Εισαγωγή
Δεν είναι λίγες οι φορές που, ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες, υποχρεωθήκαμε να αναφερθούμε στην Τοπική λεγόμενη Αυτοδιοίκηση. Το ερέθισμα, τις περισσότερες φορές, μας το έδωσαν οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις των κατοίκων σε διάφορες περιοχές, κυρίως του λεκανοπεδίου Αττικής. Οι αγώνες αυτοί έθεταν και ξαναέθεταν, μεταξύ άλλων, τις σχέσεις των αγωνιζόμενων με δημάρχους, νομάρχες, δημοτικά και νομαρχιακά συμβούλια. Εθεταν και ξαναέθεταν επί τάπητος το ρόλο και το χαρακτήρα του όλου θεσμού στις διάφορες βαθμίδες του.
Το τελευταίο διάστημα, την αφορμή για να έρθει το όλο ζήτημα στην επικαιρότητα έδωσε η κυβέρνηση, με την πρωτοβουλία της να θεσπίσει νομικά έναν διαφοροποιημένο, σε σχέση με παλιά, τρόπο εκλογής δημάρχων.
Τρόπο που εκτίμησε ότι την εξυπηρετεί και ήρθε ως απάντηση στην κινητικότητα που από πολύ νωρίς θέλησε να προκαλέσει η αξιωματική λεγόμενη αντιπολίτευση, εν όψει των δημοτικών εκλογών το Φθινόπωρο του 2006. Κινητικότητα στην οποία συνέβαλαν και οι δύο κυρίαρχες πτέρυγες της λεγόμενης επίσημης Αριστεράς.
Από την πλευρά μας, δεν είχαμε λόγο, ένα- ενάμισι χρόνο πριν τις εκλογές να παρασυρθούμε από την εκλογική πρεμούρα που έχει πιάσει -για τους δικούς τους λόγους- τα δύο αστικά κόμματα και τα δύο μεγάλα λεγόμενα κόμματα που αναφέρονται στην Αριστερά.
Αλλωστε, η φυσιογνωμία που έχουμε κατακτήσει, μας οδηγεί να βάζουμε τις προτεραιότητές μας, πρώτα και κύρια με βάση τις ανάγκες και τα συμφέροντα εκείνων (και είναι πάρα πολλοί) που στενάζουν κάτω από το βάρος της αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Εχουμε μάθει να εξετάζουμε τα πράγματα από τη σκοπιά των καταπιεσμένων, αυτών που βιώνουν στο πετσί τους τη ραγδαία επιδείνωση των συνθηκών ζωής στις πόλεις και στην ύπαιθρο που έχει προκαλέσει η άγρια επίθεση του κεφαλαίου και η δήθεν ανάπτυξη που έχει επιβάλλει.
Αν, λοιπόν, θέλουμε να διατυπώσουμε την εκτίμηση για τον όλο θεσμό με έναν γενικό τρόπο, χωρίς να μπαίνουμε σε ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες, είναι γιατί το απαιτούν οι αγώνες που ξεκίνησαν και βρίσκονται σε εξέλιξη.
Αγώνες που βοήθησαν να συσσωρευτεί εμπειρία σε κομμάτια του λαού που βρέθηκαν στο προσκήνιο.

Ποιών τα συμφέροντα εξυπηρετεί η σημερινή λεγόμενη Αυτοδιοίκηση;
Για να μη χάνουμε το δάσος και βλέπουμε μόνο το δέντρο, θεωρούμε ότι είναι αφετηριακό το ερώτημα που θέτουμε και καθοριστική η απάντηση που δίνεται σε σχέση με τη στάση του καθένα απέναντι στο θεσμό.
Χωρίς, λοιπόν, να θέλουμε να απλοποιήσουμε τα πράγματα, ούτε βέβαια να τα ισοπεδώσουμε, θεωρούμε ότι στο πλαίσιο μιας ταξικής κοινωνίας, όπου οι ανισότητες βαθαίνουν και η άνιση κατανομή του πλούτου επεκτείνεται ως εκφράσεις της άγριας επίθεσης του κεφαλαίου, μόνο αφελείς ή καλυμμένοι υπηρέτες της πλουτοκρατίας μπορούν αν ισχυρίζονται ότι θεσμοί σαν αυτόν μπορεί να είναι «ουδέτεροι» και «υπερταξικοί».
Το σημερινό κατεστημένο, προκειμένου να εξωραΐσει τη «δημοκρατία» του και να στηρίξει το κοινωνικό σύστημα που το αναπαράγει και το ταΐζει πλουσιοπάροχα, δε διστάζει να διαστρέψει την πραγματικότητα και αυθαίρετα να ισχυρίζεται ότι η τοπική αυτοδιοίκηση (μαζί με τα υπόλοιπα «βάθρα της δημοκρατίας», κοινοβούλιο κ.λπ.) υπάρχει για να εξυπηρετεί τον πολίτη. Οτι είναι άμεση, προσιτή και ελεγχόμενη από το λαό και μπορεί να καταφεύγει σε αυτήν για να διαφυλάσσει τα συμφέροντά του και να υπερασπίζει τα δίκια του.
Εμείς από την πλευρά μας, με την εμπειρία που έχει συσσωρευτεί στην μακριά διαδρομή των δεκαετιών, έχουμε μια τελείως διαφορετική προσέγγιση για το θεσμό που αναφερόμαστε.
Ο θεσμός αυτός, όπως έχει προκύψει μέσα από μια ολόκληρη πορεία, όπως έχει σήμερα αποκρυσταλλωθεί μετά την εικοσαετία ΠΑΣΟΚ, το νόμο Καποδίστρια, τους διάφορους βαθμούς που έχουν διαμορφωθεί στο πλαίσιό του, τόσο στις σχέσεις του με την κεντρική εξουσία, όσο και με το λαό, λειτουργεί στην υπηρεσία του σημερινού συστήματος.
Πρόκειται για έναν θεσμό που μπορεί να ξεκίνησε λαογέννητος και σαφώς ανταγωνιστικός απέναντι στους κρατούντες, αλλά το σύστημα κατόρθωσε, ιδιαίτερα στα χρόνια μετά την πτώση της χούντας και πιο έντονα στην εικοσαετία ΠΑΣΟΚ, να τον μεταλλάξει σε έναν ιδιότυπο μηχανισμό που παρεμβλήθηκε ανάμεσα στην κεντρική πολιτική εξουσία και το λαό.
Εχει σίγουρα ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε πιο αναλυτικά το ιστορικό αυτής της μετάλλαξης, τα στάδια και τις φάσεις της, ιδιαίτερα μεταπολιτευτικά. Οπως έχουν σημασία οι σοβαρές ευθύνες που επωμίσθηκε η εκφυλισμένη Αριστερά που, με την όλη πρακτική και λογική της, στάθηκε ουσιαστικά αρωγός στην προσπάθεια του συστήματος να βάλει υπό τον ασφυκτικό του έλεγχο και την τοπική αυτοδιοίκηση.
Λόγοι, όμως, οικονομίας του κειμένου δε μας το επιτρέπουν και επιφυλασσόμαστε με μια άλλη ευκαιρία που σίγουρα θα μας δοθεί στο άμεσο μέλλον.
Το σύστημα, λοιπόν, αν και πέρασε από φάσεις που έφτασε μέχρι και στην ουσιαστική κατάργηση του θεσμού, κατόρθωσε να του βρει χώρο και περιεχόμενο. Να του δώσει αρμοδιότητες και ρόλο, διασφαλίζοντάς του τους απαραίτητους πόρους. Και όλα αυτά, βέβαια, με μια βασική προϋπόθεση: Να πάψει αυτό το πλέγμα σχέσεων και μορφών να αποτελεί όργανο πάλης, διεκδίκησης και πίεσης προς την εξουσία στην υπηρεσία του λαού.
Το ντόπιο πλουτοκρατικό κατεστημένο διαμόρφωσε ένα πλαίσιο με πολλαπλά οφέλη γι’ αυτό:
-Εστησε ένα ακόμα ανάχωμα, έναν ακόμα κυματοθραύστη, ένα αμορτισέρ για να αποσβένει τους κραδασμούς από πιθανές κοινωνικές εκρήξεις και εντάσεις.
-Πρόσθεσε και άλλες γραφειοκρατικές συμπληγάδες ανάμεσα στο ίδιο και τους καταπιεσμένους, προκειμένου πιο ανενόχλητο να απολαμβάνει τα προϊόντα της κλοπής του ιδρώτα και του αίματος της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων.
-Διαμόρφωσε έναν χώρο υποδοχής και εκτόνωσης μιας Αριστεράς που ήδη είχε πάρει τον κατήφορο και απλώς κραύγαζε για θέσεις και οφίτσια, δημιουργώντας τους όρους ώστε να την ξεπετάξει και μέσα από κει όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου.
-Βρήκε τρόπους και μορφές να αναθέσει στους δήμους δευτερεύουσες αντιπαραγωγικές λειτουργίες «λάντζας» και «περιποίησης» των πόλεων. Μέσα από αυτούς μπάλωνε περιστασιακά την ανεργία, εμπέδωνε πελατειακές σχέσεις, βούλωνε, προσωρινά, στόματα, διαπαιδαγωγούσε κόσμο στο να δέχεται ψίχουλα και να αρκείται στα λίγα.
-Επειδή όλο αυτό το πλέγμα, όσο γιγαντώνονταν και γινόταν οργανικό κομμάτι της «δημοκρατίας», παρουσίαζε όλο και πιο αυξημένο κόστος, το κατεστημένο, έχοντας απαλλαγεί από άλλες ενοχλήσεις, θρασύτατα μετέτρεψε τους δήμους σε φορομπήχτες ολκής. Ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα.
-Ιδιαίτερα επί ΠΑΣΟΚ, που για μια ολόκληρη περίοδο στράφηκε και στην τοπική αυτοδιοίκηση προκειμένου να εδραιώσει την κυριαρχία του, το όλο πλέγμα και «μπόι πήρε και πάχυνε», έγινε ακόμα πιο υδροκέφαλο. Φορτώθηκε και με άλλες βαθμίδες για να απομακρυνθεί ακόμα περισσότερο από το λαό. Οι «καρέκλες» του πλήθυναν. Εκτός από τους νομάρχες, μας προέκυψαν και οι περιφερειάρχες. Φυσικά, ούτε λόγος για «διαφάνεια» και «αυστηρό έλεγχο» της κυκλοφορίας του χρήματος.
Πληροφορήθηκε, λοιπόν, ο λαός, ότι η τοπική αυτοδιοίκηση, είναι ελλειμματική. Ο κρατικός προϋπολογισμός δεν έφτανε. Τα έσοδα της φορομπηξίας «χάνονταν».
Την ίδια εποχή, εντελώς «τυχαία», εμφανίστηκαν τα διάφορα πακέτα, άσχετο αν και αυτά ήταν μέρος από τα κλεμμένα του ελληνικού λαού. Εντελώς τυχαία επίσης, εκείνη την εποχή οι αστικές κυβερνήσεις ανακαλύπτουν ότι έχουν «αναπτυξιακό» όραμα. Την περίφημη «σύγχρονη Ελλάδα».
Εν μια νυκτί που λένε, στήνεται ένα ολόκληρο πλέγμα καινούριων νόμων, διαταγμάτων και αποφάσεων. Στήνονται «δημοτικές» επιχειρήσεις. Οι δήμοι για να διευρύνουν τους πόρους τους, ώστε δήθεν να ανταποκριθούν στο «κοινωνικό» τους έργο, σπρώχνονται να μπουν κι αυτοί στο πνεύμα της εποχής. Μπίζνες λοιπόν! Οι δήμοι και οι υπηρεσίες τους άλλοτε γίνονται παραρτήματα των κατασκευαστικών. Αλλοτε συμπληρώματα και προεκτάσεις των διαφόρων οργανισμών ΔΕΗ, ΟΣΕ, ΕΥΔΑΠ κ.λπ. Σε αρκετές περιπτώσεις γίνονται και τα δύο. Στο όνομα πάντα της «αναβάθμισης» της περιοχής. Χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Μια σειρά αιρετοί και εκλεγμένοι μας προκύπτουν στελέχη οργανισμών και επιχειρήσεων. Προκειμένου να αποκτήσουν την αίσθηση του «επιχειρείν» και του μάνατζμεντ. Εντελώς «τυχαία» οι οργανισμοί και οι επιχειρήσεις αυτές, βρίσκονται σε αντιπαράθεση με κατοίκους. Εντελώς «τυχαία» πάλι μια σειρά δήμοι ξεκινάνε «ανένδοτους» διεκδικώντας εκτάσεις γης, δήθεν για να «αποδοθούν» στο λαό. Στην πραγματικότητα για να προσφέρονται στην ιδιωτική λεγόμενη πρωτοβουλία, στην ανεξέλεγκτη οικονομική δραστηριότητα, στις κατασκευαστικές και σε πάσης φύσεως εταιρείες.
Τμήματα του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου στήνουν ένα ολάκερο μεγάλο φαγοπότι και οι δήμοι μετεξελίσσονται σε στηρίγματά τους.
Είναι η πιο πρόσφατη σχετικά περίοδος, όπου το όλο πλέγμα της τοπικής αυτοδιοίκησης γίνεται ουσιαστικά συνυπεύθυνο για την άθλια εικόνα που όλο και πιο έντονα παρουσιάζουν οι σύγχρονες πόλεις-εκτρώματα στη χώρα μας.
Το πλέγμα αυτό δεν είναι μόνο υπεύθυνο γιατί έκανε και κάνει τα στραβά μάτια στο έγκλημα. Αλλά και γιατί παρέχει συστηματικά δεύτερες ή και τρίτες βοήθειες στην όλη εξόρμηση του κεφαλαίου. Τα άλλοθι, εκτός της «αναβάθμισης» της περιοχής, είναι και ότι δήθεν με αυτήν την πολιτική αντιμετωπίζεται και το πρόβλημα της ανεργίας αφού οι διάφορες περιοχές της πόλης, γεμίζουν με σουπερμάρκετ, με τεράστια οικοδομικά συγκροτήματα που παρέχουν διασκέδαση και ψυχαγωγία. Και που υποτίθεται η νεολαία και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι που απασχολούνται σε αυτά με άθλιες συνθήκες και σχέσεις εργασίας, οφείλουν να «ευχαριστούν» τις επιχειρήσεις και τους δήμους που τους πρόσφεραν δουλειά. Και οι κάτοικοι οφείλουν μεγάλη «ευγνωμοσύνη» στους επιχειρηματίες που μετατρέπουν τις περιοχές αυτές σε χάος, όπου το τσιμέντο όλο και απλώνει, όπου οι δρόμοι και τα συγκοινωνιακά έργα όλο και πληθαίνουν, προκειμένου να υποδεχθούν τα συνεχώς αυξανόμενα Ι.Χ. και τη συγκέντρωση και άλλου πληθυσμού κατοίκων.

Mπορούν οι δήμοι και οι νομαρχίες να μπουν στην υπηρεσία του λαού;
Η όλη κατάσταση που περιγράψαμε, η οποία αποδεικνύει ότι όλος ο θεσμός όχι απλώς έχει απομακρυνθεί από τους κατοίκους και το λαό αλλά λειτουργεί συνολικά ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα, είναι όλο και πιο δύσκολο να κρυφτεί και να συγκαλυφτεί. Βέβαια, ο βαθμός αποκάλυψης του πραγματικού χαρακτήρα της τοπικής λεγόμενης αυτοδιοίκησης στα μάτια του κόσμου και η συνειδητοποίησή της από την πλευρά των λαϊκών μαζών εξαρτάται καθοριστικά από την πορεία, το επίπεδο, την ένταση και το περιεχόμενο των αγώνων και των αντιστάσεων στις πόλεις και την ύπαιθρο. Τα κυρίαρχα κόμματα, το κατεστημένο, αλλά και πλευρές που θέλουν να αναφέρονται στην Αριστερά, εκμεταλλευόμενες το γεγονός ότι το επίπεδο των αγώνων και των αντιστάσεων βρίσκεται αρκετά πιο κάτω από τις απαιτήσεις, συνεχίζουν τις προσπάθειες συγκάλυψης της πραγματικότητας και αποπροσανατολισμού, ώστε ο όλος θεσμός να συνεχίζει να έχει λειτουργικότητα ως ανάχωμα και ένα ακόμα εμπόδιο στην ανάπτυξη της λαϊκής πάλης, στην προώθηση της ανεξάρτητης λαϊκής οργάνωσης.
Πολλοί από αυτούς ποντάρουν στο γεγονός ότι ο λαός δεν έχει συνειδητοποιήσει τη δύναμή του, δεν έχει τη δική του οργάνωση ώστε να παίρνει την υπόθεση στα χέρια του και ουσιαστικά εκβιάζουν. «Αφού έχετε τόσα προβλήματα, σας προσφέρουμε τους δήμους σαν ένα αποκούμπι και πρέπει να το αξιοποιήσετε» είναι η μόνιμη επωδός. Και για να δείξουν ότι «βλέπουν» την πραγματικότητα αναγνωρίζουν μεγαλόκαρδα ότι οι δήμοι έχουν «προβλήματα» αλλά μπορούμε να τα «αλλάξουμε». «Αλλωστε –ισχυρίζονται- τι στο καλό έχουμε το όπλο της ψήφου», «όποιος δήμαρχος δε μας αρέσει θα τον καταψηφίσουμε». Πολλοί τέτοιοι καλοθελητές δεξιοί, κεντρώοι, «αριστεροί» αλλά και «ανεξάρτητοι» με κάθε ευκαιρία διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για εκτιμήσεις σας τις δικές μας. Τις θεωρούν απόλυτες, δογματικές, κακοπροαίρετες. Συστηματικά μας εγκαλούν, προφανώς απευθυνόμενοι στους κατοίκους, να μην είμαστε υπερβολικοί. Να δούμε επιτέλους (γιατί είμαστε στραβοί) τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που δίνει ο θεσμός. Μας καλούν επίσης να είμαστε επιεικείς με το επιχείρημα ότι οι δήμοι δεν έχουν πόρους και αρμοδιότητες, ότι η κεντρική πολιτική εξουσία έχει την ευθύνη, υπονοώντας, επίσης, ότι η «λύση» θα έρθει αν αλλάξει κυβέρνηση.
Τα περισσότερα επιχειρήματά τους απορρέουν από την εκτίμησή τους ότι ο όλος θεσμός δεν είναι ενιαίος και μονολιθικός, αλλά έχει αντιφάσεις, εμφανίζει ρήγματα, αναπαράγει αντιθέσεις που του επιτρέπουν να μη λειτουργεί πάντα στην υπηρεσία του συστήματος και μπορεί να γίνει πιο φιλικός για τον πολίτη, πιο συμβατός με τα λαϊκά συμφέροντα.
Ακόμα ακούγεται ο απόηχος από τις διάφορες θεωρίες περί «κόκκινων» δήμων ή των «δήμων που θα είναι μετερίζια του λαϊκού αγώνα», παρόλο που η ωμή πραγματικότητα ήρθε και τις σάρωσε, όπως σάρωσε και τόσες σκάρτες θεωρίες γενικότερα που εκπορεύονταν στο όνομα της Αριστεράς.
Για να μην κατηγορηθούμε, ωστόσο, ότι είμαστε άδικοι, θα αναγνωρίσουμε ότι ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης χαρακτηρίζεται από αντιθέσεις και αντιφάσεις. Προέχει, όμως, να δούμε ποια είναι η βάση των αντιθέσεων αυτών. Πριν φτάσουμε στο αν αυτές μπορούν να αξιοποιηθούν από το λαό. Πολύ πριν φτάσουμε στο αν αυτές οι αντιθέσεις και αντιφάσεις μπορούν να εγγυηθούν μια αντίστροφη πορεία της αυτοδιοίκησης από αυτή που είναι σήμερα, σε όργανο στην υπηρεσία του λαού κάτω από άλλους πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς.
Οι περισσότερες από αυτές τις αντιφάσεις έχουν να κάνουν με το ότι οι δήμοι ούτε είναι ούτε θα γίνουν ένα από τα κεντρικά και κατ’ εξοχήν όργανα προώθησης της αντιλαϊκής αστικής πολιτικής. Το σύστημα έχει άλλα κέντρα επεξεργασίας αυτής της πολιτικής και άλλους μηχανισμούς για να την προωθεί και να την υλοποιεί. Είναι, με βάση και το ιστορικό της προέλευσης και καταγωγής τους, ένας ας πούμε «ενδιάμεσος» θεσμός που, όπως είπαμε, έχει συμπληρωματικό και δευτερεύοντα ρόλο. Χαρακτηριστικό, που δεν έχει εξαφανίσει η όλη διαπλοκή του με το κεφάλαιο.
Από την άλλη μεριά, είναι ένας θεσμός που «νομιμοποιείται» με ψήφο και «δημοκρατικές διαδικασίες», ανεξάρτητα των ενστάσεων για τα εκλογικά συστήματα που τον συνοδεύουν.
Στις αντιφάσεις λοιπόν που έτσι κι αλλιώς αναπαράγει ο ενδιάμεσος ρόλος του και η καταγωγή του, έρχονται να προστεθούν και οι αντανακλάσεις μιας σειράς αντιφάσεων που διέπουν γενικότερα τα σύστημα. Εχουμε δει πολλές φορές φαινόμενα χοντρών καυγάδων δημάρχων με την κεντρική εξουσία, δημάρχων μεταξύ τους, δημάρχων με μερίδες δημοτικών συμβούλων, δημάρχων με κόμματα και ότι άλλο συνδυασμό θέλετε.
Εχουμε δει επίσης δημάρχους να σηκώνουν τις «παντιέρες» του ανένδοτου αγώνα και να είναι «πρόθυμοι να θυσιαστούν για το λαϊκό συμφέρον».
Στην κύρια πλευρά τους αυτές οι κόντρες και οι καυγάδες που συνοδεύουν μόνιμα τον θεσμό, είναι εκφράσεις τριών βασικών πραγμάτων:
-Του καυγά των κυρίαρχων αστικών κομμάτων για τη νομή της εξουσίας
-Των υπαρκτών και σοβαρών αντιθέσεων ανάμεσα σε μερίδες του κεφαλαίου για τα διάφορα φιλέτα
-Της δίψας και διάθεσης των κυρίαρχων μερίδων της χρεοκοπημένης αριστεράς να βρει διεξόδους και ερείσματα, έστω και στην περιφέρεια της εξουσίας, αφού ο δρόμος της συμμετοχής τους σε πιο κεντρικές μορφές διαχείρισης έχει κλείσει
Βάλτε επίσης στο λογαριασμό προσωπικές ή μικροκομματικές μικροφιλοδοξίες και έχετε μια καλή εικόνα του «κοκτέιλ».
Βεβαίως, υπάρχει και μια άλλη πλευρά που μας αφορά πιο άμεσα. Είναι γεγονός ότι όπου η πίεση της λαϊκής πάλης πάρει μονιμότερα χαρακτηριστικά, ο θεσμός δοκιμάζεται. Αλλωστε, ο ρόλος που επιφυλάσσει το σύστημα στο θεσμό είναι τέτοιος που να δέχεται «πρώτος» την πίεση και να καλείται να την εκτονώσει, να τη διαχειριστεί και –κυρίως- να τη διοχετεύσει σε ανώδυνες κατευθύνσεις π.χ. «να αλλάξει ο δήμαρχος».
Οπως είναι, λοιπόν, φυσικό, στην πορεία εκτόνωσης της πίεσης μπορούν να προκύψουν «ανορθογραφίες», «ιδιαιτερότητες», που δεν πρέπει όμως να μπερδεύουν και να αποπροσανατολίζουν.
Και κυρίως αυτές οι εξαιρέσεις δήμων και δημάρχων, που κατά περίσταση παρουσιάζονται να κοντράρουν την κεντρική εξουσία, με τίποτα δε δικαιολογούν τα διάφορα μεγαλεπήβολα σχέδια για «άλωση των δήμων που μέσα από τους νέους συσχετισμούς θα μπουν στην υπηρεσία του πολίτη, περικυκλώνοντας την κεντρική εξουσία».
Θεωρούμε, λοιπόν, την όλη συζήτηση για το πώς οι δήμοι θα τεθούν στην υπηρεσία του λαού, για το πώς θα αξιοποιηθούν, ακόμα και αν προκαλείται από δήθεν προοδευτική και ριζοσπαστική κατεύθυνση, ως άκρως αποπροσανατολιστική και σε πείσμα της πραγματικότητας. Οι κυρίαρχες πλευρές που αναπαράγουν συνέχεια μια τέτοια συζήτηση, κυρίως όταν ξεσπούν αγώνες και όταν πλησιάζουμε προς εκλογές, έχουν άλλες ανομολόγητες επιδιώξεις, ακόμα και όταν καταφέρνουν να συμπαρασύρουν αγωνιστές και προοδευτικούς ανθρώπους. Θέλουν να σύρουν το λαό στην ουρά των αστικών κομμάτων και τον χρησιμοποιήσουν προς όφελος του μεταξύ τους διαγκωνισμού.
Θέλουν τους κατοίκους άβουλους ψηφοφόρους, οι οποίοι αν θα «διαμαρτύρονται» θα το κάνουν κατόπιν παραγγελίας.
Θέλουν να αφαιρέσουν την πρωτοβουλία από το λαό, να καθυστερήσουν την πορεία οργάνωσής του.
Το βασικό ζήτημα που υπάρχει για τους αγωνιστές του λαού, σε αυτή τη φάση που προβλέπεται να έχει διάρκεια, δεν είναι το πώς θα αξιοποιηθούν οι δυνατότητες που «παρέχουν» οι δήμοι. Αλλά το πώς θα βγουν στην επιφάνεια και θα αξιοποιηθούν οι δυνατότητες του λαού που οι κυρίαρχοι τις κρατούν σε ύπνωση!
Η ανάπτυξη αυτών των δυνατοτήτων του λαού είναι μια σύνθετη διαδικασία που πρέπει να πάρει μονιμότερα χαρακτηριστικά. Και πρέπει να υπάρξουν φορείς που θα την ευνοήσουν, θα την σπρώξουν. Δε θα προκύψει μόνη της. Δεν υλοποιείται ευκαιριακά, όταν ξεσπάσει μια διαμαρτυρία. Δεν μπορεί να εγκλωβιστεί σε εκλογικίστικους σχεδιασμούς. Το ζητούμενο δεν είναι να απεγκλωβίσουμε τους δήμους από τον εναγκαλισμό της κεντρικής εξουσίας, αλλά πως θα απεγκλωβιστούν ο λαός, οι εργαζόμενοι και η νεολαία από το αντιδραστικό πλέγμα που έχει εξυφανθεί μέσα σε δεκαετίες για να τους κρατά καθηλωμένους.
Η εμπειρία μέσα από τους μέχρι στιγμής αγώνες, στην πόλη στις γειτονιές, στη συνοικία, στην ύπαιθρο, ανέδειξαν την ανάγκη να ξεπεραστούν τα εμπόδια και οι τρικλοποδιές που έβαζε η αυτοδιοίκηση. Αυτό που εισέπραξαν οι αγωνιζόμενοι από την αυτοδιοίκηση δεν ήταν βοήθεια αλλά υπονόμευση. Και όπως είπαμε οι εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Τις δυνατότητες που έχουμε θα τις ανακαλύψουμε υιοθετώντας τα αιτήματα και τους στόχους που αναδεικνύουν οι ανάγκες μας και οι διαθέσεις μας. Κάνοντας βήματα για να διαμορφώσουμε τη δική μας, ανεξάρτητη λαϊκή οργάνωση. Επιλέγοντας κάθε φορά τις μορφές πάλης που μπορούν να προκαλέσουν πίεση στην εξουσία, που θα στηρίζονται σε μαζικές διαθέσεις και δε θα επιδιώκουν έναν κούφιο εντυπωσιασμό που έχει κοντά ποδάρια.

Ο λαϊκός αγώνας, οι δήμοι και οι εκλογές
Και με τις εκλογές τι κάνουμε; Συμμετέχουμε ή όχι; Και με ποιες επιδιώξεις, με ποιους στόχους;
Είπαμε, βέβαια, και στην αρχή του άρθρου ότι είναι πολύ νωρίς να τοποθετηθούμε για τις εκλογές. Ωστόσο, το σύνολο των υπόλοιπων πολιτικών δυνάμεων έχει διαφορετική γνώμη. Εχουν, λοιπόν, επιβάλλει, με το συσχετισμό που έχουν, μια ολάκερη κινητικότητα και συζήτηση εδώ και μήνες γύρω από το θέμα.
Το έχουν επιβάλλει και σε περιοχές που δε βρίσκονται σε κινητοποιήσεις και εκεί που οι αγώνες βρίσκονται σε εξέλιξη. Αρκετές από αυτές τις πολιτικές δυνάμεις μάλιστα «συμμετέχουν» στους αγώνες, ενώ το μυαλό τους βρίσκεται μόνιμα στις επερχόμενες εκλογές.
Μας επιβάλλεται, λοιπόν, να πούμε μια καταρχήν γνώμη και να θέσουμε ορισμένες καταρχήν κατευθύνσεις.
Ας έχουμε, λοιπόν, κατά νου τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κρίνουν οι εκλογές που θα γίνουν μετά από έναν ολόκληρο χρόνο.
Δεν πρόκειται, λοιπόν, να κρίνουν τον γενικότερο χαρακτήρα και περιεχόμενο της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αυτός, όπως εξηγήσαμε και πιο πάνω, είναι δοσμένος στις εποχές και τους γενικότερους συσχετισμούς που ζούμε.
Αυτά που θα κριθούν σε πανελλαδική κλίμακα αφορούν τα πόστα και τα ερείσματα στο πλαίσιο του θεσμού, που είναι τόσο απαραίτητα για τους κυρίαρχους πολιτικούς φορείς, αλλά και τόσο χρήσιμα για μια σειρά «ανεξάρτητους» τοπικούς παράγοντες που βρίσκονται σε μόνιμη συναλλαγή και πάρε-δώσε με την κεντρική εξουσία.
Πόστα, θέσεις και ερείσματα που θα επιτρέπουν στην κυβέρνηση να ισχυρίζεται ότι αντέχει παρά την αντιλαϊκή της πολιτική και στην αντιπολίτευση ότι «ήρθε ξανά η ώρα της». Παρόλο που δεν μπορούμε να προβλέψουμε από σήμερα το τελικό αποτέλεσμα, είναι βέβαιο ότι οι εκλογές θα έχουν έντονο πολιτικό περιεχόμενο και δε θα είναι καθόλου ανεπηρέαστες από τις ευρύτερες και ειδικότερες επιδιώξεις των υπηρετών του συστήματος. Βέβαιο είναι, λοιπόν, ότι στη μακρά προεκλογική περίοδο θα έχουμε έντονη πολιτική και κομματική αντιπαράθεση, η οποία αναμένεται να τροφοδοτείται και από τις συνέπειες της άγριας καπιταλιστικής επίθεσης, αλλά και από πιθανές διεθνείς εξελίξεις και ανακατατάξεις.
Ωστόσο, δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες ότι πιθανές φανερές απώλειες για την κυβέρνηση θα την υποχρεώσουν σε αναδίπλωση της πολιτικής της. Ούτε επίσης ότι θα «δεσμεύσουν» την αντιπολίτευση να αλλάξει πολιτική και να πάψει να στηρίζει, επί της ουσίας, τα αντιλαϊκά μέτρα.
Ανεξάρτητα, λοιπόν, της θέλησης του καθένα, η εκλογική μάχη και αντιπαράθεση θα πάρει ευρύτερες πολιτικές διαστάσεις και δε θα επικεντρωθεί στα λεγόμενα τοπικά προβλήματα, ιδιαίτερα στους μεγάλους δήμους. Κι αυτή η διαπίστωση δεν αναιρεί το γεγονός ότι τα κυρίαρχα αστικά κόμματα θα κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να ψαρέψουν στα θολά νερά, ισχυριζόμενοι ψευδώς ότι οι εκλογές αφορούν αποκλειστικά τις τοπικές κοινωνίες και τα προβλήματά τους που δήθεν δεν έχουν χρώμα.
Οι εκλογές για μια ακόμα φορά θα είναι πολιτικές και ας ακούγονται οι ανοησίες για δήθεν ακομμάτιστες και ελεύθερες επιλογές υποψηφίων.
Αυτές οι διαπιστώσεις φυσικά και είναι στα υπόψη των δύο πτερύγων της επίσημης λεγόμενης αριστεράς και ετοιμάζονται να πράξουν ανάλογα.
Κατ’ αρχάς θα παρουσιαστούν ως οι μόνες που θέλουν να σπάσουν την αοριστολογία και τον πολιτικαντισμό των κυρίαρχων, αυτοπροβαλλόμενες ως υπερασπιστές των λαϊκών δικαιωμάτων. Θα καταθέσουν τον γνωστό ορυμαγδό της ακατάσχετης προτασεολογίας, που δήθεν θα αναδεικνύει τα πραγματικά προβλήματα. Στην ουσία θα διατυπώσουν, με τις όποιες παραλλαγές και διαφοροποιήσεις, την «υπεύθυνη» λογική διαχείρισης και «μετατροπής» των δήμων σε όργανα στην υπηρεσία του λαού.
Κατά τα άλλα, σε επίπεδο τακτικής, ο ΣΥΝ θα διαχυθεί προς κάθε κατεύθυνση, στο όνομα της «αντινεοφιλελεύθερης» ενότητας «όλων των προοδευτικών», θέλοντας να δορυφοριοποιήσει γύρω του ακόμα περισσότερους πρόθυμους από όσους κατάφερε με το ΣΥ.ΡΙΖ.Α., χωρίς βέβαια να τον απασχολεί η βάση και το περιεχόμενο της ενότητας. Χωρίς να τον απασχολεί αν υπήρξαν ή όχι αγώνες που να προώθησαν και να δοκίμασαν στην πράξη μια τέτοια ενότητα.
Το ΚΚΕ πάλι θα προτιμήσει να αναδείξει την «μοναδικότητά» του. Θα υποχρεωθεί, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού με τον ΣΥΝ, να ντύσει την προτασεολογία του με αριστερό μανδύα. Θα μας «θυμίσει» σε όλους τους τόνους ότι λίγο-πολύ οι όποιοι αγώνες έγιναν ήταν αποκλειστικά δική του υπόθεση, ζητώντας -τι άλλο- εξαργύρωση. Το ίδιο μονότονα θα συνεχίσει να προβάλλει σαν γιατριά για «πάσα νόσο και μαλακίαν», την προοπτική(;) μιας «λαϊκής εξουσίας» στο πλαίσιο της «λαϊκής οικονομίας».
Πιθανώς, από όσο άφησε η Παπαρήγα να εννοηθεί, σε κάποιες συγκεκριμένες τοπικές περιπτώσεις να επιδιώξει (και για να βάλει σφήνα στον ΣΥΝ) ένα μικρό άνοιγμα προς ριζοσπαστικές (;) δυνάμεις. Μένει να δούμε, αν υπάρξουν τέτοια ανοίγματα, πόσο το ΚΚΕ θα θελήσει απλώς να χρησιμοποιήσει κάποιες δυνάμεις έξω από αυτό που συμμετείχαν σε κινητοποιήσεις, με διάθεση να τις καπελώσει, εκμεταλλευόμενο τον ευρύτερο υπέρ αυτού συσχετισμό.
Οπως μένει να δούμε κατά πόσο το ΚΚΕ, όσο απομακρυνόμαστε από το κέντρο, θα ξαναεπιδιώξει συνεργασίες χωρίς αρχές με παράγοντες από το χώρο του ΠΑΣΟΚ ή της ΝΔ, στο όνομα πάντα της «ανεξαρτησίας» των τοπικών λεγόμενων κοινωνιών.
Υπάρχουμε βέβαια και ΕΜΕΙΣ. Στο «εμείς» αναφερόμαστε καταρχήν στο ΚΚΕ(μ-λ) και στις ΛΑΚ. Θα θέλαμε, βέβαια, να συμπεριληφθούν και άλλες δυνάμεις της «εκτός των τειχών» Αριστεράς, με πρώτη και βασική προϋπόθεση όλοι οι «εμείς» να έχουμε βασικά κοινές επιδιώξεις και –κυρίως- συνεργασία και κοινή δράση σε αγώνες που προηγήθηκαν.
Το πρώτο βέβαιο είναι ότι όλοι «εμείς» θα πρέπει να παρέμβουμε στην πολιτική μάχη των εκλογών. Να αξιοποιήσουμε το ανέβασμα του ενδιαφέροντος για τα «κοινά», που αναμφίβολα εμφανίζεται ακόμα και στις δημοτικές εκλογές. Να μην υποτιμήσουμε την όποια ευκαιρία να διαδώσουμε τις απόψεις και τις εκτιμήσεις μας, τόσο για τα ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα, όσο και ειδικότερα για εκείνα που σχετίζονται με την τοπική αυτοδιοίκηση.
Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η όποια παρέμβαση να φροντίσει να έχει διευρυμένο πολιτικό λόγο και να μην πέσει στο λάθος, δήθεν για να κοντραριστεί ο «κομματισμός», να περιοριστεί μόνο σε τοπικής εμβέλειας ζητήματα, ακόμα και αν αυτά αναδείχθηκαν μέσω αγωνιστικών κινητοποιήσεων το προηγούμενο διάστημα.
Δεν πρέπει να αυτοπεριοριστούμε σε υπεράσπιση του τάδε ή δείνα αγώνα. Ούτε να αυτοεγκλωβιστούμε στην υπεράσπιση του τάδε ή δείνα επιμέρους στόχου. Αν το κάνουμε αυτό θα δικαιώσουμε όλη τη σκάρτη επιχειρηματολογία των κυρίαρχων, που θέλουν να μας παρουσιάσουν ως «ακτιβιστές» και «θορυβώδεις» που απλώς εκμεταλλευόμαστε κάποιο τοπικό ζήτημα χωρίς άλλες ευρύτερες φιλοδοξίες και επιδιώξεις. Θα δικαιώσουμε την φιλολογία της κυρίαρχης Αριστεράς, που αυτοπλασσάρεται ότι είναι εκείνη που έχει γενικότερες επιδιώξεις και όσοι την αντιπολιτεύονται εξαντλούνται σε μια στείρα αγωνιστική πλειοδοσία και τίποτα άλλο. Ούτε πρέπει να μας παρασύρει ο φόβος ότι μια παρέμβαση με διευρυμένο πολιτικό λόγο και ορίζοντα θα μας αποκόψει από τον κόσμο που δεν του δίνεται η ευκαιρία να έρχεται συχνά σε επαφή μαζί μας, γιατί –δήθεν- στις δημοτικές εκλογές ο λαός τοποθετιέται αποκλειστικά με τοπικά κριτήρια, αδιαφορώντας για τις ευρύτερες πολιτικές επιδιώξεις των υποψηφίων. Στο κάτω-κάτω, ακόμα και αν σε ένα βαθμό εξακολουθεί να ισχύει η λεγόμενη «χαλαρή» ψήφος, αξίζει να προσπαθήσουμε να βάλουμε σε δοκιμασία τέτοιες σκέψεις και να καταδείξουμε ότι η «απολιτική» είναι η πολιτική των κυρίαρχων και των κρατούντων.
Τι να φοβηθούμε; Μήπως χάσουμε ψήφους; Αφού γνωρίζουμε ότι όσα πούμε και θα επιχειρηματολογήσουμε, ακόμα και αν είναι «δυσάρεστα» θα επιβεβαιωθούν μετά από λίγο διάστημα, όταν κλείσουν οι κάλπες.
Και ας μην ξεχνάμε ότι εξετάζουμε την ανάγκη και το είδος της πολιτικής παρέμβασης και όχι την εκλογική συμμετοχή που είναι κάτι που αποτελεί αντικείμενο μιας άλλης συζήτησης.
Τι συνιστά, όμως, στη φάση που είμαστε και εν όψει των συγκεκριμένων δημοτικών εκλογών, μια διευρυμένη πολιτική παρέμβαση;
Πολύ σύντομα αναφερόμαστε σε μία παρέμβαση που θα αγγίξει και θα συμπεριλάβει ΟΛΟ ΤΟ ΦΑΣΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΛΑΟ και θα επικεντρώσει στην ανάγκη διαμόρφωσης μέσα από αγώνες ενός ΕΥΡΥΤΕΡΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ στην επίθεση αυτή.
Μία παρέμβαση που δε θα αποφύγει, αλλά θα θελήσει να αναδείξει και τη σχέση ενός τέτοιου ΜΕΤΩΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ με την ανάγκη οικοδόμησης μιας ΑΛΛΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ. Και είναι, βέβαια, προφανές ότι μια τέτοια ανάγκη οικοδόμησης μιας διαφορετικής Αριστεράς από αυτήν την κυρίαρχη και χρεοκοπημένη, δε θα υπηρετηθεί μέσα από ευκαιριακές εκλογικίστικες συμπράξεις απροσδιόριστου χαρακτήρα.
Είναι επίσης προφανές ότι μια τέτοια παρέμβαση έχει πανελλαδικό χαρακτήρα, ακόμα και αν δεν συμφωνήσουμε ΟΛΟΙ «ΕΜΕΙΣ» αλλά ένα μέρος από «εμάς». Οι δυνάμεις του ΚΚΕ(μ-λ) και των ΛΑΚ θα κινηθούν σε αυτήν την κατεύθυνση και θα επιδιώξουν να διευρύνουν, όπου είναι δυνατόν, μέσα από ανοιχτές και δημοκρατικές διαδικασίες, τη βάση στήριξης μιας τέτοιας παρέμβασης πάνω σε ένα πλαίσιο εκτιμήσεων και στόχων που, όταν έρθει η ώρα, θα παρουσιάσουν αναλυτικότερα. Είναι βέβαια προφανές ότι ένα τέτοιο εγχείρημα ευρύτερης πολιτικής συμφωνίας για κοινή ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗ στις δημοτικές εκλογές θα έχει πιθανότητες επιτυχίας στο βαθμό που όσοι και όποιοι το στηρίξουν θα έχουν διανύσει προηγούμενα μια στοιχειώδη κοινή πορεία μέσα στους όποιους αγώνες. Σε διαφορετική περίπτωση τα πράγματα θα είναι ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΑ. Και μόνο στο βαθμό που επικρατήσουν καιροσκοπικές εκλογικίστικες προτεραιότητες υπάρχει πιθανότητα να εμφανιστούν «κοινά πλαίσια», μόνο και μόνο για να διασφαλίσουν ΕΚΛΟΓΙΚΑ κατεβάσματα-κομήτες που δε θα έχουν σοβαρές πιθανότητες να επιβιώσουν αμέσως μετά τις εκλογές. Δηλαδή θα πρόκειται για ένα έργο που το έχουμε ξαναδεί!
Εξετάζοντας, λοιπόν, τα δεδομένα πανελλαδικά, είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου επιτεύχθηκε συνεργασία στη δράση και μέσα στους αγώνες σε οποιοδήποτε επίπεδο ανάμεσα στις δυνάμεις εκτός κυρίαρχης πολιτικής σκηνής.
Και είναι ακόμα λιγότερες οι περιπτώσεις όπου αυτή η συνεργασία έφτασε και μέχρι τμήματα της επίσημης λεγόμενης αριστεράς.
Συνεπώς, αν δούμε τη σημερινή πραγματικότητα στατικά, οι ελπίδες και οι πιθανότητες για επίτευξη ευρύτερης συνεργασίας μεταξύ ριζοσπαστικών και αριστερών δυνάμεων, είναι πολύ περιορισμένες και επικεντρωμένες σε ορισμένες μόνο περιοχές. Χωρίς και εκεί να είναι εξασφαλισμένη η επιτυχία.
Αρα τα δεδομένα, έτσι όπως έχουν σήμερα, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το ΚΚΕ(μ-λ) πανελλαδικά θα στηριχτεί πρώτα και κύρια στις δικές του δυνάμεις για να φέρει σε πέρας την παρέμβαση αυτή, εκτός εάν ο χρόνος που μεσολαβεί και προβλέπεται θυελλώδης προσθέσει καινούρια δεδομένα όσον αφορά στο ξεπέταγμα νέων αντιστάσεων και τη δράση των όποιων ριζοσπαστικών δυνάμεων μέσα σε αυτές. Εξυπακούεται ότι το ΚΚΕ(μ-λ), ανεξάρτητα από τις εκλογές, ακόμα και αν δεν υπήρχαν, θα συνεχίσει να καταβάλλει κάθε προσπάθεια αποκάλυψης των πραγματικών προβλημάτων και επίτευξης κοινής δράσης με άξονα αυτά. Το απαιτεί, άλλωστε, η ολοένα κλιμακούμενη επίθεση του συστήματος. Οπως επίσης εξυπακούεται ότι αυτή η προσπάθεια του ΚΚΕ(μ-λ) συνάδει με τις γενικότερες επιδιώξεις του και δε γίνεται προκειμένου να επιτευχθούν καλύτεροι όροι για την παρέμβαση στις δημοτικές εκλογές.
Οσον αφορά στην εκλογική συμμετοχή και με βάση τη φάση που βρίσκεται το κίνημα, θα πούμε πολύ απλά ότι δεν το εξετάζουμε ως ζήτημα αρχής που μας απαγορεύει τη συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές. Είναι απλά ζήτημα δεδομένων, όρων, πλαισίου και προτεραιοτήτων. Οταν έρθει η ώρα θα είμαστε πιο συγκεκριμένοι. Τα όρια, ωστόσο, που κινούμαστε τα έχουμε αναδείξει στην πράξη τα προηγούμενα χρόνια. Δε θα φυγομαχήσουμε εκεί που υπάρχουν προϋποθέσεις. Δε θα σνομπάρουμε κατακτήσεις και βήματα που έγιναν στην κατεύθυνση της κοινής δράσης. Δε θα αφήσουμε ακάλυπτους αγώνες που ξέσπασαν και δε θα επιτρέψουμε να τους καρπωθούν επιτήδειοι, που στην πράξη είτε τους υπονόμευσαν είτε τους χάιδεψαν τα αυτιά. Δε θα αφήσουμε χωρίς αντίπαλο πολιτικό λόγο τους κρατούντες να αλωνίζουν
Από την άλλη, δε φαντασιωνόμαστε με καταστάσεις που δεν επιτρέπουν τα δεδομένα και ο χαρακτήρας της τοπικής αυτοδιοίκησης. Δεν είναι στα χαρακτηριστικά μας να σκαρώνουμε μεγαλεπήβολα σχέδια για «διεμβολισμούς» της βάσης των μεγάλων κομμάτων και της αριστεράς. Ούτε δικαιολογήσαμε επιδιώξεις κερδίσματος καρεκλών για να είμαστε δήθεν κοντά στην εξουσία, να «μαθαίνουμε» και να «αποκαλύπτουμε». Ούτε συμπράττουμε με εκλογικά κόλπα φτηνού εντυπωσιασμού, γιατί δήθεν «βρέχει ψήφους» και εμείς δεν πρέπει να κρατάμε ομπρέλα.
Κατά τα λοιπά αν είναι να σκοτιστούμε με κάτι, αυτό ας αφορά το πώς, με ποιους στόχους και επιδιώξεις θα στηρίξουμε και θα συντονίσουμε τους αγώνες που γίνονται και θα έρθουν.

φ.534, 22/10/05

Αναζήτηση

Κατηγορίες