Για το ζήτημα της εθνικής ανεξαρτησίας
18 Μαρτίου, 20158η Συνδιάσκεψη - Διάλογοςadmin

Στα πλαίσια της οργάνωσης αλλά και ευρύτερα έχει ανοίξει μια συζήτηση πάνω στο ζήτημα της εθνικής ανεξαρτησίας. Θα ήθελα συνεπώς να θέσω και από τη μεριά μου ορισμένες απόψεις.

Πώς τίθεται -τέθηκε- το ζήτημα για το κίνημα
Αυτά που κατ’ αρχάς οφείλεται να είναι σαφή αφορούν τα εξής:
α)Το ζήτημα της εθνικής ανεξαρτησίας ή αλλιώς το καθήκον πραγματοποίησής της ανήκει ιστορικά στην αστική τάξη.
β)Το ιστορικό καθήκον της εργατικής τάξης είναι η επαναστατική ανατροπή της αστικής τάξης και του καπιταλιστικού συστήματος και το πέρασμα στον σοσιαλισμό. Το ερώτημα που μπαίνει σε σχέση με αυτά αφορά το αν υπάρχει πεδίο σύνδεσης αυτών των δύο ιστορικών προτσές, πότε, πού, σε ποια βάση και υπό ποιους όρους. Σαν τέτοιο άλλωστε τέθηκε στην πορεία της ταξικής πάλης και όχι απλά σαν θεωρητικό αλλά και σαν «πρακτικό» ζήτημα.
Η αφετηριακή βάση του ζητήματος βρίσκεται στο ότι σε άλλες χώρες η αστική τους τάξη μπόρεσε να εκπληρώσει ολοκληρωμένα αυτό το ιστορικό της καθήκον, σε άλλες το άφησε στη «μέση» και σε άλλες δεν τέθηκε σαν τέτοιο ζήτημα με βάση την υποτυπώδη ή και ανύπαρκτη ανάπτυξη αστικών στοιχείων.
Η αντιμετώπιση -και- αυτού του ζητήματος τέθηκε για την εργατική τάξη στις χώρες όπου αυτό δεν αντιμετωπίστηκε ολοκληρωμένα ή και καθόλου. Εκείνο που χρειάζεται να είναι ξεκαθαρισμένο ευθύς εξαρχής, είναι πως στις περιπτώσεις που το εργατικό επαναστατικό κομμουνιστικό κίνημα ενέταξε στην γραμμή του ζήτημα της εθνικής ανεξαρτησίας δεν το έκανε για λογαριασμό της αστικής τάξης. (Στην οποία ιστορικά ανήκε σαν καθήκον). Το έκανε για να προωθήσει και μέσω αυτού τον δικό του στρατηγικό στόχο που ήταν και παραμένει ο σοσιαλισμός.
Μια τέτοια επιλογή έγινε -γίνεται- οφείλει να γίνεται στη βάση συγκεκριμένων κάθε φορά αναγκαιοτήτων αλλά και στη βάση συγκεκριμένων συνθηκών, όρων και προϋποθέσεων.
Ας αναφερθώ με όσο πιο συνοπτικό τρόπο μπορώ. Η επανάσταση που μπορεί να πραγματοποιηθεί σε οποιαδήποτε χώρα είναι μόνο εκείνη που μπορεί να συσπειρώσει στην κατεύθυνση πραγματοποίησής της εκείνες τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που θα μπορούν να διαμορφώσουν έναν συσχετισμό ικανό να ανατρέψει την κυριαρχία των δυνάμεων του συστήματος.
Το ποιες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις μπορούν να συγκροτήσουν έναν τέτοιο συσχετισμό καθορίζεται κατ’ αρχάς από το ποιες αντιθέσεις χαρακτηρίζουν την κατάσταση σε μια χώρα. Από εκεί και πέρα ο χαρακτήρας της αλλαγής καθορίζεται πρώτον, από τον συσχετισμό ανάμεσα στις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που συγκροτούν το Μέτωπο Ανατροπής.
Δεύτερον, από το πώς διαμορφώνεται στην πράξη αυτός ο συσχετισμός με βάση τον ρόλο και την συμβολή της κάθε δύναμης στην επαναστατική διαδικασία και πάλη. Αυτό σημαίνει ότι ο όρος για την προώθηση των στόχων του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος είναι η κατάκτηση από μεριάς του τού ηγετικού ρόλου μέσα από την επιβεβαίωση στην πράξη της πρωτοπόρας του συμβολής στην προώθηση της επανάστασης. Καμιά ανάλυση, διακήρυξη, καμιά πολιτική απόφαση δεν μπορεί να το υποκαταστήσει αυτό.

Μια ματιά στην ιστορία
Άλλωστε αν κοιτάξουμε την ιστορία θα δούμε ότι οι εξελίξεις στις διάφορες περιπτώσεις εξελίχθηκαν στη βάση αυτών των όρων. Οι παράγοντες που τις καθόρισαν ήταν.
Το επίπεδο συγκρότησης του προλεταριάτου (τοπικά και σε παγκόσμια κλίμακα) και του κομμουνιστικού κινήματος. Η γενικότερη άνοδος της πάλης του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος με αποκορύφωμα την οκτωβριανή επανάσταση και την δημιουργία της πρώτης σοσιαλιστικής κοινωνίας στον κόσμο. Η επίδραση που είχαν αυτές οι εξελίξεις διεθνώς καθώς πυροδότησαν ένα επαναστατικό κύμα παγκοσμίων διαστάσεων. Ένα κύμα που επηρέασε και σε σημαντικό βαθμό καθόρισε τάσεις και προσανατολισμούς ακόμη και σε χώρες που η εργατική τάξη ήταν ακόμα αδύναμη και το κομμουνιστικό κίνημα στα πρώτα του βήματα. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η δράση, η υποστήριξη από την μεριά της Τρίτης Διεθνούς αλλά και η ικανότητα, συνειδητότητα των ηγεσιών των αντίστοιχων κομμουνιστικών κομμάτων και η πολιτική γραμμή στη βάση της οποίας κινήθηκαν.
Με βάση αυτά τα δεδομένα είχαμε και τις αντίστοιχες εξελίξεις. Στην Ρωσία όπου το επίπεδο συγκρότησης της εργατικής τάξης και των μπολσεβίκων αποτέλεσε τον αποφασιστικό παράγοντα για την υπέρβαση της αστικοδημοκρατικής ανατροπής του Φλεβάρη του 1917 και την πραγματοποίηση της οκτωβριανής επανάστασης.
Στην Κίνα όπου ο ηγετικός ρόλος του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος οδήγησε στην πραγματοποίηση της Λαϊκοδημοκρατικής επανάστασης και στο πέρασμα από τη «Νέα Δημοκρατία» στην κατεύθυνση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Με ανάλογο τρόπο εξελίχθηκαν τα πράγματα σε άλλες χώρες, ενώ στις περιπτώσεις που δεν ίσχυσαν αυτοί οι όροι, τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά.
Από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, οι επαναστατικές ανατροπές στις αραβικές χώρες μετά το 1950. Αυτό που καθόρισε τις εξελίξεις ήταν ο ηγετικός ρόλος των αστικών δυνάμεων. Πολύ περισσότερο και παρά τις διακηρύξεις (του Νάσερ κ.ά.) για τον «αραβικό σοσιαλισμό» είχαμε το άγριο και αιματηρό πολλές φορές χτύπημα των εργατικών κομμουνιστικών δυνάμεων στην Αίγυπτο, το Ιράκ, τη Συρία κ.α.
Το αποτέλεσμα ήταν η καταπίεση των λαϊκών μαζών, η «επιστροφή» μέσα από μια πορεία των φεουδαρχικών δυνάμεων που είχαν αρχικά παραμερισθεί και τελικά η εκ νέου πρόσδεση στις νέες μορφές της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης.

Σημερινοί όροι και απόψεις
Αν επιστρέψουμε στο σήμερα αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι οι όροι και οι προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν βρίσκονται στο χαμηλότερό τους σημείο. Αυτά που χαρακτηρίζουν την κατάσταση είναι οι συνέπειες της ήττας. Η αποσυγκρότηση του προλεταριάτου, η αποσύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος, η φθορά του σοσιαλιστικού οράματος, η διάλυση των μετώπων πάλης των λαών και ένας συνολικός αρνητικός συσχετισμός δυνάμεων τόσο διαταξικά όσο και διεθνώς σε παγκόσμια κλίμακα.
Οι εξαιρέσεις τύπου Νεπάλ και Ινδίας δεν αναιρούν την συνολική εικόνα ενώ τα προβλήματα που και αυτά τα κινήματα αντιμετωπίζουν υπογραμμίζουν το πού βρίσκεται συνολικά η κατάσταση.
Στα πλαίσια αυτά η επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη παίρνει πλέον τερατώδεις διαστάσεις ενώ η ιμπεριαλιστική εκστρατεία επανακατάκτησης επαναποικιοποίησης του κόσμου, τις πιο αιματηρές της μορφές. Ταυτόχρονα η ένταση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών φθάνει πλέον σε επίπεδα παροξυσμού.
Η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων οι περιπλοκές και τα «περιθώρια» που δημιούργησαν «ενθάρρυναν» πέραν των άλλων και τις αστικές τάξεις ορισμένων χωρών στο να επιχειρήσουν να πλασαριστούν σε καλύτερη θέση και ρόλο στο παγκόσμιο ταμπλό.
Αυτή η εξέλιξη έδωσε το πρόσχημα σε ρεφορμιστικές δυνάμεις να μιλάν για νέες δυνατότητες και νέους δρόμους σε μια επιχείρηση «εκσυγχρονισμού» παμπάλαιων ρεφορμιστικών πολιτικών κατευθύνσεων.
Σε παράλληλη τροχιά είχαμε την αναβίωση αντιλήψεων προερχόμενων από την θεωρία των τριών κόσμων ακόμη και σε μ-λ κόμματα (π.χ. Φιλιππίνων) με βάση τις οποίες προβάλλανε την άποψη για την ύπαρξη και «τέταρτης» αντίθεσης. Της αντίθεσης ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και τις αστικές τάξεις των εξαρτημένων χωρών.
Το ΚΚΕ(μ-λ) αλλά και άλλα μ-λ κόμματα και οργανώσεις αντιταχθήκαμε σε αυτή την άποψη καθώς «είδαμε» σ’ αυτήν μια κατεύθυνση συνεργασίας με την αστική τάξη η οποία άλλωστε εκφράστηκε συγκεκριμένα σε ορισμένες περιπτώσεις.
Η αντίληψη αυτή όπως και από όποιους κι αν εκφράζεται «προσπερνάει» στην πραγματικότητα βασικές παραμέτρους του ζητήματος.
Πρώτον, ότι όπως κι αν εκφράζεται σήμερα αυτή η «αντίθεση» ο ηγετικός ρόλος βρίσκεται στην αστική τάξη, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις με ισχυρή έως καθοριστική την παρουσία και φεουδαρχικών δυνάμεων. (λ.χ. Ιράν)
Δεύτερο, το ότι οι πιο σημαντικές εκφράσεις της εκδηλώνονται σε χώρες ιδιαίτερου μεγέθους (σε έκταση και πληθυσμό) όπως λ.χ. Ινδία, Βραζιλία ή με πλεονεκτήματα ιδιαίτερου χαρακτήρα (οικονομικοστρατηγικής θέσης κ.λπ.)
Τρίτο και κυριότερο, ότι σ’ όλες τις περιπτώσεις οι αστικές τάξεις αυτών των χωρών συμπαρατάσσονται ενεργά στην γενικευμένη και παγκόσμια επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη. Συνολικά η πολιτική τους απέναντι στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες είναι σταθερά μια πολιτική εκμετάλλευσης και καταπίεσης που στις περισσότερες περιπτώσεις παίρνει και τις πιο άγριες μορφές. Σε χώρες μάλιστα όπως η Ινδία και η Βραζιλία κ.ά. η τάση «ολοκλήρωσης» των αστικών τους τάξεων προωθείται μέσα από μια πολιτική «πρωταρχικής συσσώρευσης» του πιο ανελέητου και βάρβαρου χαρακτήρα.
Τέταρτο, το ότι αυτή η «αντίθεση» με τον ιμπεριαλισμό δεν τις εμποδίζει καθόλου να συναλλάσσονται με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είτε συνολικά είτε με κάποιες από αυτές και σε βάρος των λαών τους.
Πέμπτο, το ότι στην συντριπτική πλειοψηφία των χωρών αυτών, οι αστικές τους τάξεις έχουν τέτοια χαρακτηριστικά που ούτε θέλουν ούτε μπορούν να κινηθούν έξω από τα πλαίσια της εξάρτησής τους από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Το να παρερμηνεύεται συνεπώς αυτή η τάση, να γενικεύεται και να υπερεκτιμάται οδηγεί στον αφοπλισμό του εργατικού και λαϊκού κινήματος και το σέρνει στην ουρά των αστικών τάξεων και επιδιώξεών τους αλλά και των συναλλαγών τους με τους ιμπεριαλιστές. Και μια τελευταία διευκρίνιση προς αποφυγήν τυχόν παρανοήσεων. Είναι άλλο πράγμα η εναντίωσή μας στις περιπτώσεις ιμπεριαλιστικής επέμβασης σε οποιαδήποτε χώρα και εντελώς άλλο το πώς αξιολογούμε τις ηγετικές δυνάμεις αυτής της χώρας, ποια θέση παίρνουμε όσον αφορά την σχέση τους με την εργατική τάξη και τον λαό ή το πώς βλέπουμε να διαμορφώνεται η πολιτική κατεύθυνση του κινήματος.

Το ζήτημα στη χώρα μας
Όσον αφορά ειδικότερα τη χώρα μας. Όπως είναι γνωστό κυκλοφορούν όλων των ειδών οι απόψεις.
Η τυπική αστική άποψη που αναφέρεται στην ύπαρξη μιας πλήρους και κατοχυρωμένης εθνικής ανεξαρτησίας, αποσιωπώντας -συνειδητά- την πλευρά της εξάρτησης.
Με ανάλογο τρόπο τοποθετούνται οι ρεφορμιστές μια και το να θέσουν καθαρά το ζήτημα της εξάρτησης βάζει πρόβλημα στην πολιτική τους γραμμή. Απλώς και όταν τα πράγματα γίνονται οφθαλμοφανή και πιεστικά αναφέρονται στην αναγκαιότητα «ισότιμων» σχέσεων με τους «εταίρους» μας.
Έχουμε ακόμα την αποψη περί ιμπεριαλιστικής Ελλάδας. Μια αντίληψη στην οποία προσχώρησε εδώ και ορισμένα χρόνια και το ΚΚΕ περισσότερο για να καλύψει και άλλου είδους ιδεολογικές -«αμυντικές»- ανάγκες του.
Τελευταία και με την περιδίνηση που έφεραν στον τρόπο σκέψης πολλών οι εξελίξεις, είχαμε και απόψεις περί κατοχής, αποικίας, προτεκτοράτου κ.λπ.
Από τη μεριά μας αντιταχθήκαμε και αντιτασσόμαστε σε όλες αυτές τις απόψεις. Το ζήτημα για εμάς έχει ως εξής. Το ελληνικό κράτος, τυπικά, θεσμικά είναι ανεξάρτητο και κυρίαρχο, αναγνωρισμένο από όλους τους διεθνείς οργανισμούς και το σύνολο των χωρών και με όσα κάτι τέτοιο συνεπάγεται.
Αυτή είναι μια σημαντική αλλά όχι η μοναδική διάσταση του ζητήματος. Η άλλη αφορά το δεδομένο της εξάρτησης που χαρακτηρίζει την ύπαρξη του ελληνικού κράτους από συστάσεώς του μέχρι τα σήμερα.
Δεν είναι εδώ που μπορεί να γίνει μια πλήρης αναφορά, αλλά απλά και μόνο να σημειωθούν ορισμένα στοιχεία. Η πορεία διαμόρφωσης του ελληνικού κράτους καθορίστηκε στη βάση της σχέσης ανάμεσα στην αστική τάξη (και των φεουδαρχικών δυνάμεων μέχρι μια περίοδο) από τη μια και των «μεγάλων» όπως χαρακτηρίζονταν αρχικά -ιμπεριαλιστικών στη συνέχεια- δυνάμεων, με όλες τις διακυμάνσεις της και σε όλα τα πεδία.
Στο εδαφικό, τόσο στην διαδικασία επέκτασης της ελληνικής επικράτειας όσο και στον προσδιορισμό των «ορίων» αυτής της επέκτασης (π.χ. 1912-1922).
Στο οικονομικό όπου η πορεία ανάπτυξης-διαμόρφωσης της ελληνικής αστικής τάξης καθορίστηκε από τη μια από τις δικές της δυνατότητες και αδυναμίες και από την άλλη από τον δεσπόζοντα ρόλο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Με βάση αυτή τη σχέση καθορίστηκαν -και εδώ- τα «όρια» αυτής της ανάπτυξης, το επίπεδό της (μέσο καπιταλιστικό) και ο χαρακτήρας της αστικής τάξης σαν κύρια κομπραδόρικης, εμπορομεσιτικής.
Στο κοινωνικό πολιτικό πεδίο χρειάζεται πάντα να «θυμόμαστε» ότι η κυριαρχία της αστικής τάξης πάνω στο λαό διασώθηκε μόνο χάρη στην απροκάλυπτη και αιματηρή επέμβαση των Άγγλων και Αμερικανών ιμπεριαλιστών ενάντια στις λαϊκές δυνάμεις (1944-1949).
Μερικά χρόνια αργότερα είχαμε την εφτάχρονη δικτατορία που υποκινήθηκε και στηρίχθηκε κύρια από τις ΗΠΑ. Η κατάρρευσή της το 1974 οδήγησε στον συμβιβασμό ανάμεσα σε αμερικανούς και ευρωπαίους ιμπεριαλιστές και τις προσκείμενες αντίστοιχα αστικές μερίδες. Ένας συμβιβασμός που αποτελεί την βάση αλλά και τα «όρια κίνησης» της αστικής τάξης μέχρι τα σήμερα.
Αν έρθουμε ακόμη πιο κοντά, το ευνοϊκό έδαφος που δημιούργησαν οι ανατροπές του 1989-1991 για τη δράση του ελληνικού κεφαλαίου στον βαλκανικό -κύρια- περίγυρο και η είσοδος στο κλαμπ της ΟΝΕ ήταν οι εξελίξεις που έδωσαν την δυνατότητα στον Σημίτη να μιλάει για την «ισχυρή Ελλάδα» και τους θιασώτες της άποψης περί ιμπεριαλιστικής Ελλάδας να δουν σ’ αυτές τις εξελίξεις την «επιβεβαίωση» της άποψής τους.

Τα μνημόνια και οι επιδράσεις τους
Η προσγείωση στην μνημονιακή περίοδο έφερε πραγματική τρικυμία εν κρανίω στο σύνολο αυτών των δυνάμεων και ανάλογης υφής απόψεις. Ακόμη και παράγοντες του συστήματος έφθασαν στο σημείο να μιλάν για αναγκαιότητα «επανάκτησης» της ανεξαρτησίας της χώρας. Το φαινόμενο έχει την εξήγησή του. Η μεγαλοαστική τάξη της χώρας μας αυτό που κύρια είδε στα «μνημόνια» είναι η ευκαιρία να προωθήσει την επίθεσή της στην εργατική τάξη και συνολικά στον λαό. Να επιβάλει εκείνες τις αντι-«μεταρρυθμίσεις» που ως τότε παρεμποδίζονταν από την Λαϊκή Αντίσταση.
Από την άλλη μεριά ωστόσο «δυσφορούσε» απέναντι σε ορισμένες ρυθμίσεις με τις οποίες οι «εταίροι» ιμπεριαλιστές επιβάλανε όρους περιορισμούς και όρια στο δικό της πεδίο δράσης και κερδοφορίας. Ταυτόχρονα ανησυχούσε για τους κινδύνους που αντιμετώπιζε η δική της κυριαρχία από τις λαϊκές αντιδράσεις που ήδη προκαλέσανε μια σοβαρή πολιτική κρίση.
Οι ρεφορμιστές βγάλαν από το καπέλο την άποψη ότι η αλλαγή στη χώρα μας θα έρθει μέσω των αλλαγών που θα επέβαλλε ο ΣΥΡΙΖΑ στην …Ευρώπη.
Το ΚΚΕ χαμήλωσε τους τόνους περί ιμπεριαλιστικής Ελλάδας. Οι έτεροι θιασώτες της ίδιας άποψης μεταπήδησαν με πάσα άνεση στις θέσεις περί κατοχής, αποικίας και προτεκτοράτου.
Ταυτόχρονα ανάλογες θέσεις άρχισαν να προβάλλουν και διάφοροι «νεοπατριώτες» που ξεπήδησαν από τις γραμμές της δεξιάς, του ΠΑΣΟΚ αλλά και μιας ιδιότυπης «Αριστεράς». Έτσι άρχισαν να ξεφυτρώνουν διαφόρων ειδών «Εθνικοαπελευθερωτικά» Μέτωπα που -εδώ και τώρα- θα «απελευθέρωναν» τη χώρα από τα δεσμά της «κατοχής».

Τι σημαίνουν αλήθεια όλα αυτά;
Η απάντηση βρίσκεται στην ουσία του ζητήματος την οποία συστηματικά -και καθόλου αθώα- παρακάμπτουν. Και η ουσία βρίσκεται στο ότι το καθεστώς του εξαρτημένου ελληνικού καπιταλισμού δεν είναι ζήτημα απλώς κάποιων συμφωνιών, κάποιων πολιτικών αποφάσεων οι οποίες μπορούν και να αλλάζουν.
Αποτελεί έκφραση των δεσμών και σχέσεων ανάμεσα στην αστική τάξη της χώρας μας και τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Σχέσεις οι οποίες όπως προαναφέρθηκε έχουν διαμορφωθεί εδώ και πολλά χρόνια και οι οποίες εκφράζονται σε όλα τα πεδία, θεσμούς, λειτουργίες και δυνάμεις του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού. Στην οικονομία, το κράτος, την κοινωνία, το στρατό, τις πολιτικές δυνάμεις κ.λπ.
Σχέσεις που υπηρετούν -ανισότιμα πάντα- και τις δυο πλευρές. Το ότι αυτές οι σχέσεις είναι ανισότιμες (σχέσεις εξάρτησης) δεν αναιρεί το δεδομένο της ύπαρξή τους ούτε φυσικά το αντίστροφο.
Το ότι αυτή η πραγματικότητα προσπερνιέται δεν είναι ζήτημα «αβλεψίας» ή «αδυναμίας» αλλά ζήτημα παράκαμψης τόσο του κεντρικού προβλήματος που θέτει η πραγματική κατάσταση όσο και των απαιτήσεων που θέτει η αντιμετώπισή του και αναζήτησης δρόμων ευκολίας. Συνδέεται με το δεδομένο ότι η αντιμετώπισή του δεν είναι ζήτημα τακτικής «έξυπνων» επιλογών ή και τροποποίησης κάποιων συμφωνιών.
Είναι ζήτημα αναμέτρησης με την αστική τάξη και τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Είναι ζήτημα ανατροπής της κυριαρχίας αυτών των δυνάμεων και ταυτόχρονα συνολικής αναδιάρθρωσης του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού.
Μια τέτοιου είδους ανατροπή έχει τις προϋποθέσεις, τους όρους και τις απαιτήσεις της. Απαιτήσεις που καμιά από αυτές τις δυνάμεις δεν είναι διατεθειμένη να τις αναλάβει.
Αυτό είναι κάτι που εμφαίνεται όχι μόνο στις θέσεις τους που προαναφέρθηκαν αλλά στο σύνολο της πολιτικής τους όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Αυτό σημαίνει τρία βασικά πράγματα.
Πρώτον, το ότι η κατεύθυνση της ανατροπής, η κατεύθυνση της αναμέτρησης με τις δυνάμεις που καθορίζουν την πραγματικότητα της κατάστασης στη χώρα μας δεν βρίσκεται στην πολιτική τους ατζέντα.
Δεύτερο, ότι τις όποιες αλλαγές σ’ αυτή την κατάσταση τις βλέπουν να πραγματοποιούνται μέσα στα πλαίσια, τους όρους και τις προδιαγραφές του συστήματος.
Τρίτο το ότι την «τελική» αρμοδιότητα των όποιων αλλαγών την εναποθέτουν ουσιαστικά στην αστική τάξη της χώρας μας.

Μορφές «παραίτησης»
Το ότι αυτό είναι εν τέλει το πραγματικό περιεχόμενο και η ουσία αυτών των απόψεων δεν αναιρείται από μεγαλόσχημες ρητορείες για «αριστερές κυβερνήσεις», για «λαϊκές εξουσίες», για «αντικαπιταλιστικές ανατροπές» «εθνικοαπελευθερωτικά μέτωπα» και άλλες ανέξοδες διακηρύξεις.
Τίποτε από αυτά δεν μπορεί να έχει πραγματική υπόσταση εφόσον
α) Η απάντηση στο πρόβλημα του λαού και της χώρας δεν προσδιορίζεται και με τον πιο καθαρό τρόπο σαν ζήτημα αναμέτρησης με την ελληνική κεφαλαιοκρατία και τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
β) Αν δεν προσδιορίζονται οι συγκεκριμένοι όροι και προϋποθέσεις που μόνο στη βάση της πραγματοποίησής τους γίνεται εφικτή η υλοποίηση μιας τέτοιας προοπτικής.
γ) Αν όλη η πολιτική δράση δεν κατευθύνεται στον συνεχή, επίμονο καθημερινό αγώνα για την οικοδόμηση αυτών των όρων στο πεδίο της ταξικής πάλης.
Όταν μια πολιτική δύναμη θέτει ζήτημα «αριστερής κυβέρνησης» (ή και «αριστερής εξουσίας» σε κάποιες ρητορικές της εξάρσεις) και ταυτόχρονα αποδέχεται ΕΕ-ΝΑΤΟ-ΟΝΕ σημαίνει ότι δεν έχει καμιά πραγματική διάθεση να αμφισβητήσει τις δυνάμεις της πραγματικής εξουσίας, το πλαίσιο και τους όρους που αυτές ορίζουν.
Όταν φλυαρώντας ανέξοδα για κατάργηση των μνημονίων και του «χρέους» περνάει από την θέση της υποτιθέμενης «ρήξης» στη θέση της αναδιαπραγμάτευσης σημαίνει ότι κινείται στις ράγες που ήδη έχει στήσει η αστική τάξη για την πορεία αντιμετώπισης αυτών των ζητημάτων.
Όταν ευνουχίζει τις διαθέσεις των μαζών και τις αδρανοποιεί με την συστηματική τροφοδότηση των αυταπατών για εύκολη και γρήγορη «επιστροφή» στην προ μνημονίων περίοδο σημαίνει ότι δεν έχει καμιά διάθεση να αναμετρηθεί με τις δυνάμεις που δημιουργούν το πρόβλημα και ότι η μόνη της έγνοια είναι το πώς θα αναρριχηθεί πατώντας πάνω σ’ αυτές τις αυταπάτες.
Όταν η ηγεσία ενός κόμματος μέσα από βροντερές «κομμουνιστικές» ρητορείες μιλάει για ιμπεριαλιστική Ελλάδα για να θέσει -υποτίθεται- ζήτημα «λαϊκής εξουσίας» και σοσιαλισμού στην πραγματικότητα δεν θέτει κανένα ζήτημα.
Όταν δηλαδή «διαγράφει» τον παράγοντα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και επόμενα την ύπαρξη και τον ρόλο ενός βασικού πυλώνα του συστήματος εξουσίας στη χώρα μας, αυτό δεν είναι παρά ένας εύσχημος τρόπος για να αποφύγει το πραγματικό πρόβλημα.
Όταν ακόμη και στο όνομα μια υποτιθέμενης «ιδεολογικής καθαρότητας» αντιτάσσεται σε κάθε προσπάθεια δημιουργίας μετωπικών μαζικών κινηματικών όρων πάλης, σημαίνει αποφυγή οικοδόμησης προϋποθέσεων αναμέτρησης με τις δυνάμεις της εξουσίας (όπως κι αν τις προσδιορίσει). Σημαίνει εντέλει παραίτηση από τον υποτιθέμενο ρόλο της και εναπόθεση της αρμοδιότητας αντιμετώπισης των κρίσιμων ζητημάτων στην αστική τάξη.
Γενικότερα όταν παρακάμπτει κανείς είτε την καπιταλιστική είτε την διάσταση της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης στη χώρα μας σημαίνει ότι δεν βλέπει ή δεν θέλει να δει τα πραγματικά χαρακτηριστικά του προβλήματος που αντιμετωπίζει ο λαός και το κίνημα.
Όταν μια πολιτική δύναμη λ.χ. θέτει ζήτημα «αντικαπιταλιστικής ανατροπής» και «δυαδικής εξουσίας» χωρίς να θέτει το ζήτημα της εξάρτησης σημαίνει ότι αφήνει στο απυρόβλητο βασικούς εχθρούς του λαού. Στην πραγματικότητα αφήνει στον αέρα και την υποτιθέμενη αντικαπιταλιστική πάλη μια και δεν νοείται πάλη ενάντια στον καπιταλισμό χωρίς την αντιμετώπιση και της ιμπεριαλιστικής του διάστασης. Και όταν από την θέση για ιμπεριαλιστική Ελλάδα περνάει με πάσα άνεση στη θέση της «κατοχής» και του «προτεκτοράτου» στην πραγματικότητα υποδηλώνει την ανεύθυνη μικροαστική αντιμετώπιση πολύ σοβαρών ζητημάτων.
Όταν στον αντίποδα αυτής της λογικής θέτει κανείς ζήτημα αντιιμπεριαλιστικής πάλης και εθνικής ανεξαρτησίας παρακάμπτοντας τον ρόλο της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας ανοίγει διόδους στην αστική αντιμετώπιση του ζητήματος καθιστά ευάλωτο έναν κόσμο απέναντι στις τάσεις του αστικού «πατριωτισμού».
Έχουμε βέβαια και εκείνους τους «νεοπατριώτες» που θέτουν θορυβωδώς ζήτημα «κατοχής». Που συστήνουν «Εθνικοαπελευθερωτικά Μέτωπα» μέσω τηλεόρασης. Που «απειλούν» με ανοίγματα σε Ρωσίες, Κίνες, χωρίς να ξεκολλάν από την Δύση. Που μέμφονται την αστική τάξη που δεν αναλαμβάνει τις «εθνικές της ευθύνες» παραμένοντας αμετακίνητοι στις γραμμές της μια και σ’ αυτήν ανήκουν.
Συνοψίζοντας. Όταν θέτει κανείς ένα τέτοιο ζήτημα (με οποιαδήποτε από όλες αυτές τις μορφές) χωρίς τους όρους και τις προϋποθέσεις που το εντάσσουν στην στρατηγική και προοπτική του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος, αυτό σημαίνει ότι εναποθέτει εν τέλει την όποια αντιμετώπισή του στην αρμοδιότητα της αστικής τάξης.
Όταν όλες αυτές οι δυνάμεις επανειλημμένα υπονόμευαν και σαμποτάρανε την ανάπτυξη των αγώνων στο όνομα και ενόψει μιας υποτιθέμενης «μάχης των μαχών» που ήταν οι κάθε φορά εκλογές σημαίνει ότι όχι απλώς δεν ενδιαφέρονταν αλλά και αντιτίθονταν στην οικοδόμηση των όρων που μόνο στη βάση τους θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικές αλλαγές και να διαμορφωθούν προϋποθέσεις συνολικότερων ανατροπών.

Η δική μας άποψη
Από μεριά μας αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα σαν ζήτημα ανατροπής συνολικά του πλέγματος κυριαρχίας που συντίθεται από την αστική τάξη και τις «ύπερθεν» ιμπεριαλιστικές δυνάμεις σαν ζήτημα αναμέτρησης με αυτές τις δυνάμεις.
Ο καμβάς πάνω στον οποίο κινούμαστε είναι κατά βάσιν αυτός που έχει διαμορφωθεί από το κομμουνιστικό κίνημα της χώρας μας (μέχρι το 1956) και στον οποίο συνεχίσαμε σαν μ-λ κίνημα.
Βεβαίως υπάρχει εδώ ένα ζήτημα. Στην οργάνωσή μας εκκρεμεί μια συζήτηση πάνω στο ζήτημα του χαρακτήρα της αλλαγής και οριστικοποίησης της τέτοιας ή αλλιώτικης κατεύθυνσής μας. Δεν είναι στις προθέσεις μου να προκαταλάβω την κατάληξη αυτής της συζήτησης πράγμα που έτσι ή αλλιώς οφείλουμε να αποφύγουμε.
Μπορούμε ωστόσο να αποσαφηνίσουμε ορισμένα ζητήματα.
Το πρώτο που έχω εδώ να πω είναι πως οι απαντήσεις δεν βρίσκονται στο «συρτάρι».
Η θεωρία, η ιστορία μάς δίνουν τα θεωρητικά και εμπειρικά εφόδια για να διερευνήσουμε τις απαντήσεις αλλά όχι τις ίδιες τις απαντήσεις.
Τα προβλήματα που κάθε φορά εμφανίζει η ταξική πάλη έχουν βεβαίως τις ιστορικές τους αναλογίες αλλά κυρίως έχουν την δική τους «πρωτότυπη» μορφή και απαιτούν αντίστοιχα «πρωτότυπες» απαντήσεις.
Απαντήσεις που όπως παντού και πάντα βρίσκονται στην συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Πολύ περισσότερο που διανύουμε μια περίοδο μεγάλων μεταβολών τόσο σε διεθνή όσο και σε ελλαδική κλίμακα και σε όλα τα πεδία.
Σ’ αυτή τη βάση και με αυτή την λογική αυτό που μπορεί να γίνει εδώ είναι όπως αναφέρθηκε κάποιες αποσαφηνίσεις πάνω σε ορισμένα ζητήματα.
Το πρώτο, όπως κιόλας αναφέρθηκε, είναι πως δεν πρόκειται για ζήτημα κάποιων αλλαγών, κάποιων διαφορετικών κυβερνητικών αποφάσεων αλλά ζήτημα αναμέτρησης, ζήτημα ανατροπής. Μια ανατροπή τέτοιου χαρακτήρα δεν έχει μόνο να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους, τα προβλήματα, τις δυσκολίες, τις θυσίες που απαιτεί μια τέτοιων διαστάσεων αναμέτρηση.
Έχει -θα έχει- να αντιμετωπίσει και τα προβλήματα που θα βρει μπροστά της «μετά» και τα οποία θα είναι και μεγάλα και σύνθετα.
Ένα τέτοιο εγχείρημα ιστορικών στην ουσία διαστάσεων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν στο μεταξύ δεν έχουν διαμορφωθεί οι συνθήκες που θα το καθιστούν πραγματοποιήσιμο και αν δεν έχουν οικοδομηθεί οι απαραίτητοι όροι και προϋποθέσεις.
Και χρειάζεται εδώ να υπογραμμιστεί ότι τόσο αυτή η αναγκαιότητα (της ανατροπής) όσο και οι προϋποθέσεις για την πραγματοποίησή της υφίστανται ανεξάρτητα από το ποιος θα προσδιορίσει τελικά σαν χαρακτήρας της αλλαγής. («Νεοδημοκρατικός», «Λαϊκοδημοκρατικός», σοσιαλιστικός ή όπως αλλιώς).

Πιο συγκεκριμένα.8Η ΣΥΝΨΗ ΑΦΙΣΑ - Αντίγραφο
Μια τέτοια ανατροπή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από έναν λαό αποφασισμένο, συγκροτημένο στο ανώτερο δυνατό επίπεδο συνειδητοποιημένο και με πλήρη επίγνωση αυτών που έχει να αντιμετωπίσει.
Μια συγκρότηση αυτού του επιπέδου δεν μπορεί να οικοδομηθεί αν δεν έχει σαν κορμό ισχύος της ένα προλεταριάτο συγκροτημένο σε τάξη για τον εαυτό της. Ταυτόχρονα δεν μπορεί να προσανατολιστεί στην προώθηση και εκπλήρωση των επιδιώξεών της αν δεν έχει αναδειχτεί στα πλαίσια της σαν ηγετική καθοδηγητική δύναμη, ένα συνολικά συγκροτημένο εργατικό επαναστατικό κομμουνιστικό κίνημα.
Και εκείνο που επίσης οφείλεται να είναι καθαρό είναι πως η οικοδόμηση αυτών των όρων και προϋποθέσεων δεν είναι ζήτημα επιθυμιών, αποφάσεων ή διακηρύξεων αλλά ζήτημα επιμόνου, συνεχούς, αποφασιστικού, καθημερινού αγώνα στα μέτωπα της ταξικής πάλης.
Για να το θέσω και με έναν διαφορετικό τρόπο. Καμιά επαναστατική ανατροπή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την εκπλήρωση αυτών των προϋποθέσεων. Αλλά και στην -υποθετική έστω- περίπτωση μιας ανατροπής χωρίς τον ηγετικό ρόλο του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος, αυτή θα έχει αστικό χαρακτήρα (ου μην αλλά και ιδιότυπα φεουδαρχικό -όρα Ιράν) θα αποτελεί υπόθεση της αστικής τάξης.
Αυτές οι κατευθύνσεις είναι που καθόρισαν και καθορίζουν την δική μας πορεία και πάλη. Με βάση αυτές προσδιορίζουμε τόσο τα άμεσα καθήκοντά μας όσο και το πώς τα εντάσσουμε στις συνολικότερες προοπτικές του λαϊκού αγώνα.
Δεν έχουμε αυταπάτες, δεν πετάμε στα σύννεφα. Ξέρουμε ότι ο δρόμος που προτείνουμε και προωθούμε είναι μακρύς και γεμάτος δυσκολίες και προβλήματα. Βλέπουμε άλλωστε καθημερινά το πόσο «παράξενα» ηχούν αυτά που προτείνουμε στα πλαίσια μιας αριστεράς που έχει κάνει δεύτερη φύση της την αναζήτηση δρόμων ευκολίας. Το πόσο δύσκολα μπορούν να βρουν ανταπόκριση σε έναν κόσμο αφοπλισμένο ιδεολογικά και πολιτικά από δεκαετίες αστικορεφορμιστικής κυριαρχίας. Έναν κόσμο που απογοητευμένος και παραζαλισμένος από τα απανωτά χτυπήματα εύκολα αγκιστρώνεται από κάλπικες υποσχέσεις. Έχουμε επίγνωση ότι οι σημερινές μας δυνατότητες δεν επαρκούν ακόμη, για αποφασιστικά ρήγματα στο πλέγμα αντιλήψεων, απόψεων και πολιτικών που κυριαρχούν. Αν όμως αυτή η οργάνωση άντεξε τόσες δεκαετίες και παραμένει ζωντανή και μάχιμη είναι και γιατί -ανάμεσα σε άλλα- πεισματικά, ακόμη και με κόστος αρνήθηκε τις λύσεις ευκολίας.
Ακριβώς επειδή γνωρίζουμε ότι οι λύσεις ευκολίας -και παρά ίσως τα πιθανά πρόσκαιρα οφέλη- δεν οδηγούν παρά σε νέα αδιέξοδα και νέες απογοητεύσεις.
Πάνω απ’ όλα επειδή γνωρίζουμε ότι αυτά που απαιτούνται για την απάντηση στο πρόβλημα των εργαζόμενων λαϊκών μαζών δεν αλλάζουν, δεν εξωραΐζονται, δεν εξορκίζονται, δεν καταργούνται. Βρίσκονται πάντα εκεί «έξω» στο πεδίο της ταξικής πάλης όπου και θα παίρνουν όλο και περισσότερο την μορφή που θα τα κάνει αναγνωρίσιμα σ’ αυτούς που αντιστέκονται, που διεκδικούν, που μάχονται.

Β.Σ.

Αναζήτηση

Κατηγορίες