται επιχειρήματα.
Αντίστοιχα αυτονόητη η αναγκαιότητα αντίστασης και πάλης. Το ερώτημα αφορά το αν η πρότασή μας είναι η πιο ενδεδειγμένη για την αντιμετώπιση του ζητήματος ή πρέπει να αναζητήσουμε κάποια άλλη.
Σε σχέση με αυτό το ζήτημα η πρότασή μας έχει δεχτεί κριτικές από διάφορες πλευρές και με επιχειρήματα κάθε είδους. Ότι είναι «αμυντική», ανεπαρκής, περιορισμένης εμβέλειας, ότι δεν θέτει γενικότερα ζητήματα και ευρύτερους πολιτικούς στόχους κ.λπ.
Πριν την όποια απάντηση σε αυτά έχει μια σημασία να θυμίσουμε ότι πρόκειται για τις ίδιες δυνάμεις που για χρόνια ολάκερα απέρριπταν και λοιδορούσαν τις εκτιμήσεις μας για την επίθεση, την αναγκαιότητα της Αντίστασης κ.λπ. Μάλιστα κάποιοι είχαν χαρακτηρίσει σαν «φτωχοπροδρομική» την θέση της Αντίστασης.
Οι εξελίξεις βέβαια και η αμείλιχτη πραγματικότητα τις ανάγκασε να «δουν» αυτό που για χρόνια «δεν έβλεπαν» και να αρχίσουν να αναφέρονται τόσο στην επίθεση όσο και να ψελλίσουν το «φτωχοπροδρομικό» σύνθημα της Αντίστασης. «Φυσικά» χωρίς κανενός είδους αυτοκριτική για την προηγούμενη στάση τους. Και δεν θα μπορούσε να συμβαίνει διαφορετικά, μια και παρά τις διαφοροποιήσεις στην ρητορική τους, συνεχίζουν να κινούνται στις ίδιες ουσιαστικά πολιτικές τους κατευθύνσεις.

«Αλήθειες» για πέταμα
Αυτές λοιπόν οι δυνάμεις μας λεν «καλή» μεν η αντίσταση αλλά «δεν αρκεί».
Ότι αυτό που χρειάζεται είναι μια ολοκληρωμένη πρόταση συνολικής διεξόδου.
Είναι σωστό αυτό; Βεβαίως και είναι σωστό. Μας λεν ακόμη ότι αυτό που απαιτείται είναι μια ευρύτερη πολιτική συσπείρωση στη βάση ενός ολοκληρωμένου και συνολικού προγράμματος.
Είναι σωστό αυτό; Φυσικά και είναι από γενική άποψη σωστό.
Συνεχίζουν λέγοντας ότι είναι αναγκαία η συγκρότηση ενός ευρύτερου παλλαϊκού Μετώπου ικανού να θέσει στην ημερήσια διάταξη τόσο τα άμεσα όσο και τα ευρύτερα ζητήματα.
Είναι σωστό αυτό; Αυτό κι αν είναι γενικά σωστό.
Λεν επίσης ότι θα πρέπει να συνενωθούν οι προσπάθειες για την διαμόρφωση ενός συνολικού οράματος που θα εμπνέει, θα συσπειρώνει και θα κινητοποιεί ευρύτερες λαϊκές μάζες.
Είναι σωστό αυτό; Φυσικά και είναι σωστό και αυτό όπως και πολλά άλλα «σωστά» που προβάλλονται κατά καιρούς από τις ίδιες πλευρές.
Για την ενότητα της Αριστεράς, για την ανάγκη μιας πιο «επιθετικής» πολιτικής, την αναγκαιότητα του κόμματος κ.λπ., κ.λπ.
Όλα αυτά είναι σωστά και ταυτόχρονα όπως και με παρόμοιες αφορμές έχω παλιότερα αναφέρει είναι για να τα πάρουμε όλα μαζί και να τα πετάξουμε στα σκουπίδια.
Κατ’ αρχάς και πριν από οποιαδήποτε εξήγηση, θα μπορούσε να τεθεί εδώ ένα απλό ερώτημα.
Και αφού, βρε αδερφέ, όλα αυτά είναι σωστά και αναγκαία και αφού υποστηρίζονται -υποτίθεται- με τόση ζέση από την συντριπτική πλειοψηφία των αριστερών δυνάμεων επί τόσα χρόνια, γιατί δεν υλοποιούνται;
Τι να υποθέσουμε εμείς; Ότι μας έχουν ματιάσει, μας έχουν κάνει μάγια, μας «ψεκάζουν» που λέει ο άλλος; Χρειάζεται μήπως να κάνουμε κάνα ευχέλαιο, κάναν εξορκισμό, κάτι άλλο;
Η απάντηση βρίσκεται στο ότι όλες αυτές οι «αλήθειες» είναι για πέταμα επειδή εν προκειμένω δεν αποτελούν τίποτα άλλο από εκφράσεις άρνησης της πραγματικότητας που βιώνουμε, και των απαιτήσεων που αυτή θέτει τόσο για τα άμεσα όσο και για τα προωθημένα.
Ότι όλες αυτές οι προτάσεις, τα προγράμματα, οι παραινέσεις και εκκλήσεις είναι για τα σκουπίδια, όχι επειδή είναι λαθεμένες σαν αυτές καθ’ αυτές, αλλά επειδή προβάλλονται και χρησιμοποιούνται για να αποπροσανατολίσουν, για να εκτρέψουν την κίνηση των μαζών από τον δρόμο της άμεσης και μαχητικής απάντησης στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και να την στρέψουν σε ανώδυνες και αδιέξοδες κινήσεις.
Καταστάσεις που τις έχουμε ζήσει πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια, όταν αγωνιστικές κινητοποιήσεις μπλοκάρονταν για να προβληθεί ένα «συνολικό» πρόγραμμα στη θέση μιας διεκδίκησης αιχμής.
Που φρενάρονταν και αποπροσανατολίζονταν στο όνομα και την προοπτική ενός «δημοψηφίσματος».
Που ματαιώνονταν ενόψει της «μάχης των μαχών» που θα ‘ταν οι κάθε φορά και οποιουδήποτε είδους εκλογές κ.λπ.
Αυτή η επιχείρηση αποπροσανατολισμού δεν ήταν ούτε από άγνοια ούτε από απλή ανεπάρκεια. Είχε συγκεκριμένη κάθε φορά στόχευση. Αυτό που προσπαθούσε ήταν να στρέψει την κίνηση του κόσμου στη «μόνη» πολιτική πρόταση που «απαντάει ολοκληρωμένα», δηλαδή τη δική τους.
Και για να είμαι πιο συγκεκριμένος.
Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την λογική, η πολιτική πρόταση που εμπεριέχει, συμπυκνώνει όλα αυτά τα «σωστά» (ή έστω τα περισσότερα), που είναι προωθημένη και συνολική είναι λ.χ. η πρόταση του …ΣΥΡΙΖΑ. Ή αν θέλετε η πρόταση του ΚΚΕ. Κι αν είστε απ’ εκείνους που ζητάν «κάτι άλλο» κυκλοφορεί στην πιάτσα και η πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ καθώς και μερικές ακόμα.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της αντίθεσής τους στην πρόταση της οργάνωσής μας.
Όχι στο αν αυτή ανταποκρίνεται ή όχι στις σημερινές απαιτήσεις, τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους και συσχετισμούς της ταξικής πάλης αλλά στο πόσο εναρμονίζεται και υπηρετεί τις δικές τους οπορτουνιστικές πολιτικές ιεραρχήσεις.
Απ’ εκεί και πέρα το πόσο απαντούν αυτές οι προτάσεις και με ποιον τρόπο στα προβλήματα που θέτει η επίθεση και η γενικότερη κατάσταση, είναι ένα ζήτημα στο οποίο έχουμε αναφερθεί επανειλημμένα και αναλυτικά και δεν χρειάζεται να προστεθεί τίποτα εδώ.
Άλλωστε πολύ πιο εύγλωττα από εμάς έχει απαντήσει η ίδια η ζωή ως προς τα αποτελέσματα και τις «διεξόδους» που έχουν δώσει αυτές οι πολιτικές κατευθύνσεις.

Για τη σημασία της Αντίστασης
Ας ξαναγυρίσουμε ωστόσο στη δική μας πολιτική πρόταση. Τι είναι και τι προσφέρει η κατεύθυνση οικοδόμησης του Μετώπου Αντίστασης-Διεκδίκησης και γιατί είναι αναγκαίο.
Εκφράζει κατ’ αρχάς την αυτονόητη αναγκαιότητα αντίστασης στην επίθεση που δέχεται ο λαός και γι’ αυτό άλλωστε αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν -έστω στα λόγια- αυτή την θέση όλες αυτές οι δυνάμεις.
Είναι μια κατεύθυνση που αφορά και συνδέεται άμεσα με την αντίσταση που ήδη προβάλει ο εργαζόμενος λαός σε διάφορα μέτωπα. Αυτή η αντίσταση δεν εκδηλώνεται επειδή το έχει πει το ΚΚΕ(μ-λ) ή οποιοσδήποτε άλλος, αλλά εκδηλώνονται καθημερινά, αυθόρμητα και με λιγότερο ή περισσότερο συνειδητό τρόπο σε μια σειρά πεδία και ανεξάρτητα της έντασης, της διάρκειας των μορφών που παίρνει κ.λπ. Αυτό που θέλει και προσπαθεί το ΚΚΕ(μ-λ) είναι η ενίσχυση, ο πολλαπλασιασμός, η ανάπτυξη των εστιών αντίστασης και στην προοπτική συνένωσής τους σε ένα ευρύ Μέτωπο Αντίστασης-Διεκδίκησης.
Αυτές οι εκδηλώσεις Αντίστασης όσο ανεπαρκείς κι αν είναι, όσο κι αν πιάνουν τα όριά τους όσο και αν -με βάση τους σημερινούς συσχετισμούς- τελικά ηττώνται, κρατάν ζωντανό το πνεύμα αμφισβήτησης, άρνησης των αντιδραστικών ρυθμίσεων, αποτελούν ανάχωμα στην κατεύθυνση αποδοχής και «νομιμοποίησής» τους στις συνειδήσεις των λαϊκών μαζών και παγίωσής τους στην πράξη.
Αποκαλύπτει έμπρακτα και σε συνθήκες και με όρους πάλης τους φορείς των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο λαός, τις προθέσεις τους στόχους, την πολιτική τους. Καταδείχνει τους εχθρούς του λαού με τον πιο χειροπιαστό και πειστικό τρόπο, οξύνει την αντίθεση του λαού με τις δυνάμεις του συστήματος.
Όσο περισσότερο αναπτύσσεται τόσο περισσότερο λειτουργεί σαν παράγοντας επιβράδυνσης, ανάσχεσης, αναστολής έστω στην προώθηση της επίθεσης με τις όποιες επιδράσεις έχει αυτό στις συνθήκες ζωής του λαού και τους όρους της πάλης του. Πολύ περισσότερο συμβάλλουν σε κάτι τέτοιο ακόμα και οι μικρές ή εντοπισμένες κ.λπ. νίκες, καθώς ανεβάζουν την αυτοπεποίθηση του λαού, την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του.
Γενικότερα η ανάπτυξη της αντίστασης, της πάλης αποτελεί σημαντικό ανάχωμα στην απογοήτευση, την αδρανοποίηση του κόσμου στην αίσθηση του ότι «τίποτα δεν γίνεται», του ότι ο καθένας «είναι μόνος του» απέναντι στη λαίλαπα. Συμβάλλει στο να διατηρείται ψηλά το ηθικό, καλλιεργεί το αίσθημα της συλλογικότητας της οργανωτικότητας, της εμπιστοσύνης στον εαυτό του, στον «διπλανό του», στον αγώνα.
Αποτελεί τον πιο ουσιαστικό τρόπο διαφοροποίησης και μεταβολής των συσχετισμών. Έχω και παλιότερα αναφερθεί ότι η διαφοροποίηση των συσχετισμών δεν γίνεται μόνο από «μεγάλες κινήσεις» οποιασδήποτε μορφής και χαρακτήρα.
Πραγματοποιείται καθημερινά μέσα από χιλιάδες «μικρές» κινήσεις και αγώνες που γίνονται (ή που δεν γίνονται) και διαφοροποιούν συνειδήσεις, διαθέσεις, σχέσεις, δυνατότητες.
Με αυτή τη έννοια αυτές οι μεγάλες κινήσεις δεν εκφράζουν παρά την συσσώρευση που έχει συντελεστεί μέσα από αυτές τις καθημερινές «μικρές» κινήσεις που έχουν προηγηθεί. Πάνω στη διαφοροποίηση των συσχετισμών που έχει ήδη συντελεστεί πατάν και με τη σειρά τους την προωθούν περισσότερο.
Μέσα από την ανάπτυξη της Αντίστασης και τα όποια αποτελέσματά της αναδείχνεται σαν η έμπρακτη απάντηση στις απόψεις «αναμονής» των «λύσεων» που θα φέρουν οι εκλογές, η άνοδος της αντιπολίτευσης στην κυβέρνηση κ.λπ. Αυτό πέρα από τις μεταμορφώσεις του ΣΥΡΙΖΑ μας το δείχνει καθαρά και το τι μεσολάβησε στο διάστημα από τις «πλατείες» μέχρι τα σήμερα.
Με βάση τη ροή των γεγονότων ο ΣΥΡΙΖΑ έφτασε και ίσως βρίσκεται «προ των πυλών» της διακυβέρνησης. Το αποτέλεσμα ωστόσο της «αναμονής» που υπαγόρευσε και επέβαλλε αυτή η προοπτική ήταν από τη μια μεριά η διεύρυνση και προώθηση της επίθεσης και από την άλλη η απογοήτευση-αδρανοποίηση του κόσμου.
Η ανάπτυξη της Αντίστασης είναι αυτή που ανοίγει τον δρόμο στην πολιτικοποίηση της πάλης των λαϊκών μαζών και ταυτόχρονα καθοριστικό παράγοντα αντιστάθμισης της καταθλιπτικής κυριαρχίας των ΜΜΕ του συστήματος και της καταιγιστικής καθημερινής προπαγάνδας που ασκούν. Αλλά γι’ αυτό το ζήτημα θα αναφερθώ και παρακάτω.

Β) Η ΠΙΕΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Στις σημερινές συνθήκες με τους δεδομένους συσχετισμούς και τα γνωστά προβλήματα και δυσκολίες, αν υπάρχει μια δυνατότητα ευρύτερης συμπαράταξης αυτή βρίσκεται στο πεδίο της Κοινής Δράσης και στη λογική οικοδόμησης ενός Μετώπου Αντίστασης.
Αν παρατηρήσουμε το τι συμβαίνει στο χώρο της ευρύτερης Αριστεράς αυτό που θα δούμε είναι ότι όλες οι δυνάμεις καλούνε σε «ενότητα», σε «συσπείρωση», σε «συνεργασίες», σε «Μέτωπα» κ.λπ. Μόνο που όλες τους αυτό που προτείνουν είναι μια «ενότητα» στη βάση του συνόλου της πολιτικής τους γραμμής. Προσπερνώ εδώ το ζήτημα τού ποια είναι αυτή η πολιτική γραμμή που προτείνει ο καθένας, το αν είναι σωστή ή λαθεμένη κ.λπ. Αυτό που θέλω να επισημάνω είναι ότι όλες τους γίνονται με πλήρη επίγνωση αυτών που τις κάνουν, ότι οι προτάσεις τους δεν έχουν ούτε αντικείμενο ούτε αποδέκτες. Και για αν είμαι συγκεκριμένος.
Δεν υπάρχει καμιά περίπτωση (τουλάχιστον στο ορατό μέλλον) να αποδεχτεί το ΚΚΕ λ.χ. την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ (ή οποιουδήποτε άλλου). Ούτε βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ την πρόταση του ΚΚΕ. Όσο για την προπαγάνδα του ΣΥΡΙΖΑ για ενότητα και κυβέρνηση της Αριστεράς, δεν την πιστεύουν ούτε οι ίδιοι. Απλώς αλιεύουν και ό,τι αρπάξουν. Και φυσικά δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να αποδεχτεί κανείς εκ των δυο την πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Θα μπορούσα να πω ότι ισχύει και το αντίστροφο, αλλά «φοβάμαι» ότι κάποιες διεργασίες στα πλαίσια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να με διαψεύσουν εν μέρει έστω. Ανάλογα μπορούν να αξιολογηθούν προτάσεις και στάσεις και άλλων δυνάμεων. Και φυσικά δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να δεχτεί καμιά από αυτές τις δυνάμεις την -συνολική- πολιτική γραμμή και κατεύθυνση του ΚΚΕ(μ-λ), ούτε το ΚΚΕ(μ-λ) καμία από αυτές.
Πριν προχωρήσω ας διευκρινίσω ένα ζήτημα μια και πολύ σπέκουλα πέφτει πάνω σ’ αυτό.
Η κατάσταση αυτή δεν είναι «καλή» ή «κακή», ούτε οφείλεται σε «εγωισμού» και «ιδιοτροπίες» για να μπορεί να διορθωθεί με ευχολόγια και εκκλήσεις. Είναι αντικειμενική.
Συνδέεται κατ’ αρχάς με το ότι η κοινωνία είναι αυτή που είναι και δεν μπορούμε να παραγγείλουμε άλλη.
Είναι ταξικά διαστρωματωμένη και παράγει συνεχώς τις αντίστοιχες ιδεολογικές πολιτικές τάσεις, κατευθύνσεις και μορφοποιήσεις.
Σαν τέτοια υπήρχε και θα συνεχίσει να υπάρχει πάντα. Ταυτόχρονα συνδέεται με την ήττα του κινήματος και με μια ολάκερη πορεία διαμορφώσεων ιδεολογικών τάσεων και κατευθύνσεων που μορφοποιήθηκαν κάτω από την καθοριστική επίδραση αυτού του δεδομένου. Σ’ αυτή τη βάση και με αυτές τις μορφές επίσης θα συνεχίσει να υπάρχει για καιρό.
Μόνο η εξέλιξη και ανάπτυξη της ταξικής πάλης μπορεί να διαφοροποιήσει τα δεδομένα. Να αναδείξει και να μορφοποιήσει με μια μεγαλύτερη σαφήνεια τις διαφορετικές τάσεις. Να διαφοροποιήσει συσχετισμούς, να αναδείξει αναγκαιότητες και δυνατότητες μετωπικής σύγκλισης σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο όσων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων θα προσφέρονται για κάτι τέτοιο.
Μέχρι τα τότε θα βαδίσουμε υποχρεωτικά με αυτά που υπάρχουν. είτε αρέσει είτε δεν αρέσει αυτό στον οποιονδήποτε.
Και μέχρι τα τότε η μόνη μορφή συμπόρευσης, σύμπραξης, συμπαράταξης και Κοινής Δράσης ευρύτερων δυνάμεων (στον όποιο βαθμό είναι και αυτή σήμερα εφικτή) είναι αυτή που προτείνουμε. Και πιο συγκεκριμένα:
Είναι η μόνη πολιτική κατεύθυνση που μπορεί να απευθύνεται και να βρίσκει άμεση ανταπόκριση στο σύνολο σχεδόν των λαϊκών μαζών -ανεξάρτητα των προβλημάτων που -διαβαθμισμένα έστω- αντιμετωπίζουν. Σαν τέτοια είναι η μόνη που μπορεί να συνενώσει, ενεργοποιήσει αυτόν τον κόσμο για την άμεση -σε πρώτο βαθμό κατ’ αρχάς- αντιμετώπιση των προβλημάτων που του δημιουργεί η επίθεση που δέχεται.
Είναι μια πρόταση που κινείται στο μόνο πεδίο στο οποίο μπορούν -υπό όρους πάντα- να κινηθούν από κοινού διαφορετικές δυνάμεις της Αριστεράς. Το πεδίο της Κοινής Δράσης για την αντιμετώπιση της επίθεσης και των οξύτατων προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο λαός. Στο σημείο αυτό θα μπορούσε εύλογα να προβληθεί μια ένσταση. Θα μπορούσε δηλαδή να ειπωθεί ότι ούτε και αυτή η πρόταση έχει αποδέκτες μια και -τουλάχιστον στην πράξη- δεν κινούνται με τέτοιον τρόπο αυτές οι δυνάμεις.
Η απάντηση σε μια τέτοια ένσταση βρίσκεται στην δυνατότητα διεμβολισμού που έχει αυτή η πρόταση, της πίεσης που μπορεί να ασκήσει σε αυτές τις δυνάμεις. Ας εξηγηθώ.
Υπάρχει κατ’ αρχάς το αντικειμενικό δεδομένο των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο λαός -στον οποίο και αυτές απευθύνονται- και της επίσης αντικειμενικής αναγκαιότητας αντιμετώπισής τους.
Άλλο τόσο αντικειμενικό είναι το γεγονός ότι εκτός από την ηγεσία και τα ξεσκολισμένα στελέχη σ’ αυτές τις δυνάμεις πρόσκειται και ένας κόσμος (απλά μέλη και περίγυρος) που αντιμετωπίζει κι αυτός τα ίδια προβλήματα, που βρίσκεται σε άμεση επαφή με άλλους ανθρώπους που δέχονται και αυτοί μεγάλη πίεση και την μεταφέρουν στον πολιτικό τους χώρο.
Έκφραση άλλωστε αυτής της πίεσης αποτελεί το ότι αυτές οι δυνάμεις έχουν αναγκαστεί να υιοθετήσουν -έστω στα λόγια- την αναγκαιότητα της αντίστασης της κοινής δράσης κ.λπ.
Ακόμη περισσότερο το ότι σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν αναγκαστεί έστω και με μισή καρδιά να συμμετάσχουν σε κινήσεις Κοινής Δράσης κ.λπ.

Οι «προτάσεις» και τα όριά τους
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Σημαίνουν ότι όλες αυτές οι δυνάμεις δέχονται την πίεση της πραγματικότητας. Την αντικειμενική αναγκαιότητα των άμεσων απαντήσεων στα προβλήματα, την αναγκαιότητα της έμπρακτης Αντίστασης στην επίθεση, την αναγκαιότητα της Κοινής Δράσης.
Μια πίεση που την αισθάνονται πιο άμεσα τα μέλη και ο προσκείμενος σε αυτές κόσμος αλλά που μέσα από αυτούς περνάει και «προς τα πάνω», όσο και αν κάτι τέτοιο δεν είναι πάντα και τόσο διακριτό.
Αν συμβαίνει αυτό, είναι επειδή προς το παρόν μπορούν να διοχετεύουν αυτή την πίεση σε άλλες κατευθύνσεις και να την ελέγχουν.
Ο ΣΥΡΙΖΑ στην προοπτική της εκλογικής νίκης.
Το ΚΚΕ στις ελεγχόμενες περιχαρακωμένες παρεμβάσεις του.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις «δυαδικές της εξουσίες» και σε ευκαιριακές μαχητικές παρεμβάσεις.
Οι αναρχικοί-αντιεξουσιαστές στις «νησίδες» τους και ένας άλλος κόσμος στην αλληλεγγύη, στα συσσίτια κ.λπ.
Αξιολογώντας αυτή την κατάσταση μπορούμε να πούμε τα εξής. Στην καλύτερη θέση από αυτές τις δυνάμεις βρίσκεται ο ΣΥΡΙΖΑ που προβάλλει την προοπτική μιας «αριστερής κυβέρνησης» που θα λύσει τα προβλήματα κ.λπ. και που με αυτό τον τρόπο προσφέρει μια μορφή διεξόδου.
Δεν το αγνοούμε και δεν το υποτιμούμε καθόλου αυτό. Ταυτόχρονα ωστόσο γνωρίζουμε ότι πρόκειται για αυταπάτη. Όχι επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι κομμουνιστική οργάνωση ή επειδή «το λένε τα βιβλία». Το υποστηρίζουμε στη βάση της συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης. Των πραγματικών συσχετισμών. Τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Την συγκρότηση και τη σχέση του με τον λαό. Την κατάσταση του κινήματος. Όλα αυτά που καταδείχνουν ότι τέτοια διέξοδος δεν υφίσταται.
Ταυτόχρονα αποτελεί γεγονός ότι αυτό το αντιλαμβάνεται -ενστικτωδώς έστω- και ο κόσμος, ακόμα και αυτός που τον ψηφίζει. Αυτό φάνηκε σχεδόν αμέσως μετά τις «πλατείες» που εκτίναξαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Το ότι «κάθισε» ο κόσμος δεν είναι εκ θεού, ούτε επειδή «τέτοιος λαός είμαστε» όπως φλυαρούν ορισμένοι για να αποφύγουν τις πραγματικές εξηγήσεις.
Είναι έκφραση τόσο συνολικότερων όσο και ειδικότερων όρων που προσδιορίζουν την κατάσταση. Άλλη συζήτηση αυτή, την αφήνω προς το παρόν για να περιοριστώ σε ένα πράγμα. Παρόλη την «διέξοδο» που φαινομενικά προσφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ, το αδιέξοδο επικρέμαται και είναι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ορατό από όλους. Αυτό πέραν των άλλων σημαίνει ότι η πίεση όχι μόνο συνεχίζει να υπάρχει αλλά μέλλεται να γίνει πολύ πιο έντονη όταν το πρόβλημα τεθεί πιο συγκεκριμένα.
Μια πρακτική-πολιτική μορφή άμεσης διεξόδου προσφέρουν οι διάφορες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης κ.λπ. που όχι τυχαία υποστηρίζονται τις περισσότερες φορές από τον ΣΥΡΙΖΑ σαν συμπληρωματικές μορφές εκτόνωσης της πίεσης που αντιμετωπίζει.
Το γεγονός πάντως είναι ότι πλαισιώνονται και από έναν κόσμο καλών προθέσεων. Αυτό συναρτάται τόσο με τις διαθέσεις και αντιλήψεις αυτού του κόσμου, όσο και με το ποιες άλλες άμεσες διεξόδους του προσφέρονται και το γενικότερο επίπεδο του κινήματος. Άλλο τόσο είναι βέβαια γεγονός ότι αργά ή γρήγορα και αυτές οι μορφές θα συναντήσουν τα αδιέξοδά τους.
Από τη μεριά μας τις αντιμετωπίζουμε και θεωρώ ότι σωστά πράττουμε, λαμβάνοντας υπόψη και τις δύο πλευρές του ζητήματος. (Βλέπε και σχετικές τοποθετήσεις σε κείμενα της οργάνωσης).
Σε δύσκολη θέση από την άποψη αυτή βρίσκεται το ΚΚΕ. Η «διέξοδος» που προσφέρει δεν πείθει ούτε τα μέλη ούτε τους οπαδούς και ψηφοφόρους του. Πέρα από τα γνωστά εκλογικά αποτελέσματα, ενδείξεις είχαμε και από την δημόσια διαφοροποίηση στελεχών του κ.λπ.
Ακόμη μεγαλύτερη αμηχανία και δυσαρέσκεια υπάρχει στη βάση. Η πίεση που δέχεται το ΚΚΕ προέρχεται και από τα «πάνω» και από τα «κάτω». Αντιμετωπίζει άμεσα μεγάλη πίεση και από τον ΣΥΡΙΖΑ που το έχει εκτοπίσει από την θέση του κύριου εκφραστή της ευρύτερης Αριστεράς, και συνεχίζει να το πιέζει. Απέναντι σ’ αυτή την πίεση η ηγεσία του ΚΚΕ επιχειρεί να δημιουργήσει ένα ιδεολογικό πολιτικό «φρούριο» με ό,τι υλικά διαθέτει. Από παλιές δοκιμασμένες συνταγές (μπρεζνιεφικής-φλωρακικής περιόδου) μέχρι την αναθεώρηση της γενικής γραμμής του παλιού ΚΚΕ και της ίδιας της ιστορίας. Δύσκολη επιχείρηση.
Για την ώρα η όποια δυνατότητα του ΚΚΕ να αντιμετωπίζει τις πιέσεις βασίζεται στο ότι αποτελεί έναν αρκετά συμπαγή οργανισμό με οργανωτικές δυνατότητες πολύ μεγαλύτερες από οποιαδήποτε άλλη δύναμη της Αριστεράς. (Ακόμη και τον ΣΥΡΙΖΑ για την ώρα). Έναν οργανισμό στελεχών που η συνεκτική του ουσία βρίσκεται στο ότι η δική τους πολιτική επιβίωση συνδέεται με την ύπαρξη και τον ρόλο αυτού του οργανισμού. Ταυτόχρονα ωστόσο το ίδιο αυτό στοιχείο μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα, μια και η προοπτική ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να προσφέρει μεγαλύτερες δυνατότητες πολιτικής επιβίωσης. Ίδωμεν.
Όσον αφορά την πίεση από τα «κάτω», η αντιμετώπισή της βασίζεται τόσο σ’ αυτά που προαναφέρθηκαν όσο και στους παραδοσιακούς δεσμούς ενός κόσμου με το ΚΚΕ. Ο κύριος λόγος ωστόσο βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στο ότι η πίεση του «εκτός ελέγχου» κινήματος δεν είναι τέτοια και τόση που να φέρει άλλης τάξης αποτελέσματα. Το πού οφείλεται αυτό είναι άλλη συζήτηση. Το θέμα είναι ότι τα πράγματα δεν θα ‘ναι πάντα έτσι και αργά ή γρήγορα η ηγεσία του ΚΚΕ θα βρεθεί αντιμέτωπη και με αυτό το ζήτημα. «Δείγματα» μιας τέτοιας εξέλιξης και των αποτελεσμάτων της είχαμε ήδη σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου το ΚΚΕ αναγκάστηκε να συρθεί πίσω από κινητοποιήσεις που αρχικά το άφηναν «αδιάφορο» ή και τις αποδοκίμαζε.
Σε ακόμα πιο δύσκολη θέση βρίσκεται η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εκεί η πίεση του ΣΥΡΙΖΑ είναι πιο άμεση και μεγαλύτερη. Ο λόγος δεν είναι απλά στο ότι στα πλαίσιά της συναθροίζονται οργανώσεις με διαφορετικά ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. Ο κύριος λόγος βρίσκεται στην πολιτική βάση αυτής της συνάθροισης. Στην πολιτική της γραμμή που στην ουσία μόνο ρητορικά διαφοροποιείται από αυτήν του ΣΥΡΙΖΑ. Στο ότι βασικό συνεκτικό της στοιχείο αποτελεί η φιλοδοξία εκλογικού πλασαρίσματος. Δύσκολο εγχείρημα με βάση αυτή την «συγγένεια» με τον ΣΥΡΙΖΑ. Εδώ βρίσκονται οι λόγοι της κρίσης που αντιμετωπίζει, αλλά και οι διαφοροποιήσεις του ΝΑΡ μέσα από τις οποίες αναζητά την δική του ταυτότητα. Αυτή η κατάσταση διαμορφώνει όρους για την άσκηση πίεσης από τ’ αριστερά, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του δεδομένου ότι στα πλαίσια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ κινείται και ένας κόσμος με μαχητικές διαθέσεις.
Προβλήματα αντιμετωπίζει και ο αναρχικός χώρος που βλέπει ότι δεν μπορεί πλέον να κάνει «ανέξοδο» παιχνίδι με βάση την ανοχή (ή και χαϊδέματα) από την μεριά δυνάμεων του συστήματος και βρίσκεται αντιμέτωπος με την πραγματική κατάσταση. Το ότι πολλοί απ’ όσους κινούνται στα πλαίσια αυτού του χώρου ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ (τόσο «αναρχικά»!) είναι μια από τις εκφράσεις της κρίσης που αντιμετωπίζει. (Σημείωση: Το κείμενο αυτό γράφηκε πριν την έξαρση των κινητοποιήσεων για τον Ν. Ρωμανό. Οι «ανάσες» που πήρε ο Α/Α χώρος από αυτές δεν αλλάζει την ουσία αυτών των εκτιμήσεων).
Συνοψίζοντας. Η δυνατότητα διεμβολισμού αυτών των δυνάμεων από την γραμμή αντίστασης-διεκδίκησης και πάλης είναι αντικειμενικά δεδομένη.
Το κατά πόσο και τι αποτελέσματα μπορεί να φέρει είναι συνάρτηση του κατά πόσο η ίδια μπορεί να αποκτήσει υπόσταση και δυναμική. Δεν έχουμε αυταπάτες. Δεν περιμένουμε από ηγεσίες (ιδίως σαν του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ) να διαφοροποιηθούν πραγματικά έστω σ’ αυτό το πεδίο. Υπάρχουν ωστόσο σοβαρές δυνατότητες προερχόμενες κυρίως από την πίεση της πραγματικότητας. Μια πίεση που ήδη ασκείται έντονα στον κόσμο που τις ακολουθεί και που μπορεί να έχει αποτελέσματα κατ’ αρχάς σε επιμέρους πεδία και στην πορεία να πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις.

Γ) Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΩΣ ΟΙΚΟΔΟΜΕΙΤΑΙ
Το πεδίο Αντίστασης-Διεκδίκησης και Πάλης είναι το κατεξοχήν πεδίο διαμόρφωσης όρων προοπτικής.
Κάποιοι έχουν έτοιμη την αυριανή αριστερή κυβέρνηση. Άλλοι έχουν έτοιμο το κόμμα. Το Μέτωπο. Το πρόγραμμα διακυβέρνησης. Την δυαδική εξουσία. Τόσο αυτοί όσο και άλλοι τα αντιμετωπίζουν όλα αυτά (και άλλα) ως να είναι ζητήματα αποφάσεων. Διακηρύξεων. Σχεδίων. Ευφυών προγραμματισμών και εύστοχων κινήσεων.
Στην πραγματικότητα επιμένουν να ζουν σ’ έναν «άλλο κόσμο». Δεν έχουν αντιληφθεί ή καλύτερα δεν θέλουν να αντιληφθούν ότι έχουμε περάσει (εδώ και καιρό) σε μια άλλη εποχή. Η μικροαστική συνείδηση δεν μπορεί να αποδεχτεί ότι οι σημερινές συνθήκες και συσχετισμοί δεν αφήνουν περιθώρια για αυταπάτες. Ότι αυτά που απαιτούνται είναι ακριβώς εκείνα που για χρόνια απέρριπτε και αφόριζε, που αποστρέφονταν και υπονόμευε. Ο προσανατολισμός στην ανάπτυξη της επαναστατικής ταξικής πάλης και στη βάση των όρων και των προδιαγραφών που μια τέτοια κατεύθυνση υπαγορεύει.
Όσο μας αφορά έχουμε πλήρη επίγνωση ότι η ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί είναι μια δύσκολη και μακρόχρονη υπόθεση. Ότι δεκαετίες υποχώρησης, ήττας και κυριαρχίας αστικών, ρεφορμιστικών αντιλήψεων και δυνάμεων έχουν διαφοροποιήσει-ανατρέψει βασικά δεδομένα και παραμέτρους της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας.
Έχουμε πολλές φορές αναφερθεί στις κυριότερες απ’ αυτές.
Την αποσυγκρότηση της εργατικής τάξης.
Την αποσύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος.
Την απογοήτευση των μαζών από την παλινόρθωση και την φθορά του σοσιαλιστικού οράματος.
Την διάλυση των μετώπων πάλης των λαϊκών μαζών.
Όλα αυτά που έχουν επιφέρει βαθιές μεταβολές -και με αρνητικό πρόσημο- στη σχέση των εργαζόμενων λαϊκών μαζών (και της κοινωνίας γενικότερα) με το συνολικό γίγνεσθαι. Με το πώς αντιλαμβάνονται και ενσωματώνουν τη σχέση-αντίθεσή τους με το σύστημα. Με την πολιτική. Με το κίνημα. Με την προοπτική της πάλης τους. Με τον «εαυτό τους».
Δεν χρειαζόμαστε καμία ωραιοποίηση της πραγματικότητας και κανενός είδους ενέσεις «αισιοδοξίας».
Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ακριβώς αυτή η ωραιοποίηση της πραγματικότητας που γεννά τις μεγάλες αυταπάτες είναι που οδηγεί και στις μεγαλύτερες απογοητεύσεις. Η δική μας αισιοδοξία στηρίζεται ακριβώς σ’ αυτό. Στην αναγνώριση της πραγματικότητας. Επειδή μόνο η επίγνωση των δυσκολιών και των προβλημάτων μπορεί να οδηγήσει στην πραγματική, ουσιαστική και αποτελεσματική αντιμετώπισή τους.
Πάνω απ’ όλα επειδή θεωρούμε ότι αυτή η αρνητική σήμερα πραγματικότητα είναι ακριβώς η ίδια που γεννά καθημερινά, ακατάπαυστα τα στοιχεία και τους όρους αμφισβήτησης, αναίρεσης και ανατροπής της.
Αυτά που γεννιούνται μέσα στις μικρές και μεγάλες αντιστάσεις που προβάλλουν οι λαϊκές μάζες στην επίθεση του συστήματος.
Αυτά που αναπτύσσονται μέσα στον αγώνα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους και της ζωής τους.
Αυτά που τροφοδοτούν και οξύνουν την αντίθεσή τους με τις δυνάμεις του συστήματος.
Αυτά που ενισχύουν τις τάσεις συνολικής άρνησης τους συστήματος.

Το «σχολείο» της πάλης
Ακριβώς στη βάση μιας τέτοιας αντίληψης θεωρούμε το πεδίο Αντίστασης-Διεκδίκησης και Πάλης σαν το κατεξοχήν πεδίο διαμόρφωσης όρων προοπτικής. Είναι σ’ αυτό που μπορούν να αναπτυχθούν, να μορφοποιηθούν, να αποκτήσουν πραγματική υπόσταση προχωρημένες προτάσεις, ολοκληρωμένα προγράμματα, προωθημένοι στόχοι και συνολικά η προοπτική του κινήματος.
Και για να είμαι πιο συγκεκριμένος. Όπως ήδη αναφέρθηκε είναι το πεδίο όπου αναπτύσσεται η συλλογικότητα, η οργανωτικότητα, η αντίληψη για την αναγκαιότητα και την αξία της πάλης απέναντι σε τάσεις αναζήτησης ατομικών «λύσεων» αδρανοποίησης και παραίτησης.
Όπου ο λαός αποκτάει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του απέναντι σε απόψεις «αναμονής λύσεων» από τα πάνω. Το πεδίο όπου οι λαϊκές μάζες αναγνωρίζουν με τον πιο χειροπιαστό τρόπο και σε συνθήκες σύγκρουσης τους εχθρούς και τους φίλους του, το πεδίο όξυνσης της αντίθεσης των λαϊκών μαζών με τις δυνάμεις του συστήματος και το σύστημα συνολικά.
Το πεδίο όπου η πολιτικοποίηση των εργαζόμενων λαϊκών μαζών και της πάλης τους αναπτύσσεται με ρυθμούς και σε κλίμακες πολλαπλάσιες από οποιαδήποτε άλλη μορφή. Είναι το «σχολείο» όπου η διαφώτιση και η προπαγάνδα γίνεται μέσα σε συνθήκες και με όρους πάλης, δηλαδή με τον μοναδικό τρόπο που μπορεί να αντισταθμίσει και να εξουδετερώσει την καταλυτική κυριαρχία του συστήματος σε μέσα «ενημέρωσης» και προπαγάνδας.
Ταυτόχρονα αποτελεί το πεδίο έμπρακτης-πραγματικής δοκιμασίας νέων απόψεων, προτάσεων και πολιτικών δυνάμεων.
Το πεδίο όπου οι μαχητικές ριζοσπαστικές και επαναστατικές τάσεις και απόψεις βρίσκουν το πιο πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξή τους, αυτό που δεν μπορούν να βρουν σε συνθήκες αδράνειας και τελμάτωσης.
Το πεδίο όπου αναδείχνονται, διαμορφώνονται και σφυρηλατούνται πρωτοπόροι αγωνιστές αλλά και οι όροι συγκρότησής τους σε πρωτοπόρο πολιτικό σώμα.
Γενικότερα το πεδίο μέσα στο οποίο και μέσω του οποίου συγκροτούνται τα μέτωπα πάλης των λαϊκών μαζών. Ακόμη περισσότερο το πεδίο ανάδειξης, «σύστασης» και συγκρότησης της γραμμής πάλης, της γραμμής αναμέτρησης. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που αυτή την κατεύθυνση την υπονομεύουν, την αντιπαλεύουν, την απορρίπτουν ανοιχτά ή καλυμμένα οι ρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές πολιτικές δυνάμεις.
Αλλά πριν αναφερθώ σ’ αυτό ας σταθώ σ’ ένα ζήτημα που συνδέεται με αυτή τους την στάση.
Αναφέρεται πολλές φορές σαν παράγοντας που επιδρά τη στάση ορισμένων δυνάμεων (απέναντι στην κοινή δράση κ.λπ.) η σεχταριστική τους αντίληψη και πολλές παραπλήσιες αιτίες. Χρειάζεται εδώ να αποσαφηνιστούν ορισμένα πράγματα.
Σαν σεχταρισμός εννοείται γενικά μια στενότητα αντίληψης κ.λπ. Εκείνο που χρειάζεται να είναι κατανοητό είναι ότι ένας τέτοιος σεχταρισμός είναι κατά κύριο λόγο η μορφή μέσα από την οποία εκφράζονται βαθύτερα και ουσιαστικότερα πολιτικά χαρακτηριστικά.
Η στενότητα αντίληψης σαν βασικό στοιχείο μιας τέτοιας σεχταριστικής στάσης μπορεί να χαρακτηρίζει κύρια μικρές οργανώσεις (σέχτες) που είναι κλεισμένες «στον εαυτό τους» με όλο τον «αμυντισμό» και την «καχυποψία» που κατά κανόνα τις διακατέχει.
Στην πραγματική ζωή μια τέτοια αντίληψη πραγμάτων δεν «αντέχει» και δεν μπορεί να επιβιώσει σε μια οργάνωση ή κόμμα που διευρύνεται, αναπτύσσεται, απευθύνεται και έρχεται σε επαφή με τον κόσμο και την κίνησή του. Αν παρόλα αυτά συνεχίζει να λειτουργεί «σεχταριστικά» σ’ αυτό ή σ’ εκείνο το πεδίο, αυτό πολύ λίγη σχέση έχει με την μορφή σεχταρισμού που προαναφέρθηκε.
Μια τέτοια στάση κατά κύριο λόγο οφείλεται σε πολιτικά και ιδεολογικά στοιχεία, σε επιλογές που συνδέονται με την πολιτική τους φυσιογνωμία και την πολιτική τους γραμμή.

«Επιθετικές» διαφυγές
Αν λοιπόν αυτές οι δυνάμεις κινούνται με έναν ορισμένο τρόπο, αυτό συνδέεται με το κατά πόσο έχουν «εμπιστοσύνη» στις ίδιες τους τις απόψεις.
Επειδή γνωρίζουν πόση πραγματική υπόσταση έχουν οι αριστερές ριζοσπαστικές ή και κομμουνιστικές επαναστατικές τους κορώνες και δεν θέλουν να τις υποβάλλουν σε μια τέτοια δοκιμασία. Και δεν το θέλουν επειδή μια τέτοια δοκιμασία θα έχει σοβαρές συνέπειες για την πολιτική τους γραμμή, τη θέση και τον ρόλο τους.
Μια βασική συνέπεια συνδέεται με το ότι μέσα από την κατεύθυνση της Αντίστασης συγκροτείται όπως προαναφέρθηκε μια γραμμή αναμέτρησης και πραγματικής σύγκρουσης με τις δυνάμεις του συστήματος.
Κάτι τέτοιο ωστόσο τους βγάζει έξω από τις πολιτικές τους κατευθύνσεις. Των αριστερών κυβερνήσεων του αναχωρητισμού και της περιχαράκωσης στο όνομα της μελλοντικής «λαϊκής εξουσίας», των μεταβατικών προγραμμάτων και των «δυαδικών εξουσιών». Το να στηρίζουν συνεπώς μια τέτοια κατεύθυνση είτε θα οδηγούσε σε μια τροχιά σύγκρουσης με τις δυνάμεις του συστήματος, είτε θα αποκάλυπτε με τον πιο συγκεκριμένο τρόπο τις πραγματικές τους πολιτικές θέσεις και κατευθύνσεις. Τόσο η μια όσο και η άλλη εκδοχή βρίσκεται έξω και ενάντια στην πολιτική και τις επιθυμίες τους γι’ αυτό και φροντίζουν με κάθε τρόπο να μη βρεθούν μπροστά σ’ ένα τέτοιο δίλημμα (τόσο «επιθετικά»!).

ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΜΕ
Στην προσπάθεια υλοποίησης της κατεύθυνσής μας έχουμε αντιμετωπίζει ορισμένα προβλήματα. Προβλήματα που συνδέονται κατ’ αρχάς με το μέγεθος της οργάνωσής μας που είναι με μια έννοια αναντίστοιχο με το μέγεθος των στόχων που θέτουμε -και καλά κάνουμε- και θέλουμε να υλοποιήσουμε. Προβλήματα που συνδέονται με το ότι με βάση την λογική μας -της παρέμβασης- βρεθήκαμε μπροστά σε πολλά «νέα» -για εμάς- πεδία. Κάτι τέτοιο αναδείκνυε ένα άλλο πρόβλημά μας. Το γεγονός ότι αντικειμενικά (με βάση το μέγεθός μας) ο βαθμός εξειδίκευσης της πολιτικής μας γραμμής δεν κάλυπτε πάντα με ικανοποιητικό τρόπο τις απαιτήσεις των νέων ζητημάτων που αντιμετωπίζαμε.
Προβλήματα που συνδέονται με τη στάση των άλλων δυνάμεων της Αριστεράς που για τους λόγους που αναφέρθηκαν βάζουν εμπόδια στην προώθηση μιας τέτοιας κατεύθυνσης. Θα μπορούσαμε ακόμη να συνυπολογίσουμε και τα προβλήματα που θέτει το πώς αντιλαμβάνονται την προώθηση μιας τέτοιας κατεύθυνσης και δυνάμεις με τις οποίες συνεργαζόμαστε, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.
Τέλος προβλήματα που συνδέονται με την «ατολμία» που εκδηλώνεται από τη μεριά μας σε ορισμένες περιπτώσεις να προωθήσουμε αποφασιστικά την κατεύθυνσή μας με βάση τις δυσκολίες και τα προβλήματα που προαναφέρθηκαν ή ακόμη με βάση το ότι δεν έχουμε πάντα άμεσα και χειροπιαστά αποτελέσματα.

Σε σχέση με όλα αυτά.
Όσον αφορά κατ’ αρχάς το μέγεθός μας. Αυτό είναι ένα κατ’ αρχάς αντικειμενικό πρόβλημα που δεν θα λυθεί από την μια στιγμή στην άλλη. Χρειάζεται ωστόσο να κατανοήσουμε τα εξής.
Είναι γεγονός ότι ο καθοριστικός παράγοντας είναι η «ποιότητα» μιας πολιτικής γραμμής σε συνδυασμό με την συγκεκριμένη και αποφασιστική προώθησή της. Αυτό είναι που ανοίγει τον δρόμο τόσο για πολιτικά όσο και οργανωτικά αποτελέσματα. Αυτό ωστόσο καθόλου δεν σημαίνει ότι τα οργανωτικά αποτελέσματα θα έρθουν από μόνα τους αν δεν γίνουν συγκεκριμένες προσπάθειες και σ’ αυτή την κατεύθυνση. Αυτή είναι η μια πλευρά της δουλειάς μας που δεν την έχουμε αντιμετωπίσει μέχρι τα σήμερα με τον καλύτερο τρόπο. Η σχέση είναι διαλεκτική. Όσο καλύτερα προωθείται η πολιτική μας γραμμή τόσο και θα δημιουργούνται ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για την οργανωτική μας ενίσχυση. Όσο ενισχυόμαστε οργανωτικά τόσο και θα μπορεί να προωθείται ευρύτερα και αποτελεσματικότερα η πολιτική μας γραμμή.
Σε σχέση με τα «νέα» προβλήματα που αντιμετωπίζουμε καθώς διευρύνουμε τα πεδία παρέμβασής μας, τις δυσκολίες ή και τα λάθη (ή «λάθη») που μπορεί να κάνουμε. Σε σχέση μ’ αυτό το μεγαλύτερο «λάθος» που μπορούμε να κάνουμε θα ‘ναι να «φοβηθούμε» τα λάθη μας. Λάθη έχουμε κάνει σ’ όλη μας την πορεία και θα συνεχίσουμε να κάνουμε. Ο μόνος τρόπος να μην κάνουμε λάθη θα ‘ναι να κάνουμε το μεγαλύτερο «λάθος». Το να κάτσουμε δηλαδή «στην άκρη μας» και να μην αντιμετωπίσουμε τα ζητήματα που μπαίνουν.
Ας έχουμε κατά νουν ότι σαν οργάνωση έχουμε μια αρκετά στέρεη ιδεολογική και πολιτική συγκρότηση. Αυτό δεν είναι κάτι που σε απαλλάσσει από τον κίνδυνο να κάνεις λάθη αλλά ένας παράγοντας που σε βοηθάει να τα βλέπεις και να τα διορθώνεις. Έτσι κινούνται τα πράγματα και έτσι κατά βάσιν θεωρώ πως κινούμαστε και εμείς.
Μπορεί μερικές φορές αρχικά να αντιμετωπίζουμε με σχετική «αμηχανία» κάποιο νέο ζήτημα, να το «ψηλαφούμε», να διερευνούμε αυτήν ή εκείνη την απάντηση αλλά τελικά κατά κανόνα προχωράμε. Μάλιστα τις περισσότερες φορές και επειδή έχουμε τη συγκρότηση που προαναφέρθηκε «βρίσκουμε» την απάντηση που εκφράζει την σωστή σύνδεση της γενικής μας γραμμής με το ζήτημα που μας τίθεται. Οι θέσεις και κατευθύνσεις που διαμορφώνουμε στο εργατικό, το εκπαιδευτικό και μια σειρά άλλα πεδία δείχνουν και τις δυνατότητές μας αλλά και το πώς και το προς τα πού να κινηθούμε. Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να διαμορφώνουμε ένα «σώμα» απόψεων και θέσεων πιο εξειδικευμένων που θα καλύπτει ένα όλο και ευρύτερο φάσμα ζητημάτων. Ένα σώμα απόψεων που όχι μόνο θα μας βοηθάει να κάνουμε καλύτερα τη δουλειά μας αλλά και θα αποτελεί την βάση, το «υλικό» για την ακόμα μεγαλύτερη διεύρυνσή του.
Σε σχέση με το ζήτημα των συσχετισμών και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε με βάση και τη στάση των άλλων δυνάμεων όσο αφορά την προώθηση της Κοινής Δράσης, της Αντίστασης κ.λπ.
Το πρώτο που οφείλουμε να έχουμε καθαρό εδώ είναι ότι αυτή την κατεύθυνση δεν την επιλέξαμε με βάση τη στάση της οποιασδήποτε άλλης δύναμης αλλά με βάση τις εκτιμήσεις μας.
Πιο συγκεκριμένα και όπως ήδη αναφέρθηκε στις προηγούμενες σελίδες, με βάση το ποια ζητήματα θέτει η σημερινή κατάσταση και πώς οφείλουμε να τα αντιμετωπίσουμε. Ταυτόχρονα καθοριστική σημασία έχει το ότι το πεδίο της αντίστασης είναι το πεδίο σύνδεσής μας με τον κόσμο. Τα προβλήματα, τις ανάγκες, την κίνησή του, τους αγώνες του. Την σύνδεση αυτή την έχουμε ανάγκη ανεξάρτητα από το ποια τακτική κατεύθυνση θα επιλέγαμε και φυσικά ανεξάρτητα από το τι κάνουν οι άλλες δυνάμεις. Είναι το πεδίο όπου οι απόψεις μας αποκτούν υπόσταση, από το οποίο αντλούμε δυνάμεις και το «οξυγόνο» της κίνησής μας.

Είναι ζήτημα πάλης
Το δεύτερο που οφείλουμε να κατανοούμε είναι πως πρόκειται για ζήτημα πάλης. Και αυτό είναι μια πραγματικότητα που ισχύει ανεξάρτητα από τη στάση των άλλων δυνάμεων. Καμιά γραμμή, καμιά κατεύθυνση, και ιδιαίτερα κομμουνιστική κατεύθυνση, δεν μπορεί να υλοποιηθεί ποτέ και πουθενά αν δεν παλευτεί συγκροτημένα, επίμονα, και αποφασιστικά. Πολύ περισσότερο που για τους λόγους που αναφέρθηκαν αντιμετωπίζει την εχθρότητα και των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά.
Το τρίτο αφορά την εμπιστοσύνη που έχουμε στην άποψή μας και οφείλουμε να την αξιοποιούμε. Αυτή είναι μια θεμελιώδης συνάρτηση του όλου ζητήματος. Η άποψή μας πατάει στην πραγματικότητα που υπάρχει και ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της. Είναι βέβαιο ότι αυτή η πραγματικότητα όλο και περισσότερο, όλο και πιο έντονα θα θέτει αυτές τις απαιτήσεις. Αυτή είναι μια εξέλιξη που επίσης όλο και περισσότερο θα πιέζει τους πάντες και θα τους υποχρεώνει είτε να την αντιμετωπίσουν είτε να αποκαλυφθούν.
Ακόμη περισσότερο, αυτό που θα πρέπει να έχουμε κατά νουν είναι ότι το πεδίο της Αντίστασης-Διεκδίκησης και Πάλης αποτελεί το ευνοϊκό πεδίο τόσο για την ανάδειξη της σωστής κατεύθυνσης και την ανάπτυξη του κινήματος όσο και για το δυνάμωμα της οργάνωσής μας. Και για να το δούμε λίγο πιο συγκεκριμένα.
Ας πάρουμε κατ’ αρχάς σαν παράδειγμα τις συνθήκες που διαμορφώνονται σε μια προεκλογική περίοδο. Σε μια τέτοια περίπτωση σαφώς και έχει μεγαλύτερη πέραση ο πολιτικός λόγος και η «πρόταση» των αστικορεφορμιστικών δυνάμεων. Όχι μόνο λόγω αντικειμενικών συσχετισμών και όρων αλλά και επειδή -υποτίθεται- προσφέρουν μια άμεση απάντηση και διέξοδο. Γνωστά τα εκβιαστικά διλήμματα απ’ όλες τις πλευρές, οι κραυγές για την «χαμένη ψήφο» κ.ά. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που ο ΣΥΡΙΖΑ απ’ την ώρα που «πήρε κεφάλι» στον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς «κουρεύει» ψήφους από το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και όλους.
Αντίθετα στο πεδίο της Αντίστασης, της καθημερινής πάλης, τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά. Βεβαίως και σ’ αυτό το πεδίο έχουν τον ρόλο τους οι συσχετισμοί και τα μέσα που διαθέτουν οι αστικορεφορμιστικές δυνάμεις. Ωστόσο σημαντικό έως καθοριστικό πολλές φορές ρόλο εδώ, έχει η σχέση της κάθε πολιτικής πρότασης με το πρόβλημα που τίθεται προς αντιμετώπιση, της απάντησης που δίνει πολιτικά και πρακτικά. Αυτός είναι ένας ισχυρός ευνοϊκός παράγοντας για την προώθηση της άποψης και της λογικής μας.
Όλα αυτά αποτελούν τους παράγοντες με βάση τους οποίους η οργάνωσή μας είναι η μόνη που «δεν φοβάται» την Κοινή Δράση. Αυτό συνδέεται κατ’ αρχάς με το πώς βλέπουμε να απαντιούνται τα προβλήματα που έχουν τεθεί για τον λαό και το κίνημα. Ταυτόχρονα καθοριστικό ρόλο έχει η εμπιστοσύνη που έχουμε στην άποψή μας, στην αξία και αποτελεσματικότητα της πάλης αλλά και στις λαϊκές μάζες.
Άλλωστε η πείρα μας έχει δείξει ορισμένα πράγματα. Σε όσες περιπτώσεις μπορούσαμε να έχουμε συγκεκριμένη παρουσία και παρέμβαση, όπου δηλαδή υπήρχαν στελέχη ή μέλη της οργάνωσής που είχαν αφομοιωμένη την άποψή μας και την προωθούσαν αποφασιστικά είχαμε και συγκεκριμένα αποτελέσματα. Η άποψή μας είχε απήχηση, φαινόταν η υπεροχή της, στριμώχνονταν ρεφορμιστές και οπορτουνιστές ανεξάρτητα από το αν στη βάση των γενικότερων συσχετισμών δεν μπορούσαμε να επιφέρουμε ουσιαστικότερες ανατροπές.
Αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος που αυτές οι δυνάμεις αποφεύγουν, «φοβούνται» την Κοινή Δράση, που σκαρφίζονται και προβάλλουν κάθε είδους προσχήματα για να την αποφύγουν ή ακόμη να την υπονομεύσουν, να την ματαιώσουν. Όλα αυτά μας λεν ένα πράγμα. Ότι όσο περισσότερο επιμένουμε αποφασιστικά, τολμηρά και σε διάρκεια, τόσο και θα έχουμε πιο συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Μια ιδιαίτερη διάσταση
Τέλος θα ήθελα να θέσω εδώ ένα ζήτημα που έχει άμεση σχέση με το προηγούμενο θέμα αλλά ταυτόχρονα έχει και μια ευρύτερη διάσταση.
Εδώ και χρόνια και πολύ περισσότερο στις μέρες μας, η σχέση ανάμεσα στις πολιτικές ηγεσίες, τα κόμματα, τα προγράμματα και τις προτάσεις τους από τη μια και τη βάση τους από την άλλη βρίσκεται σε κρίση. Αυτό δεν σχετίζεται μόνο με την ανεπάρκεια αυτών των ηγεσιών και των προγραμμάτων τους αλλά κυρίως σε γενικότερους όρους και εξελίξεις.
Οι ανατροπές που συντελούνται εδώ και δεκαετίες σε όλα τα πεδία έχουν διαμορφώσει όρους κρίσης συνολικά για το σύστημα. Μια κρίση που εκφράζεται και στις πολιτικές δυνάμεις, τα συστήματα πολιτικής εκπροσώπησης και λειτουργίας σε παγκόσμια κλίμακα. Όπως εδώ και μερικά χρόνια έχουμε αναφέρει καμία πολιτική δύναμη, κανένα κόμμα δεν μπορεί να παραμείνει το «ίδιο» στις νέες συνθήκες, δεν θα μπορεί να λειτουργήσει με τους τρόπους που γνώριζε.
Ταυτόχρονα και όσον αφορά ειδικότερα την Αριστερά, ιδιαίτερη επίδραση στις διαμορφώσεις και στα πλαίσιά της έχουν -πέρα από τα προηγούμενα- οι επιπτώσεις και συνέπειες της ήττας. Δεν θα ‘θελα να επεκταθώ άλλο σ’ αυτό το θέμα, γι’ αυτό και θα περιοριστώ σε ορισμένες επισημάνσεις.
α)Οι διεργασίες αναδιαμορφώσεις, μορφοποιήσεις κ.λπ. που συντελούνται μέλλεται να συνεχιστούν για καιρό.
β)Οι διεργασίες που συντελούνται στα πλαίσια της Αριστεράς -που αυτή μας απασχολεί εδώ- δεν μπορούν και δεν πρόκειται να δώσουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Δεν είναι ζήτημα επαφών, διαβουλεύσεων και συνεννοήσεων αλλά βαθύτερο και ουσιαστικότερο.
γ)Σε όλους τους σχηματισμούς της ευρύτερης Αριστεράς υπάρχει κόσμος με αριστερές, μαχητικές διαθέσεις. Ένας κόσμος που -το λιγότερο- δυσφορεί, που δεν βολεύεται με την πολιτική γραμμή που του υπαγορεύουν και στη βάση της οποίας τον υποχρεώνουν να κινείται ή καλύτερα να αδρανοποιείται.
δ)Ένας βασικός λόγος που αυτός ο κόσμος παραμένει σ’ αυτή την τροχιά δεν είναι τόσο ο «κομματικός πατριωτισμός» (που έχει ήδη φθαρεί) αλλά το ότι δεν υπάρχει ακόμη μια εναλλακτική πρόταση που να τον πείθει πως όχι μόνο είναι σωστή αλλά και πως είναι ισχυρή και αποτελεσματική.

Σε σχέση με όλα αυτά.
Πρώτον και όπως ήδη αναφέρθηκε, η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί από τις υπάρχουσες δυνάμεις της Αριστεράς. Οι δυνάμεις αυτές ούτε θέλουν, ούτε και μπορούν να ξεπεράσουν τον «εαυτό τους». Με βάση συνεπώς τους υπάρχοντες ιδεολογικούς, πολιτικούς και κινηματικούς όρους, οι όποιες διεργασίες το μόνο που μπορούν να δώσουν είναι μια ανακύκλωση -πιθανά με νέες μορφές- τα ίδια πολιτικά αποτελέσματα. Το ζητούμενο δεν είναι θέμα «εσωτερικών» διεργασιών αλλά πάνω απ’ όλα σχέσης με το κίνημα, με την ταξική πάλη.
Σ’ αυτό το πεδίο μπορούν να συντελεστούν εκείνες οι αναδιαμορφώσεις, να «παραχθούν» εκείνα τα συστατικά στοιχεία της απάντησης που απαιτείται. Όσο μας αφορά σ’ αυτό το πεδίο και μέσα απ’ αυτή τη σχέση αναζητούμε τις απαντήσεις και αυτό είναι που κατά κύριο λόγο ορίζει τον δικό μας τρόπο «συμμετοχής» σ’ αυτές τις διεργασίες.
Δεύτερο. Αποτελεί οπωσδήποτε καθοριστικής σημασίας ζήτημα η συνεχής, επίμονη και ουσιαστική ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση σ’ αυτές τις δυνάμεις. Έτσι ή αλλιώς η αντιμετώπιση αυτής της αναγκαιότητας έχει μια ευρύτερη πολιτική σημασία.
Απ’ εκεί και πέρα ο στόχος μας δεν είναι βέβαια να «μεταπείσουμε» τις ηγεσίες αυτών των δυνάμεων (δεν έχουμε τέτοιες αυταπάτες), αλλά η όποια επίδραση μπορούμε να ασκήσουμε στον κόσμο που τις ακολουθεί. Να συντελέσουμε στο να παίρνουν όλο και πιο συγκεκριμένη πολιτική μορφή η δυσφορία αυτού του κόσμου, οι διαφωνίες του με την πολιτική γραμμή που του υπαγορεύουν.
Ταυτόχρονα θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη και ανάλογα να ιεραρχούμε τις κινήσεις μας, το ότι η πιο ισχυρή και αποτελεσματική επίδραση σ’ αυτό τον κόσμο είναι αυτή που ασκείται στο πεδίο της πάλης. Όχι μόνο επειδή έτσι κι αλλιώς οι απόψεις μας, η κριτική μας δύσκολα φθάνει (όταν φθάνει) και πόσο διαστρεβλωμένη φθάνει σ’ αυτό τον κόσμο.
Ο κύριος λόγος βρίσκεται στο ότι στο πεδίο της πάλης, η επαφή, η επικοινωνία είναι πιο άμεση, πιο συγκεκριμένη και είναι πιο δύσκολο για αυτές τις ηγεσίες είτε να την «παρεμποδίσουν» είτε να διαστρεβλώσουν τις θέσεις μας.
Κλείνοντας. Σαν κομμουνιστική οργάνωση προσβλέπουμε στους μεγαλύτερους και ευρύτερους στόχους και προοπτικές. Έχουμε επίγνωση ωστόσο ότι σ’ αυτούς δεν φτάνεις ούτε με μαγικές συνταγές ή αερογέφυρα αλλά με επίμονο, συνεχή, καθημερινό αγώνα.
Λύσεις ευκολίας υπάρχουν μόνο σε βάση και λογική συνδιαλλαγής με το σύστημα και μόνο οπορτουνιστές μπορούν να προσβλέπουν σε τέτοιες.
Έχουμε επίγνωση ότι δεν μπορείς να φτάσεις αύριο, αν δεν περάσεις από το σήμερα. Άλλο τόσο γνωρίζουμε ότι δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις αισιόδοξα και αποτελεσματικά το σήμερα αν δεν προσβλέπεις στο αύριο. Έτσι μαχόμενοι βαδίζουμε.

Β.Σ.

Αναζήτηση

Κατηγορίες