Οι απαιτήσεις της ταξικής πάλης και το ζήτημα της Αριστεράς
Για τις διεθνείς εξελίξεις

Διανύουμε μια περίοδο όπου συνεχίζεται η παρατεταμένη επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη και συνολικά τον κόσμο της δουλειάς.
Στόχος αυτής της επίθεσης είναι η επαναθεμελίωση των ταξικών σχέσεων και σε βάση απόλυτης κυριαρχίας του κεφαλαίου. Με άξονα την ανατροπή των εργασιακών σχέσεων και τη διαμόρφωση όρων απόλυτης εξουσίας του κεφαλαίου στο εργασιακό πεδίο. Την εξάλειψη σειράς δικαιωμάτων και κατακτήσεων και συνολικά τη διαμόρφωση όρων ενός εργασιακού Μεσαίωνα.
Ταυτόχρονα, μια περίοδο όπου εξελίσσεται η εκστρατεία επανακατάκτησης-επαναποικιοποίησης του κόσμου από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Μια εκστρατεία στην οποία χρησιμοποιούνται όλα τα μέσα, που αναπτύσσεται ακόμα και με απροκάλυπτες στρατιωτικές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις που κομματιάζουν χώρες και μακελεύουν λαούς.
Στο ίδιο διάστημα έχουμε την παρόξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών για το ξαναμοίρασμα του κόσμου, με όλους τους κινδύνους που συνεπάγεται αυτό για τους λαούς και συνολικά για την ανθρωπότητα.
Αυτές οι εξελίξεις έχουν οδηγήσει σε όξυνση όλων των αντιθέσεων στον κόσμο. Ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργατική τάξη, τον ιμπεριαλισμό και τους λαούς.
Ταυτόχρονα, η παρόξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων έχει οδηγήσει σε κρίση το παγκόσμιο σύστημα των διεθνών σχέσεων.
Καταλυτικό ρόλο στην εμφάνιση αυτής της κρίσης έπαιξε η πολιτική των ΗΠΑ, καθώς θεώρησαν τις ανατροπές του 1989-1991 σαν την «ιστορική ευκαιρία» για την προώθηση μιας πολιτικής που θα τους έδινε την πλήρη κυριαρχία στον κόσμο. Μόνο που μια τέτοια επιδίωξη δεν αντιστοιχούσε στις δυνατότητες των ΗΠΑ και στους πραγματικούς συσχετισμούς στον κόσμο.
Το αποτέλεσμα ήταν η όξυνση των αντιθέσεων των ΗΠΑ όχι μόνο με Ρωσία-Κίνα αλλά και με τους συμμάχους τους, ευρωπαίους ιμπεριαλιστές και Ιαπωνία, και συνολικά ανάμεσα σε όλες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Ταυτόχρονα η ηρωική αντίσταση του ιρακινού λαού υπήρξε ο αποφασιστικός παράγοντας για να αναδειχτεί το αδιέξοδο της στρατηγικής των ΗΠΑ.
Περάσαμε έτσι σε μια φάση αναδιάταξης δυνάμεων με βασικά της χαρακτηριστικά:
Την αναγκαιότητα επαναπροσδιορισμού των στρατηγικών της κατευθύνσεων για κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη.
Την ανάδειξη σε πρώτο πλάνο του ζητήματος συμμαχιών στρατηγικού χαρακτήρα.
Την προσπάθεια διαμόρφωσης όρων από κάθε ιμπεριαλιστική δύναμη και σε συνθήκες εντεινόμενου ανταγωνισμού. Ενός ανταγωνισμού που αναπτύσσεται σε όλα τα πεδία. Το στρατηγικό, το στρατιωτικό, το πολιτικό, της δημιουργίας συμμαχιών τακτικού χαρακτήρα (στα πλαίσια και του συνολικού ζητήματος συμμαχιών που έχει αναδειχτεί). Στο οικονομικό πεδίο, που δεν περιλαμβάνει μόνο το ενεργειακό και των δρόμων μεταφοράς, αλλά και το πεδίο των τεχνολογιών αιχμής, του ελέγχου παραγωγής τροφίμων, το νομισματικό, της κίνησης κεφαλαίων, της πληροφορίας, του θεάματος και που θα μπορούσαμε να το συνοψίσουμε στο ζήτημα ελέγχου των αγορών. Ταυτόχρονα και στα «περιθώρια» που διαμορφώνει η ένταση των ανταγωνισμών ανάμεσα στις βασικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, εμφανίζονται και άλλες δυνάμεις που διεκδικούν αναβάθμιση της θέσης και του ρόλου τους στο παγκόσμιο ταμπλό, «περιπλέκοντας» περισσότερο την κατάσταση (Ινδία, Βραζιλία, Ιράν, Βενεζουέλα, Ν. Αφρική, Σ. Αραβία κ.ά.).
Είναι φανερό ότι στο σύνολό τους αυτές οι εξελίξεις επιδεινώνουν τη θέση των εργαζόμενων μαζών και συνολικά των λαών, θίγουν ή και καταργούν βασικά τους δικαιώματα, δημιουργούν τεράστιους κινδύνους για την ειρήνη στον κόσμο, ακόμη και για την επιβίωση της ανθρωπότητας.

Η αντίσταση των λαών

Από την άλλη μεριά συνεχίζεται αδιάκοπα η αντίσταση, η πάλη των εργαζόμενων λαϊκών μαζών ενάντια στο καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Ταυτόχρονα εδώ και λίγα χρόνια έχει μπει μπροστά η διαδικασία ανασύνταξης-ανασυγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων σ’ όλο τον κόσμο.
Ωστόσο οι συνέπειες της οπισθοχώρησης (για δεκαετίες), της ήττας εξακολουθούν να καθορίζουν το επίπεδο ανάπτυξης, την αποτελεσματικότητα, την προοπτική του λαϊκού κινήματος. Η αποσυγκρότηση του κορμού ισχύος της λαϊκής πάλης (της εργατικής τάξης), η αποσύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος εξακολουθούν να βαραίνουν αρνητικά στις εξελίξεις.
Οι λίγες εξαιρέσεις (όρα Νεπάλ κ.ά.) σηματοδοτούν το ελπιδοφόρο μέλλον, δεν είναι όμως αρκετές για να αναστρέψουν τη συνολική εικόνα των πραγμάτων. Ετσι, δεν είναι καθόλου συμπτωματικό το ότι το «κενό» καλύπτεται από δυνάμεις (π.χ. ισλαμικός φονταμενταλισμός) που ούτε θέλουν ούτε μπορούν να δώσουν ουσιαστική απάντηση στα προβλήματα των λαών.
Ούτε επίσης είναι συμπτωματικό το ότι η αντίσταση και οι αγώνες των λαών «κεφαλαιοποιούνται» πολλές φορές πολιτικά (εκτός των εξαιρέσεων που αναφέραμε) από δυνάμεις ρεφορμιστικές ή και αστικές. Και αυτό είναι το «μικρότερο κακό».
Το κυρίως ζήτημα είναι ότι μπαίνουμε σε μια περίοδο όξυνσης της ταξικής πάλης, έντασης της επίθεσης του συστήματος ενάντια στους εργαζόμενους, μεγιστοποίησης των κινδύνων που απειλούν τους λαούς, με τις λαϊκές μάζες να μην έχουν ακόμη αποκτήσει τα «όπλα» και το επίπεδο (ιδεολογικής, πολιτικής, οργανωτικής) συγκρότησης που απαιτείται για να τους αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά.

Οι εξελίξεις στη χώρα μας

Με ανάλογο τρόπο εξελίσσονται τα πράγματα και στη χώρα μας και στα ζητήματα που αναδεικνύουν.
Συνεχίζεται αμείλικτη η επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες.
Εξακολουθεί να ευθυγραμμίζεται η αστική τάξη με τους αντιδραστικούς ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς στην περιοχή και τον κόσμο. Παραμένουν άλυτα τα προβλήματα στα σύνορα της χώρας, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσεται μια πολιτική εμπλοκής της στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.
Το πιο σημαντικό είναι ότι απέναντι στα χειρότερα που έπονται ο λαός βρίσκεται αφοπλισμένος και με μια «Αριστερά» που ούτε θέλει ούτε μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που θέτουν. Αντίθετα, αυτή ακριβώς η ανεκδιήγητη «Αριστερά» (τουλάχιστον ένα τμήμα της) επιχειρεί να προβάλει σαν «διέξοδο» για το λαό το ρόλο που φιλοδοξεί να αναλάβει στην υπηρεσία του συστήματος.
Το ζήτημα της Αριστεράς έχει μια συνολική διάσταση η οποία και θα μας απασχολήσει στη συνέχεια. Θα θέλαμε ωστόσο να το δούμε καταρχάς σε σχέση με τις απαιτήσεις της ταξικής πάλης όπως αυτή εξελίσσεται στη χώρα μας. Πιο συγκεκριμένα, σε σχέση με τις δυο πρόσφατες αναμετρήσεις που υπήρξαν. Ακριβώς επειδή εμφάνισαν όλα τα δεδομένα του προβλήματος όπως αυτό έχει αλλά και αυτά που θα “χουμε να αντιμετωπίσουμε στην πορεία.
Στη χώρα μας εξελίχθηκαν τα τελευταία δύο, δυόμισι χρόνια δυο μεγάλες αντιπαραθέσεις ταξικού, πολιτικού χαρακτήρα. Η πάλη της σπουδάζουσας νεολαίας και η αντίσταση των εργαζομένων στην αντιασφαλιστική επιδρομή του κεφαλαίου.
Αυτές οι αντιπαραθέσεις ήταν έκφραση της διαρκούς σύγκρουσης ανάμεσα στο σύστημα από τη μια και τον εργαζόμενο λαό από την άλλη. Της γενικευμένης επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες. Πιο συγκεκριμένα, της επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στη νεολαία καταρχάς και στη συνέχεια στο ασφαλιστικό δικαίωμα των εργαζομένων.
Το σύστημα προχώρησε σ’ αυτές τις επιθέσεις έχοντας προετοιμαστεί με κάθε τρόπο και χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα και τους μηχανισμούς που διαθέτει.
Από την άλλη μεριά, εξεγέρθηκε η σπουδάζουσα νεολαία παρά και ενάντια στις προσπάθειες πολλών να την «κατευνάσουν».
Οσον αφορά το ασφαλιστικό, οι λαϊκές μάζες έδειξαν την αγανάκτηση και την οργή τους αλλά και τις διαθέσεις τους να κινηθούν, να βγουν μαζικά στους δρόμους.
Οι αγώνες αυτοί εξελίχθηκαν σε αντιπαραθέσεις μείζονος ταξικού πολιτικού χαρακτήρα και σημασίας.
Ο αγώνας της νεολαίας με βάση την αγωνιστική διάθεση, το πείσμα των σπουδαστών-φοιτητών, που οδήγησε στο μπλοκάρισμα της συνταγματικής αναθεώρησης, χωρίς ωστόσο να μπορέσει να αποτρέψει την ψήφιση του νόμου-πλαίσιο.
Ο αγώνας για το ασφαλιστικό, με ανάγλυφη την ταξική, πολιτική του διάσταση και παρά τις διαθέσεις του κόσμου δεν μπόρεσε να δώσει μια αποτελεσματική απάντηση στην επίθεση του κεφαλαίου.
Οι αιτίες για μια τέτοια εξέλιξη βρίσκονται καταρχάς στους αρνητικούς συσχετισμούς που έχουν διαμορφωθεί και εδραιωθεί εδώ και χρόνια. Στο χαμηλό ακόμη επίπεδο συγκρότησης του κινήματος. Το ότι στο πλαίσιό του δεν έχουν διαμορφωθεί ακόμη εκείνοι οι πολιτικοί «κινητήρες» που να μπορούν να αξιοποιήσουν αυτές τις διαθέσεις και να δώσουν την αναγκαία ώθηση στην ανάπτυξη του κινήματος.
Οσο για την υπάρχουσα Αριστερά, απέδειξε για άλλη μια φορά πως ούτε μπορεί και κυρίως δεν θέλει να αναλάβει το ρόλο που υποτίθεται της ανήκει. Ακόμη περισσότερο, δεν θέλει αλλά ούτε και μπορεί να αλλάξει.
Εδώ σ’ αυτό το κείμενο και σε σχέση μ’ αυτά θα σημειώσουμε ένα και μόνο πράγμα. ΚΚΕ και ΣΥΝ στην ουσία πούλησαν αυτούς τους αγώνες και με πλήρη συνείδηση του πράγματος. Δεν θέλησαν και δεν ανέλαβαν την πολιτική ευθύνη αυτών των αντιπαραθέσεων και ακριβώς για να μην έρθουν σε σύγκρουση με τις δυνάμεις του συστήματος.
Αν σ’ αυτά συνυπολογίσουμε τις μικρές δυνατότητες αλλά και τον καιροσκοπισμό, τη σύγχυση του συνόλου σχεδόν των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, η κατάληξη δεν πρέπει να εκπλήσσει.
Για όλα αυτά έχουμε αναφερθεί επανειλημμένα και αναλυτικά και δεν θεωρούμε αναγκαίο να τα επαναλάβουμε σ’ αυτό το κείμενο.
Θα αναφερθούμε μόνο σε μια ακόμη πλευρά του ζητήματος. Το κριτήριο που βάζουμε δεν είναι απλά αν κερδήθηκαν ή χάθηκαν αυτές οι μάχες. Στην πορεία της ταξικής πάλης θα υπάρξουν και πολλές χαμένες μάχες με βάση μια σειρά παράγοντες και το συσχετισμό δυνάμεων.
Το ζήτημα είναι ακόμη και αυτές οι «ήττες» τι «αφήνουν». Μπορούμε να μετρήσουμε πολλές θετικές παρακαταθήκες (και έχουμε αναφερθεί) τόσο στον αγώνα της νεολαίας όσο και των εργαζομένων για το ασφαλιστικό. Εδώ όμως θα θέλαμε να επισημάνουμε τα αρνητικά.
Στις δυνάμεις του συστήματος έχει εδραιωθεί η πεποίθηση ότι απέναντί του έχει έναν λαό οργισμένο μεν, αλλά χωρίς τη συγκρότηση που μπορεί να μετατρέψει αυτή την οργή σε «υλική» δύναμη. Κυρίως έχει επανεπιβεβαιώσει την πεποίθησή τους ότι οι πολιτικές δυνάμεις της υποτιθέμενης Αριστεράς δεν έχουν ούτε τη διάθεση ούτε την ικανότητα να τους αντιπαρατεθούν. Γι’ αυτό ακριβώς προχωρούν και κλιμακώνουν την επίθεσή τους σε όλα τα μέτωπα.
Στο λαό έχει περάσει σε σημαντικό βαθμό μια αίσθηση της ήττας, μια ενίσχυση της αντίληψης ότι «δεν γίνεται τίποτα». Η «διέξοδος» Τσίπρα αυτό ακριβώς εκφράζει. Την οργή του κόσμου από τη μια αλλά και μια διάθεση «παραίτησης» από τη στήριξη στο δικό του αγώνα και μια εναπόθεση ελπίδων στη σύμπραξη ΠΑΣΟΚ-ΣΥΝ. Αλλά γι’ αυτό θα αναφερθούμε και στη συνέχεια. Συνολικά δηλαδή διαμόρφωση αρνητικών όρων και συσχετισμών σε μια περίοδο κατά την οποία οξύνεται η ταξική πάλη και αναδεικνύονται οι μεγαλύτερες των απαιτήσεων.

Το ζήτημα της Αριστεράς και πώς εμφανίζεται

Και μόνο σ’ αυτά αν στεκόμασταν, θα διαπιστώναμε ότι θέτουμε με έντονο τρόπο ζήτημα Αριστεράς. Και φυσικά δεν μπαίνει μόνο με βάση αυτά αλλά και ευρύτερα και μάλιστα εδώ και πολλά χρόνια. Και επειδή ακριβώς έχει τεθεί ένα τέτοιο ζήτημα, όλοι έχουν βαλθεί να το «τακτοποιήσουν».
Καταρχάς το ίδιο το… σύστημα. Οσο κι αν φαίνεται σχιζοφρενικό, τον τόνο στη συζήτηση περί Αριστεράς που διεξάγεται στις μέρες μας τον δίνουν όργανα και παράγοντες του συστήματος. Αυτό που κυριαρχεί στη φιλολογία περί Αριστεράς είναι μια ορισμένη αντίληψη για το τι είδους «Αριστερά» χρειάζεται (το σύστημα). Αυτό που προσπαθούν να επιβάλουν -και μάλιστα σαν «αντικειμενική» απαίτηση των καιρών- είναι ένας συγκεκριμένος τύπος «χρήσιμης Αριστεράς» στα μέτρα και με βάση τις προδιαγραφές του συστήματος. Ή, για να το πούμε διαφορετικά, μια «Αριστερά» που θα κινείται σε βάση παραδοχής του καπιταλιστικού «μονόδρομου», που θα υπηρετεί την εμπέδωση της άποψης ότι ο καπιταλισμός είναι «μονόδρομος».
Απέναντι σ’ αυτή την προπαγάνδα κατακλυσμιαίων διαστάσεων, το χειρότερο είναι ότι δεν υπάρχει ένας πραγματικός, ουσιαστικός και αποτελεσματικός αντίλογος, ενώ η όποια πραγματικά αντίθετη άποψη απλώς δεν μπορεί να φτάσει στις ευρύτερες μάζες. Οσον αφορά την «αριστερά» του ΠΑΣΟΚ (λέμε τώρα), αυτή απλώς σιγοντάρει με τον τρόπο της τη σχετική φιλολογία και για ευνόητους λόγους.
Ανάλογα πράττει και ο χώρος του ΣΥΝ (και περί αυτόν) μια και κινείται -με τις «διαφοροποιήσεις» του, όλα κι όλα- στο πλαίσιο του ίδιου παιχνιδιού του οποίου φιλοδοξεί να γίνει «βασικός μέτοχος» (με το «μάνατζμεντ» σταθερά στα χέρια των δυνάμεων του συστήματος).
Το ΚΚΕ, που υποτίθεται ότι προσπαθεί να αρθρώσει έναν διαφορετικό λόγο (και ταυτόχρονα είναι η μόνη δύναμη που η φωνή της μπορεί να ακουστεί κάπως ευρύτερα), κινείται με τρόπο τουλάχιστον αντιφατικό.
Οσον αφορά την υπεράσπιση της ιστορίας και της προσφοράς του κομμουνιστικού κινήματος, διατυπώνονται -τα τελευταία χρόνια- και τοποθετήσεις σε θετική κατεύθυνση. Ωστόσο αυτές ακυρώνονται (ή τουλάχιστον δημιουργείται σύγχυση) όταν αυτή η υπεράσπιση προεκτείνεται στο μπρεζνιεφικό μοντέλο στο οποίο το ΚΚΕ εξακολουθεί να μένει προσηλωμένο.
Ανάλογη αντιφατικότητα εκδηλώνεται και στο πεδίο αντιμετώπισης του καπιταλιστικού συστήματος, όπου τις αποκαλύψεις και καταγγελίες τις διαδέχονται θέσεις και απόψεις σε ρεφορμιστική κατεύθυνση.
Ακόμη μεγαλύτερη αντιφατικότητα και σύγχυση χαρακτηρίζει το χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, όπου αριστερές (έως μαξιμαλιστικές) τοποθετήσεις εναλλάσσονται με απόψεις ρεφορμιστικού στην ουσία χαρακτήρα. Ετσι, με βάση και την -αντικειμενική- αδυναμία τους να προβάλουν σε πλατιά κλίμακα τις απόψεις τους, δίνεται η δυνατότητα στον αστικό Τύπο να προβάλει επιλεκτικά όποια άποψή τους προσεγγίζει τις αστικορεφορμιστικές αντιλήψεις και να θάβει όσες επιχειρούν να αρθρώσουν κάτι πραγματικά αριστερό.
Ανάλογο και πιο συστηματικό θάψιμο αντιμετωπίζουν βέβαια οι δικές μας απόψεις. Μια πραγματική «υγειονομική ζώνη» περιβάλλει τις απόψεις του ΚΚΕ(μ-λ), η στεγανότητα μάλιστα της οποίας υπηρετείται όχι μόνο από τις δυνάμεις του συστήματος αλλά και από τους ρεφορμιστές, ακόμη και από τις δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.
Ετσι διαμορφώνεται συνολικά ένα πεδίο όπου το σύστημα «συζητάει» ουσιαστικά με τον… εαυτό του για το ζήτημα της «Αριστεράς» και διαμορφώνει το ιδεολογικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θέλει να εκθρέψει τον «αριστερό» του «αντίπαλο».
Αντίστοιχο είναι το ταμπλό που διαμορφώνεται όσον αφορά τα πολιτικά σχήματα και τις πολιτικές τους προτάσεις «διεξόδου», τόσο αυτές που διατυπώνονται όσο και εκείνες που «κυοφορούνται».
Εχουμε έτσι την «κεντροαριστερή» πρόταση του ΠΑΣΟΚ, δηλαδή μια πρόταση αναβάπτισης της σοσιαλδημοκρατικής κατεύθυνσης με τη συνδρομή «αριστερών» δυνάμεων, «πρόθυμων» να αναλάβουν έναν τέτοιο ρόλο. Είναι άλλωστε η προτιμώμενη από το σύστημα λύση. (Εννοείται, εάν και εφόσον εξαντληθούν οι δυνατότητες της ΝΔ).
Εναλλακτική της προηγούμενης, η πρόταση που προσπαθεί να πλασάρει ο ΣΥΝ με τον Αλαβάνο, της «ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών με κινηματική στήριξη» και σε «αντινεοφιλελεύθερη» κατεύθυνση. Μια πολιτική που εμπορεύεται με τον πιο χυδαίο πολιτικά τρόπο τα αισθήματα, τις αγωνίες αλλά και την απογοήτευση ενός κόσμου για να διαμορφώσει τους όρους μιας «χρήσιμης» -για το σύστημα- «Αριστεράς». Οταν, λ.χ., η ηγεσία του ΣΥΝ προβάλλει τη δυνατότητα άμεσων λύσεων (απέναντι σε «κάποιους» που, υποτίθεται, αναμένουν το «σοσιαλιστικό παράδεισο»), γνωρίζει πολύ καλά ότι, στις δοσμένες συνθήκες και συσχετισμούς, άμεσες -κυβερνητικές- λύσεις μπορούν να υπάρξουν μόνο σε σύμπραξη με το ΠΑΣΟΚ (που κατά τα άλλα «αποκηρύσσει»).
Στον, υποτίθεται, αντίποδα η άποψη του ΚΚΕ, η οποία προσβλέπει σ’ έναν «σοσιαλισμό» μπρεζνιεφικού τύπου και στον οποίο θα φτάσουμε μέσω της πρότασης για μια «λαϊκή εξουσία» που δεν πείθει ούτε για το πόσο λαϊκή ούτε για το πόσο εξουσία θα είναι. Στο μεταξύ και επί του πρακτέου, αυτή η πρόταση εξουσίας εκφράζεται με σειρά προτάσεων ρεφορμιστικού χαρακτήρα που μόνο στη διατύπωση διαφέρουν (όταν διαφέρουν) από τις αντίστοιχες του ΣΥΝ και τη λογική τους (όπου η διαφορά ανάμεσα στη ρεφορμιστική και την «επαναστατική» άποψη εκφράζεται από το αν ορίζει κάποιος στα 1.300 ή 1.400 ευρώ τη διεκδίκηση για κατώτατο μεροκάματο!). Στο μεταξύ, σταθερός παρονομαστής όλης της κίνησης του ΚΚΕ, ο «φόβος απέναντι στο κίνημα». Ακριβώς γιατί η ηγεσία του ΚΚΕ γνωρίζει ότι όλα αυτά είναι απλώς του αέρα και δεν αντέχουν σε δοκιμασία κινήματος. Για τους ίδιους λόγους δεν διστάζει να εμπαίζει τον ίδιο της τον κόσμο, διακηρύσσοντας την «αναποτελεσματικότητα των αγώνων» όταν το κίνημα βρίσκεται σε έξαρση, και μόλις το κίνημα (και με τη δική της «συνδρομή») καταλαγιάσει, τότε σαλπίζει «αντεπίθεση».
Εχουμε ακόμη τις προτάσεις που κατά καιρούς (και ιδιαίτερα σε προεκλογικές περιόδους) γυροφέρουν στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς περί αριστερού, ριζοσπαστικού, επαναστατικού κ.λπ. πόλου (ή όπως αλλιώς). Εδώ εμφανίζονται ορισμένα αξιοσημείωτα όσο και -άκρως- αντιφατικά φαινόμενα.
Εχουμε έτσι δυνάμεις που είναι καθ’ όλα «έτοιμες» να προχωρήσουν «ενωτικά» στο εγχείρημα της δημιουργίας του ριζοσπαστικού κ.λπ. πόλου, αλλά την ίδια στιγμή εμφανίζονται εντελώς απρόθυμες να συναινέσουν σε απλές προσπάθειες κοινής δράσεις και σε αναφορά με ζητήματα που αναδεικνύει η ταξική πάλη. Οι αιτίες βέβαια γι’ αυτό το «ψυχολογικό» φαινόμενο είναι ιδεολογικές και πολιτικές. Συνδέονται με την ιδεολογική σύγχυση αλλά και τον πολιτικό καιροσκοπισμό που χαρακτηρίζει τη μικροαστική αντίληψη και εμποδίζει στο να πραγματοποιηθεί αυτό που είναι τόσο αναγκαίο όσο και μπορετό στις σημερινές συνθήκες.
Ακριβώς γι’ αυτό, σ’ έναν χώρο που δείχνει να κυριαρχείται από «ακραίες» ριζοσπαστικές, αριστερές, επαναστατικές και κομμουνιστικές αντιλήψεις, ευδοκιμούν απόψεις και αναπτύσσονται ροπές που καταλήγουν στον… ΣΥΡΙΖΑ.
Απέναντι λοιπόν σ’ όλες αυτές τις λαμπρές προτάσεις, η δική μας άποψη για την οικοδόμηση του μετώπου αντίστασης μέσα από την κοινή δράση μοιάζει «περιορισμένης εμβέλειας», όπως άλλωστε κριτικάρεται από διάφορες πλευρές. Ούτε «άμεση κυβερνητική λύση» έχει στα χέρια της, ούτε την «αντεπίθεση για τη λαϊκή εξουσία» σαλπίζει, ούτε οι προτάσεις για «κομμουνισμό εδώ και τώρα» φαίνεται να τη συγκινούν. Μπορούμε να δεχτούμε ότι κάποιοι, εν συγχύσει διατελούντες, πράγματι δεν αντιλαμβάνονται ποια ζητήματα έχουν τεθεί και ποιες απαιτήσεις εγείρουν. Εχουμε όμως την άποψη ότι οι ηγεσίες ιδιαίτερα των ρεφορμιστικών κομμάτων κάνουν εντελώς συνειδητά τις επιλογές τους, ξέρουν πολύ καλά πού στοχεύουν και τι περιμένουν από την πολιτική που προωθούν.
Η ηγεσία του ΣΥΝ, λ.χ., γνωρίζει πολύ καλά ότι με βάση τους σημερινούς συσχετισμούς δεν μπορεί να υπάρξει στο άμεσα προσεχές διάστημα «κυβερνητική λύση» που να μπορεί να απαντήσει το πρόβλημα του λαού.
Η ηγεσία του ΚΚΕ γνωρίζει πολύ καλά ότι το ανόητο σύνθημα της «αντεπίθεσης» δεν είναι παρά αέρας φρέσκος. Οσοι προτάσσουν την εν αιθρία «ενότητα της Αριστεράς» δεν γίνεται να μη γνωρίζουν (κι αν όντως δεν γνωρίζουν, τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς) ότι η πολυδιάσπαση δεν είναι κάτι τυχαίο, περιστασιακό ή επειδή μας ματιάξανε. Οτι έχει μια ιστορία πενήντα και πάνω χρόνων, εξελίχθηκε στη βάση συγκεκριμένων αντιθέσεων και ταυτόχρονα δημιούργησε πολύ συγκεκριμένα δεδομένα.
Αλλά ας περάσουμε στη διατύπωση της δικής μας άποψης.

Οι ιστορικοί όροι ενός προβλήματος

Το ζήτημα της Αριστεράς όπως εμείς το αντιλαμβανόμαστε είναι «απλό» και ταυτόχρονα σύνθετο. Ζούμε σε μια καπιταλιστική κοινωνία. Το θεμελιώδες ερώτημα αφορά: α) Το αν αυτή η κοινωνία μπορεί και πρέπει να μείνει ως έχει. β) Αν μπορεί και πρέπει να μεταρρυθμιστεί. γ) Αν μπορεί και πρέπει να ανατραπεί ως μη επιδεχόμενη αλλαγές και μεταρρυθμίσεις.
Το ερώτημα τίθεται και με διαφορετικό τρόπο. Σ’ αυτή την κοινωνία, κυρίαρχη δύναμη είναι η κεφαλαιοκρατική αστική τάξη. Η εργατική τάξη, που βρίσκεται απέναντί της, μπορεί και πρέπει να διεκδικήσει αυτή την κυριαρχία από την αστική τάξη και να προχωρήσει στην οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας στη δική της (της εργατικής τάξης) σοσιαλιστική βάση;
Τα ερωτήματα όπως τέθηκαν ίσως να φαίνονται «χοντροκομμένα». Ωστόσο περικλείουν την ουσία του πράγματος, άσχετα αν αυτή η ουσία για να προσδιοριστεί και να κατανοηθεί χρειάζεται πολύ περισσότερες διευκρινίσεις. Το είδος της Αριστεράς (ή «Αριστεράς») που έχει κατά νου ο καθένας είναι ριζικά διαφορετικό στην α, β από τη μια και στη γ εκδοχή του πράγματος. Και βέβαια άλλη Αριστερά είναι αυτή που θα εδραιώνεται στην εργατική τάξη και θα εκφράζει τα συμφέροντα και τις προοπτικές της και άλλη εκείνη η «Αριστερά» που εμφανίζεται ως «υπερταξική», δηλαδή του αέρος.
Αυτά τα ερωτήματα τέθηκαν εδώ και πολλά χρόνια και απαντήθηκαν σε μια πορεία ως ένα βαθμό και με έναν ορισμένο τρόπο.
Σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο με τις εξεγέρσεις, επαναστάσεις του 1848, σ’ ένα υψηλότερο το 1871 με την Κομμούνα και σ’ ένα ακόμη πιο υψηλό το 1917 με την Οκτωβριανή Επανάσταση.
Η εργατική τάξη μέσα σ’ αυτή την πορεία συγκροτήθηκε σε τάξη για τον εαυτό της και έφτασε στο ανώτερο επίπεδο συγκρότησης με τη δημιουργία του κόμματός της και συγκεκριμένα του κόμματος των μπολσεβίκων.
Στη βάση αυτής της συγκρότησης έγινε ικανή να ανατρέψει τη φεουδαρχία στη Ρωσία, να παραμερίσει την αστική τάξη και να προχωρήσει στην οικοδόμηση της «δικής της» (σοσιαλιστικής) κοινωνίας. Αυτή η κοινωνία υπήρξε, στο πλαίσιό της η εργατική τάξη πραγματοποίησε σημαντικές κατακτήσεις που λειτούργησαν παραδειγματικά για το σύνολο των κολασμένων της γης. Ταυτόχρονα ωστόσο αυτή η νέα κοινωνία ανέδειξε σε μια πορεία τα δικά της προβλήματα, τις δικές της αντιφάσεις και αντιθέσεις. Αντιφάσεις τις οποίες η εργατική τάξη δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά (το γιατί και το πώς αφορά άλλη συζήτηση, που φυσικά και πρέπει να την κάνει το κίνημα).
Αυτό είχε σαν συνέπεια το σταδιακό παραμερισμό της εργατικής τάξης σαν ηγετικής δύναμης της σοσιαλιστικής κοινωνίας και την κυριάρχηση δυνάμεων αστικής ροπής και κατεύθυνσης που είχαν αναδειχτεί στο εσωτερικό της. Μια ανατροπή που οδήγησε σε μια πορεία εκφυλισμού της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αυτή η εξέλιξη υπήρξε ταυτόχρονα και αφετηριακός παράγοντας για την αποσυγκρότηση σε μια πορεία της εργατικής τάξης αλλά και την αποσύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος.
Σ’ αυτή την πορεία αποδόμησης του εργατικού κομμουνιστικού κινήματος αντέδρασαν οι κομμουνιστές και η εργατική τάξη. Κορυφαία έκφραση αυτής της αντίδρασης υπήρξε η ΜΠΠΕ στην Κίνα, χωρίς ωστόσο να κατορθώσει να αναστρέψει την αρνητική κατεύθυνση που είχαν πάρει οι εξελίξεις.
Ετσι φτάσαμε τελικά στην ολοκλήρωση της διαδικασίας της παλινόρθωσης και στις ανατροπές του 1989-1991 και τη γνωστή συνέχεια.
Αν τώρα αναφερθούμε σ’ αυτήν καθεαυτή την πολιτική έκφραση αυτών των εξελίξεων, θα δούμε τις αντίστοιχες διαμορφώσεις που υπήρξαν στο χώρο που γενικά χαρακτηρίζουμε σαν Αριστερά.
Αν πάρουμε σαν αφετηριακό σημείο το 1917, το πολιτικό ρεύμα που κυριάρχησε στη συνέχεια ήταν αυτό που συγκροτήθηκε με αναφορά στην Οκτωβριανή Επανάσταση και στο σοσιαλισμό που οικοδομούνταν. Δηλαδή το κομμουνιστικό κίνημα της Τρίτης Διεθνούς. Αυτή ήταν η Αριστερά που κυριάρχησε σε μορφή και περιεχόμενο, περιθωριοποιώντας όλες τις άλλες τάσεις στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα.
Η κρίση στο κομμουνιστικό κίνημα εκδηλώνεται στα μισά περίπου του αιώνα και με αφετηρία τα προβλήματα που εμφάνισε η εξέλιξη της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Παίρνοντας σαν σημεία αναφοράς το 1953 (θάνατος Στάλιν) και 1956 (20ό Συνέδριο ΚΚΣΕ) μπορούμε να πούμε ότι έχουμε εδώ μια ανατροπή που οδηγεί στην κυριάρχηση ρεβιζιονιστικών και ρεφορμιστικών απόψεων. Η Αριστερά (το κομμουνιστικό κίνημα) που διαμορφώνεται σ’ αυτή τη βάση διατηρεί τα εξωτερικά μορφικά στοιχεία της προηγούμενης Αριστεράς αλλά με ένα ριζικά διαφορετικό πλέον περιεχόμενο.
Περί το 1960 (λίγο πριν, λίγο μετά) εκδηλώνεται η αντίδραση των κομμουνιστών (μαρξιστών-λενινιστών) που προσπαθούν να ξαναδώσουν στις κοινωνίες του υπαρκτού τη σοσιαλιστική τους κατεύθυνση και στο κομμουνιστικό κίνημα το επαναστατικό του περιεχόμενο. Κορυφαία έκφραση αυτής της προσπάθειας, όπως ήδη αναφέραμε, η ΜΠΠΕ, η οποία ωστόσο τελικά νικήθηκε. Αυτό σφράγισε και την εξέλιξη του διεθνούς μ-λ κινήματος που είχε συγκροτηθεί στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας.
Στην ίδια περίοδο και με κομβική χρονολογία το 1968 (επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία) εκδηλώνεται η κρίση στο ρεβιζιονιστικό μπλοκ. Διαχωρίζεται σε δυο πτέρυγες, που ναι μεν παραμένουν και οι δύο στο ίδιο ρεφορμιστικό έδαφος, ωστόσο η μια συνεχίζει να είναι προσκολλημένη στη Μόσχα και η άλλη συνδέει τις τύχες της με την ευρωπαϊκή αστική τάξη.
Σ’ όλην αυτή τη διαδρομή, ανάμεσα, γύρω και παράλληλα με αυτά τα πολιτικά ρεύματα εκδηλώνονται διάφορες τάσεις (και αναβιώνουν άλλες που είχαν παλιότερα περιθωριοποιηθεί) που αναζητούν, ανοίγουν μέτωπα, ασκούν κριτική τόσο στον καπιταλισμό όσο και στον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Με βάση ωστόσο τις δικές τους αδυναμίες και αδιέξοδα, στις περισσότερες των περιπτώσεων εκφυλίζονται σε κινήσεις νεο-ρεφορμιστικού χαρακτήρα και ενσωματώσιμες στο αστικό σύστημα.
Οι ανατροπές του 1989-1991 δημιουργούν μια εντελώς νέα κατάσταση. Η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, η διάλυση της Σ.Ε. διαμορφώνουν έναν νέο παγκόσμιο συσχετισμό όπου κυριαρχούν οι ιμπεριαλιστές της Δύσης με επικεφαλής τις ΗΠΑ. Σ’ αυτό το πλαίσιο, από τα καθεστώτα που διατηρούν το σοσιαλιστικό (ή «σοσιαλιστικό») σχήμα, άλλα επιταχύνουν το βήμα τους προς την καπιταλιστική παλινόρθωση (Κίνα). Αλλα αγκιστρώνονται σ’ αυτό, καθώς οι κυρίαρχες δυνάμεις βλέπουν σ’ αυτό τον μόνο τρόπο για να διατηρήσουν το ρόλο τους αλλά και την κρατική τους υπόσταση, και άλλα με ανάλογα προβλήματα και πιέσεις προσπαθούν να διατηρήσουν (λ.χ. Κούβα) και κάποιες από τις σοσιαλιστικές κατακτήσεις.
Την ίδια περίοδο είχαμε και την πιο ελεεινή έκφραση του σαπίσματος στο οποίο είχε οδηγήσει την «Αριστερά» η κυριαρχία ρεβιζιονιστών, ρεφορμιστών. Κατά εκατομμύρια πρώην «κομμουνιστές» σε Ανατολή και Δύση περνούν «μετανιωμένοι» και ανοιχτά πλέον στην πλευρά του καπιταλιστικού συστήματος. Σ’ αυτό το κλίμα, το πάλαι ποτέ ευρωκομμουνιστικό ρεύμα ανακαλύπτει τη «νέα Αριστερά», την οποία εκφράζουν οι Σρέντερ, Ζοσπέν, Μπλερ και… Κλίντον.
Οι μπρεζνιεφικού χαρακτήρα τάσεις (σε όσες χώρες εξακολουθούν να έχουν υπόσταση) αντιμετωπίζουν πρόβλημα ταυτότητας-ύπαρξης και προσπαθούν να επιβιώσουν, αναζητώντας στήριξη από την Κίνα μέχρι τον Ζουγκάνοφ. Σειρά ομάδων, τάσεων και κινήσεων που πολλές είχαν επενδύσει και στην γκορμπατσοφική περεστρόικα συνεχίζουν να βρίσκονται σε σύγχυση και παραζάλη.
Ταυτόχρονα οργανώσεις, ομάδες και αγωνιστές αντιστέκονται και, ανεξάρτητα από τις αδυναμίες που και αυτές εμφανίζουν, προσπαθούν να υψώσουν γραμμές άμυνας. Διασώζουν έτσι την τιμή της Αριστεράς, ωστόσο οι συνθήκες και οι συσχετισμοί, οι αντικειμενικοί και υποκειμενικοί όροι είναι τέτοιοι που δεν επιτρέπουν μια ολοκληρωμένη απάντηση.
Στην ίδια περίοδο παίρνει ευρύτερες διαστάσεις ένα φαινόμενο που είχε ήδη εισβάλει ορμητικά στο προσκήνιο των εξελίξεων με την Ιρανική Επανάσταση του 1979. Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός. Δεν θα αναφερθούμε εδώ στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φαινομένου (βλέπε άλλες τοποθετήσεις μας). Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι το να επισημάνουμε την άμεση συνάρτηση της εμφάνισης του φαινομένου με το «κενό» που είχε αρχίσει να δημιουργείται σ’ ένα πεδίο που μέχρι τότε κάλυπτε αδιαφιλονίκητα η Αριστερά. Και υπήρξε και συνέχεια. Από τα τότε μέχρι τα σήμερα και το «κενό» διευρύνθηκε και οι τάσεις και οι δυνάμεις που -όπως είναι φυσικό- έσπευσαν να το καλύψουν, περισσότερες. Και το πρόβλημα δεν είναι απλά το ότι εμφανίζονται και τέτοιες δυνάμεις, αλλά πάνω απ’ όλα συνδέεται με το αν μπορούν να δώσουν τις απαντήσεις που απαιτούν οι καιροί.
Αυτό λοιπόν που θέλουμε να καταδείξουμε με αυτήν την -αναγκαστικά συνοπτική- αναφορά μας στο ιστορικό του πράγματος είναι ότι οι πολιτικές δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά σήμερα δεν προκύψανε τυχαία. Αποτέλεσαν προϊόν και έκφραση της ταξικής πάλης όπως αυτή εκφράστηκε και μέσα στο πλαίσιο του κομμουνιστικού κινήματος (και συνολικά της ευρύτερης Αριστεράς) στις προηγούμενες δεκαετίες. Ούτε βέβαια είναι συμπτωματικό ή έκφραση «ιδιοτροπίας» το ότι κινούνται στη βάση διαφορετικών πολιτικών γραμμών και διατυπώνουν τις πολιτικές προτάσεις στις οποίες αναφερθήκαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο αυτού του κειμένου.
Είναι έκφραση των ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων που κουβαλάνε στις αποσκευές τους και του τρόπου που αντιμετωπίζουν τη σημερινή πραγματικότητα. Οταν λοιπόν θέτει κανείς ζήτημα ιδεολογικής και πολιτικής ενότητας αυτών των δυνάμεων, δηλαδή παράκαμψης των πραγματικών δεδομένων, ή αφελής είναι ή κοροϊδεύει τον κόσμο. Και ισχύει κυρίως το δεύτερο. Αποτελεί μάλιστα πρόκληση όταν αυτό γίνεται από δυνάμεις που κατά τα άλλα φλυαρούν ασύστολα για την ανάγκη ξεπεράσματος των στερεοτύπων του χτες, των δογματικών αγκυλώσεων και άλλα τέτοια ιλουστρασιόν. Παρ’ όλη τη «νεοτερικότητά» τους, είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι, αυτό που προτείνουν είναι η αντιμετώπιση των απαιτήσεων του μέλλοντος με τη συγκόλληση των υλικών του χθες.
Από τη μεριά μας, εδώ θα πούμε κατ’ αρχάς ένα και μόνο πράγμα. Ανεξάρτητα από το τι θεωρεί ο καθένας πως απαιτείται να γίνει. Ενότητα, ανασυγκρότηση, επανίδρυση, ανασύσταση -ή τι άλλο- της Αριστεράς. Ανεξάρτητα ακόμη από μορφές, χαρακτηριστικά και διαδικασίες μέσα από τις οποίες θα προκύψει και τον τέτοιο ή αλλιώτικο τρόπο σ’ αυτή την εξέλιξη των δυνάμεων που αναφέρονται στην Αριστερά.
Το βέβαιο είναι πως αυτό που «έρχεται» θα πραγματοποιηθεί κατά πρώτο και κύριο λόγο με βάση τις απαιτήσεις της ταξικής πάλης των καιρών μας. Μέσα σ’ αυτή την πάλη και με τους όρους αυτής της πάλης. Τίποτα δεν μπορεί να το παρακάμψει ή πολύ περισσότερο να το αναιρέσει αυτό.
Ας περάσουμε όμως στο πώς εμείς βλέπουμε αυτό το ζήτημα.

Οι θεμελιώδεις όροι του προβλήματος

Το πρωταρχικό ερώτημα είναι και πάλι το ίδιο. Το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα που κυριαρχεί σήμερα στον κόσμο πρέπει να μείνει ως έχει; Μπορεί και πρέπει να μεταρρυθμιστεί; Ή μήπως οφείλουμε να προσανατολιστούμε στην ανατροπή του; Η εργατική τάξη μπορεί και πρέπει να διεκδικήσει την κυριαρχία από την κεφαλαιοκρατική αστική τάξη και να προχωρήσει στην οικοδόμηση της «δικής της» -σοσιαλιστικής- κοινωνίας ή να αποδεχτεί αυτή την κυριαρχία και να προσαρμοστεί στους όρους της;
Η απάντηση σ’ αυτό το -«σημερινό»- ερώτημα δεν υφίσταται εξ ορισμού. Οφείλει να είναι επίσης «σημερινή» και να στηρίζεται στη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης σημερινής πραγματικότητας. Την ανάλυση της ταξικής διάρθρωσης της αστικής κοινωνίας. Των όρων λειτουργίας του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και συνολικά του παγκόσμιου καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο αντιμετωπίζουμε από τη μεριά μας το ζήτημα. Στηριζόμαστε στη μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη και θεωρία, αλλά το «αντικείμενό» μας και αυτό που μας δίνει τα αποφασιστικά δεδομένα είναι η ίδια η συγκεκριμένη σημερινή πραγματικότητα.
Σ’ αυτή τη βάση και μ’ αυτό τον τρόπο τασσόμαστε με την άποψη της ανατροπής του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος και της κυριαρχίας της κεφαλαιοκρατικής αστικής τάξης από την εργατική. Αυτή είναι μια βασική, μια θεμελιώδης επιλογή από την οποία απορρέουν όλες οι άλλες. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει καθόλου ότι απαντήθηκε κιόλας το ζήτημα. Είναι μόνο μια τοποθέτηση αρχής.
Η απάντηση στο ζήτημα της Αριστεράς κατά την άποψή μας συνδέεται με την προώθηση, ολοκλήρωση μιας διαδικασίας που περιλαμβάνει δύο διαλεκτικά συμπλεκόμενα προτσές. Την «εκ νέου» συγκρότηση του προλεταριάτου σε «τάξη για τον εαυτό της» και την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος στη βάση των απαιτήσεων της εποχής μας. Και πάλι ωστόσο είμαστε ακόμα στην αρχή και πάλι αυτό που κάναμε είναι να ορίσουμε καταρχήν το πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε.
Υπάρχει καταρχάς ένα ερώτημα. Αυτή η διαδικασία θα ακολουθήσει την ίδια διαδρομή και θα πραγματοποιηθεί με τους όρους των προηγούμενων συγκροτήσεων; Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με ένα ναι ή με ένα όχι. Καταρχάς θεωρούμε ότι οι βασικές αντιθέσεις στην καπιταλιστική κοινωνία και οι ταξικές δυνάμεις που αντιπαρατίθεται δεν αλλάζουν. Θα θέλαμε όμως να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα. Οι μορφές, οι διαδικασίες, οι τρόποι αντιμετώπισης των ζητημάτων έχουν κάθε φορά τους όρους της εποχής τους. Κυρίως θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε το εξής. Οπως η συγκρότηση του 1871 ήταν σε ανώτερο επίπεδο απ’ ό,τι το 1848 και όπως η συγκρότηση «ενόψει» του 1917 σε ακόμη υψηλότερο απ’ ό,τι η Κομμούνα, έτσι και η νέα συγκρότηση απαιτείται να προχωρήσει πέρα από εκεί που έφτασε το 1917 και τα αμέσως επόμενα χρόνια. Οχι γιατί «έτσι πρέπει», αλλά επειδή απλούστατα αλλιώς δεν μπορεί καν να υπάρξει σαν τέτοια. Ας εξηγηθούμε περισσότερο.
Αυτή η συγκρότηση δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στο πεδίο της σημερινής ταξικής πάλης. Στη βάση των αντιθέσεων της εποχής μας. Των δυνάμεων που αντιπαρατίθενται στο πεδίο αυτών των αντιθέσεων. Των αναμετρήσεων που συνεπάγονται αυτές οι αντιπαραθέσεις. Τίποτε, μα τίποτε άξιο λόγου δεν μπορεί να δοθεί έξω απ’ αυτή τη διαδικασία.
Η συγκρότηση συνεπώς του εργατικού κομμουνιστικού κινήματος θα πραγματοποιείται πρωταρχικά στο πεδίο της πάλης ενάντια στην κεφαλαιοκρατική αστική τάξη και σε βάση -καταρχάς- «άρνησης» του καπιταλιστικού συστήματος. Η ολοκλήρωση ωστόσο αυτής της συγκρότησης προϋποθέτει τη διαμόρφωση όρων διεξόδου από το καπιταλιστικό σύστημα (όπως και η διαμόρφωση όρων διεξόδου συναρτάται διαλεκτικά με την προώθηση της διαδικασίας συγκρότησης). Εδώ αναδεικνύεται ένα «νέο» ζήτημα.
Λέγεται -και είναι σωστό- ότι για να μπορέσει η εργατική τάξη να ανυψωθεί σε δύναμη ανατροπής θα πρέπει η πρότασή της για μια άλλη κοινωνία (η «διέξοδος») να κερδίσει την υποστήριξη, την ευνοϊκή αντιμετώπιση του πλειοψηφικού μέρους της κοινωνίας. Πριν απ’ αυτό υπάρχει ωστόσο ένα αποφασιστικής σημασίας ζήτημα.
Την πρόταση που η εργατική τάξη απευθύνει στην κοινωνία την απευθύνει καταρχάς «στον εαυτό της». Αποτελεί αυτό όρο της ολοκλήρωσης της δικιάς της συγκρότησης. Εδώ ερχόμαστε σ’ ένα άλλο, σ’ ένα «νέο» πρόβλημα (σε σχέση με αυτά που αντιμετώπισε το 1917). Το ζήτημα που έθεσε η παλινόρθωση.
Για μας είναι καθαρό ότι το εργατικό κομμουνιστικό κίνημα δεν μπορεί να διαμορφώσει πρόταση διεξόδου χωρίς πειστικές απαντήσεις στα αίτια της παλινόρθωσης. Χωρίς να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που ανέδειξε η σοσιαλιστική οικοδόμηση και που οι ανεπάρκειες στην απάντησή τους διαμόρφωσαν τους όρους της παλινόρθωσης. Αυτές τις απαντήσεις η εργατική τάξη τις οφείλει καταρχάς «στον εαυτό της». Αποτελούν, όπως αναφέραμε, τον όρο της δικής της συγκρότησης. Αλλά και επειδή απλούστατα δεν μπορεί να πείσει την κοινωνία αν δεν πεισθεί πρώτα η ίδια.
Απαραίτητος όρος για κάτι τέτοιο είναι να ξεφορτωθεί όλη την ιδεολογική και πολιτική σαβούρα που έχει σωρεύσει στους αρμούς του κινήματος η για δεκαετίες κυριαρχία ρεβιζιονιστικών-ρεφορμιστικών αντιλήψεων. Να ξεκολλήσει από το βάλτο που έχουν διαμορφώσει από κοινού και εκ παραλλήλου ο χρουστσοφισμός-μπρεζνιεφισμός και ο υποτιθέμενος «ευρωκομμουνισμός». Αποτελεί κάτι τέτοιο βασικό όρο τόσο για την αποτελεσματική προώθηση αυτής της διαδικασίας όσο και για την ανάπτυξη της πάλης ενάντια στο καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα.
Αυτή δεν θα “ναι (και δεν μπορεί να είναι) ένα προϊόν εργαστηρίου, μια διαδικασία που θα τη φέρουν σε πέρας κάποιοι αποκομμένοι από την πάλη και αφού την ολοκληρώσουν θα φέρουν τα πορίσματά τους στην εργατική τάξη για να «ολοκληρώσει» τη συγκρότησή της. Την εννοούμε σαν διαδικασία άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διαλεκτική της ταξικής πάλης. Αυτή είναι η «μήτρα» που θέτει τα ζητήματα, τις απαιτήσεις απαντήσεων, η ίδια που διαμορφώνει τις δυνάμεις-φορείς (τα υποκείμενα) αλλά και τους όρους των απαντήσεων.
Γίνεται αντιληπτό, στη βάση τουλάχιστον που εμείς θέτουμε το ζήτημα, ότι δεν πρόκειται για ένα ζήτημα που θα απαντηθεί εύκολα ή γρήγορα αλλά σε μια πορεία πάλης.
Και φυσικά δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε ούτε το χρονικό ούτε το ποιοτικό «όριο» αυτής της διαδικασίας, αυτής της ολοκλήρωσης. Την απάντηση σ’ αυτό θα τη δώσει και πάλι η ταξική πάλη στη βάση των δικών της όρων και χωρίς να «ρωτήσει» κανέναν. Ακριβώς στη βάση αυτής της λογικής θεωρούμε όλες αυτές τις υποτιθέμενες «απαντήσεις» και τις «ταχύρρυθμες» συνταγές είτε οπορτουνιστικές είτε απλώς του αέρος. Για τους ίδιους λόγους δεν είμαστε καθόλου διατεθειμένοι να συμμετάσχουμε σ’ αυτόν τον πλειστηριασμό «προτάσεων» που προσφέρουν «πακέτο» τις «λύσεις» από το τώρα μέχρι τον… κομμουνισμό. Επιμένουμε στη σοβαρή, υπεύθυνη, την κομμουνιστική αντιμετώπιση του ζητήματος.

Η δική μας πρόταση

Αυτή μας η λογική και η πολιτική άποψη εκφράζεται με την πρόταση που εδώ και πολλά χρόνια προωθούμε. Την κοινή δράση στο πεδίο της αντίστασης στην επίθεση του κεφαλαίου, της εναντίωσης στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, της πάλης ενάντια στον πόλεμο και με στόχο την οικοδόμηση ενός ευρύτερου μετώπου αντίστασης.
Η άποψή μας αυτή είναι απόρροια της συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης σημερινής πραγματικότητας και εντάσσεται σε μια συνολική θεώρηση των ζητημάτων που αντιμετωπίζει το κίνημα. Πιο συγκεκριμένα.
Θεωρούμε πως η ταξική πάλη απαιτούσε πάντα και συνεχίζει να απαιτεί άμεσες απαντήσεις. Πολύ περισσότερο στις μέρες μας με τη διαρκή επίθεση στα δικαιώματα των εργαζόμενων μαζών, τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, τα μακελέματα λαών. Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο «αναμονής» στην εκδήλωση της λαϊκής αντίστασης και πάλης.
Ταυτόχρονα εκτιμούμε πως η κάθε μικρή ή μεγάλη μάχη που δίνεται (ή που δεν δίνεται) επιδρά θετικά ή αρνητικά στη διαμόρφωση του κοινωνικού, ταξικού, πολιτικού συσχετισμού. Ή αλλιώς οι μάχες που δίνουμε σήμερα «πατάνε» πάνω στους όρους και συσχετισμούς που διαμορφώσαμε χτες. Οι μάχες που θα δώσουμε αύριο θα στηριχτούν στους όρους που θα διαμορφώσουν οι μάχες που δίνουμε σήμερα.
Ακόμη περισσότερο. Θεωρούμε πως στο πεδίο της αντίστασης και της πάλης διαμορφώνονται οι όροι, «χτίζεται» η προοπτική του λαϊκού αγώνα. Αυτό είναι το κατεξοχήν πεδίο συγκρότησης (ταξικής, ιδεολογικής, πολιτικής, οργανωτικής) των λαϊκών δυνάμεων.
Σ’ αυτές τις μικρές και μεγάλες αναμετρήσεις είναι που οι εργαζόμενοι και η νεολαία ανακαλύπτουν την ανάγκη και την αξία της οργανωμένης πάλης. Που κατανοούν την αναγκαιότητα ενοποίησης των αντιστάσεων μέσα από την ανύψωση του επιπέδου πολιτικοποίησής τους. Σ’ αυτές είναι που αρχίζουν να αναγνωρίζουν το πραγματικό πρόσωπο του συστήματος και να προχωρούν στην αμφισβήτηση, την άρνησή του. Και δεν είναι καθόλου τυχαία η αναφορά του Μαρξ πως: «Κάθε βήμα του κινήματος στην πράξη είναι πολύ σημαντικότερο από μια δωδεκάδα προγράμματα». (Κριτική στο πρόγραμμα της Γκότα).
Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι παρακάμπτουμε ή υποβαθμίζουμε τη σημασία και το ρόλο του υποκειμενικού παράγοντα ή του προγράμματος. Μόνο που θεωρούμε ότι και ο υποκειμενικός παράγοντας στο ίδιο πεδίο κατά βάση αναπτύσσεται και συγκροτείται στη διαλεκτική σχέση που διαμορφώνει με την εξέλιξη του κινήματος. Το πεδίο του αγώνα αποτελεί ταυτόχρονα και αυτό όπου δοκιμάζονται απόψεις, αντιλήψεις, λογικές, προτάσεις, πολιτικές γραμμές.
Είναι το πεδίο όπου διαμορφώνονται και σφυρηλατούνται αγωνιστές αλλά και οργανώσεις, όπου βρίσκουν πραγματικούς και στέρεους δρόμους ενότητας όσοι μπορούν και πρέπει να ενωθούν αλλά και διαχωρίζονται αυτοί που πρέπει να διαχωριστούν σε μια διαρκή διαδικασία ενότητας και πάλης.
Είναι σ’ αυτή την κίνησή του ο λαός που «συναντάει», ανακαλύπτει και υιοθετεί τις πιο προωθημένες, τις πιο επαναστατικές, τις κομμουνιστικές αντιλήψεις. Αντίθετα, είναι στην ακινησία και το βάλτωμα όπου ευδοκιμούν όλα τα ρεφορμιστικά και οπορτουνιστικά σαπρόφυτα.
Αν θεωρούμε ότι ένας βασικός όρος για την ανάπτυξη του κινήματος είναι η ενίσχυση στο πλαίσιό του της επαναστατικής, κομμουνιστικής γραμμής και κατεύθυνσης, ταυτόχρονα θεωρούμε ότι η ανάπτυξη του κινήματος αποτελεί το κατεξοχήν πεδίο για την ανάπτυξη, ενίσχυση αυτής της κατεύθυνσης.
Ακριβώς γι’ αυτό κάποιοι «φοβούνται» μια τέτοια κατεύθυνση, μια τέτοια διαδικασία, «φοβούνται το κίνημα». Γιατί γνωρίζουν ότι η ανάπτυξη του κινήματος αργά ή γρήγορα θα πετάξει στην άκρη όλη αυτή τη ρεφορμιστική, οπορτουνιστική σαβούρα που του “χουνε φορτώσει εδώ και πολλά χρόνια.
Γνωρίζουμε ότι η άποψή μας δεν είναι τόσο «δημοφιλής». Η πίεση που δέχεται ο κόσμος, το κλίμα που διαμορφώνεται από το ίδιο το σύστημα και άλλους «πρόθυμους» όσο και «χρήσιμους» δεν αποτελούν και τους πιο ευνοϊκούς όρους για μια άποψη που δεν τάζει εύκολες και άμεσες «διεξόδους».
Από τη μεριά μας δεν ενδώσαμε ποτέ και δεν σκοπεύουμε να ενδώσουμε σ’ αυτό το εμπόριο που γίνεται στις πλάτες του λαού. Δεν είναι μόνο ζήτημα ηθικής (που είναι και τέτοιο). Πρώτα και πάνω απ’ όλα είναι πολιτικό ζήτημα. Θεωρούμε πως το μέγα ζητούμενο, που είναι η συγκρότηση του λαϊκού κινήματος, μόνο σ’ αυτό το πεδίο και μόνο μέσα απ’ αυτούς τους δρόμους μπορεί να πραγματοποιηθεί.
Εδώ βρίσκεται μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στην επαναστατική, κομμουνιστική αντίληψη και όλες τις ρεφορμιστικές, καιροσκοπικές κατευθύνσεις. Η επαναστατική άποψη «γνωρίζει» ότι δεν μπορεί να πραγματοποιήσει, ούτε καν να προωθήσει, στοιχειωδώς τους επαναστατικούς της στόχους χωρίς την ενεργό συμμετοχή, χωρίς τη συγκρότηση σε μια πορεία της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών σε «σώμα» αντιπαράθεσης με το σύστημα. Γι’ αυτό και απορρίπτει όχι μόνο τις ρεφορμιστικές, οπορτουνιστικές κατευθύνσεις, αλλά και κάθε άποψη ή πολιτική πρακτική που παρακάμπτει, υποτιμά, υποβαθμίζει αυτή την αναγκαιότητα, όσο ριζοσπαστική, μαχητική ή επαναστατική θέλει να εμφανίζεται. Επειδή τις θεωρεί λογικές παραίτησης από αυτό που είναι το κυρίως ζητούμενο και, σε τελευταία ανάλυση, λογικές ήττας.
Για τους ίδιους ακριβώς λόγους αλλά από την αντίθετη κατεύθυνση οι ρεφορμιστές και οι κάθε λογής καιροσκόποι αντιτίθενται σε μια τέτοια λογική και κατεύθυνση. Επειδή τους «βγάζει» από το δρόμο που έχουν επιλέξει με βάση τις ιδεολογικές τους αντιλήψεις και τις πολιτικές τους κατευθύνσεις. Της αποδοχής του καπιταλιστικού «μονόδρομου», της λειτουργίας τους εντός των πλαισίων και των ορίων του συστήματος, της ένταξης της πολιτικής τους δράσης στον κύκλο των αέναων αναπαραγόμενων κοινοβουλευτικών αυταπατών.
Με αυτή την έννοια, όλες αυτές οι «ταχύρρυθμες» συνταγές είναι απλώς αδιέξοδες και στο μόνο που οδηγούν (ταχύρρυθμα) είναι η αγκαλιά του συστήματος.

Με όρους Αριστεράς

Ενα βασικό πρόβλημα στο οποίο ήδη αναφερθήκαμε είναι ότι η συζήτηση περί Αριστεράς γίνεται με όρους του συστήματος. Την «ατζέντα» την καθορίζει η συνολική κυριαρχία του συστήματος. Το κλίμα το διαμορφώνει η κυριαρχία του στα ΜΜΕ, οι χιλιάδες σελίδες και ώρες εκπομπών με πλήθος εκπροσώπων του συστήματος ειδικευμένων στα της «Αριστεράς». Το έδαφος «υποδοχής» (και αποδοχής) το διαμορφώνουν οι πολλοί «πρόθυμοι» να σιγοντάρουν από υπολογισμό. Η γενική σύγχυση που κυριαρχεί εδώ και χρόνια διευκολύνει το πλασάρισμα της σχετικής φιλολογίας στον ευρύτερο κόσμο της Αριστεράς και γενικότερα. Και όπως επίσης έχουμε αναφέρει, η απουσία ενός αποτελεσματικού ιδεολογικού μετώπου αποτελεί τον κύριο παράγοντα που μια συζήτηση η οποία θα έπρεπε να διεξάγεται με όρους Αριστεράς γίνεται με όρους του συστήματος. Σ’ αυτή την κατάσταση οφείλουμε να αντιταχθούμε, αυτό το κλίμα θα πρέπει να το ανατρέψουμε.
Δεν χρειάζεται καν να επιχειρηματολογήσουμε για ποιους λόγους το ζήτημα της Αριστεράς θα πρέπει να ξαναγίνει υπόθεση των… αριστερών. Βεβαίως δεν έχουμε αυταπάτες ότι κάτι τέτοιο είναι εύκολο ή μπορεί να γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη. Εχουμε όμως καθαρό ότι δεν πρόκειται να γίνει ποτέ αν δεν το επιχειρήσουμε, αν δεν δώσουμε τις δυνάμεις μας σε μια τέτοια προσπάθεια, αν δεν το παλέψουμε. Κι ας είμαστε βέβαιοι ότι απέναντι στη συντριπτική, όπως εμφανίζεται, υπεροπλία του συστήματος (σε μέσα, μηχανισμούς κ.λπ.) διαθέτουμε ένα όπλο καταλυτικής σημασίας. Την αλήθεια. Χίλιες στρεβλώσεις, χίλια ψέματα να ειπωθούν για ένα θέμα δεν μπορούν να αντέξουν απέναντι στην αλήθεια. Υπό έναν όρο. Αυτή η αλήθεια να ειπωθεί, να ακουστεί, να την υπερασπιστούμε.

Με όρους κινήματος

Θέτοντας την αναγκαιότητα αυτής της συζήτησης, του ανοίγματος ιδεολογικών μετώπων, δεν αναιρούμε στο ελάχιστο την άποψη ότι ο βασικός μοχλός ανατροπής των συσχετισμών στο ταξικό, πολιτικό αλλά και το ιδεολογικό πεδίο είναι η προώθηση της Αντίστασης, η ανάπτυξη της ταξικής πάλης. Στο πώς το αντιλαμβανόμαστε αυτό έχουμε κιόλας αναφερθεί πολλές φορές. Αναφερόμαστε εδώ σ’ αυτό το ζήτημα απλά και μόνο για να προσδιορίσουμε το πεδίο αναφοράς που κατά την άποψή μας οφείλει να έχει και αυτή η διαδικασία που ανοίγουμε.
Σε σχέση τώρα με τη συζήτηση καθεαυτή, θεωρούμε αυτονόητο ότι δεν μπορούν να τεθούν περιορισμοί ούτε ως προς το εύρος των θεμάτων ούτε ως προς την έκταση που μπορεί να τεθούν στη συζήτηση. Αλλωστε είναι δεδομένο ότι πολλά και σοβαρά ζητήματα απασχολούν το κίνημα και πρέπει -τουλάχιστον ν’ αρχίσουν- να συζητώνται.
Εχουμε όμως ταυτόχρονα την εκτίμηση ότι θα “ναι μάλλον αποδοτικότερη μια συζήτηση που θα “χει σαν αφετηρία της τα προβλήματα που θέτει η ταξική πάλη, στη διάσταση και με τους όρους που τα θέτει. Θεωρούμε ότι μάλλον εδώ πρέπει να δοθεί μεγαλύτερο βάρος παρά σε μια συζήτηση ακαδημαϊκού, ας πούμε, χαρακτήρα, χωρίς να αμφισβητούμε τη χρησιμότητα και της τελευταίας. Μια συζήτηση που θα επιχειρεί να απαντήσει στα προβλήματα που αναδεικνύει η ταξική πάλη, όπως αυτή τα αναδεικνύει και με τους όρους τους οποίους τα θέτει, θεωρούμε ότι συμβάλλει άμεσα στην προώθηση της ταξικής πάλης. Ταυτόχρονα διευκολύνει την ουσιαστικότερη κατανόηση των ζητημάτων που τίθενται από τον κόσμο της Αριστεράς καθώς θα τα αντιμετωπίζουν μέσα από το πρίσμα των δικών τους προβλημάτων, των δικών τους εμπειριών πάλης.
Με αυτή την έννοια συμβάλλει άμεσα στον ιδεολογικό και πολιτικό εξοπλισμό των αγωνιστών της Αριστεράς και σε αναφορά με τα συγκεκριμένα ζητήματα πάλης που αντιμετωπίζουν. Καθοριστική σημασία έχει ένας τέτοιος τρόπος συζήτησης όσον αφορά το ξεκαθάρισμα, την κατανόηση από τον κόσμο της ουσίας του περιεχομένου και των στόχων, των πολιτικών γραμμών και των προτάσεων που κατατίθενται στο κίνημα και το πώς προωθούνται στην πράξη.
Με αυτή την έννοια διευκολύνει την προσέγγιση, την ενότητα δράσης αλλά και διαμορφώνει ουσιαστικούς και στέρεους όρους ενοποίησης όσων αγωνιστών και δυνάμεων μπορούν και πρέπει να ενωθούν.
Στον ίδιο λόγο υπηρετεί και τη διαδικασία διαχωρισμού ανάμεσα σε απόψεις αλλά και δυνάμεις που πρέπει να διαχωριστούν. Εδώ πρέπει να ξεκαθαριστεί ένα ζήτημα. Με βάση το κλίμα που έχει διαμορφωθεί (και αξιοποιείται κατάλληλα από τους επιτήδειους του είδους), αυτό ακούγεται σαν κάτι πολύ «κακό». Εχουμε την ακριβώς και απόλυτα αντίθετη άποψη.
Οπως έχουμε κιόλας αναφέρει, ένας βασικός όρος για να προχωρήσει το κίνημα είναι να πετάξει στα σκουπίδια όλη την ιδεολογική και πολιτική σαβούρα που έχει σωρεύσει στους αρμούς του η πολύχρονη κυριαρχία ρεφορμιστικών, οπορτουνιστικών αντιλήψεων. Ταυτόχρονα θεωρούμε πως ένας βασικός λόγος που εμποδίζει την ενοποίηση αυτών που μπορούν και πρέπει να ενωθούν είναι ότι δεν έχουν «διαχωριστεί», στον αναγκαίο βαθμό, από ιδέες και αντιλήψεις που πρέπει να απορριφθούν αλλά και από δυνάμεις που πρέπει να παραμεριστούν.

Προς την 7η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ(μ-λ)

Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, αποφασίζουμε να προχωρήσουμε στην πραγματοποίησης της 7ης Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ(μ-λ) και με θέμα το ζήτημα της Αριστεράς.
Στόχος και φιλοδοξία μας είναι όχι μόνο να συμβάλουμε με όλες μας τις δυνάμεις στη συζήτηση των ζητημάτων που απασχολούν το κίνημα αλλά και να «προκαλέσουμε» την όσο γίνεται ευρύτερη συμμετοχή σ’ αυτήν αγωνιστών της Αριστεράς αλλά και πολιτικών δυνάμεων, τάσεων και κινήσεων.
Οπως ήδη αναφέραμε, ευρύτερη φιλοδοξία μας -και άσχετα με το πόσο θα μπορέσουμε να την εκπληρώσουμε σε αυτή τη διαδικασία- είναι η συζήτηση περί Αριστεράς να γίνει υπόθεση των αριστερών και να αναπτύσσεται με όρους Αριστεράς. Ταυτόχρονα θα συνεχίσουμε να προωθούμε την πολιτική και τις προτάσεις μας κοινής δράσης και στη βάση της λογικής που ήδη εκθέσαμε.

Ιούνης 2008
Το Κ.Ο. του ΚΚΕ(μ-λ)

Αναζήτηση

Κατηγορίες