Για μια εκλογική συμμετοχή χωρίς κοινοβουλευτικές «λύσεις»

Με έναν ανούσιο χαρτοπόλεμο ανακοινώσεων μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ αλλά και με απίστευτους τηλεοπτικούς θεατρινισμούς επιχειρείται να ανέβει το πολιτικό θερμόμετρο, ενόψει των εκλογών στις 7 Ιούλη. Οι περίφημες αντιπαραθέσεις προγραμμάτων και θέσεων αφορούν στο εάν θα έχουμε «προοδευτική ανάπτυξη» με 7ήμερη λειτουργία ή «(νέο)δημοκρατική ανάπτυξη» με 7ήμερη εργασία των επιχειρήσεων, εάν θα βαφτίσουμε τα επιδόματα φτώχειας «13η σύνταξη» ή «διάσωση της μεσαίας τάξης», εάν θα έχουμε «ποιοτικές» θέσεις εργασίας για τους πολλούς, όπως λέει ο ΣΥΡΙΖΑ ή… αντίθετα (!) πολλές «καλές» θέσεις εργασίας που θέλει η ΝΔ, εάν θα έχουμε ασφαλιστικό τύπου «ΔΝΤ ή Πινοσέτ». Τελικά, η «σφοδρή αντιπαράθεση… διαφορετικών προγραμμάτων και θέσεων» καταλήγει μοιραία σε μια αντιπαράθεση για το«ήθος, το ύφος και την εντιμότητα» που οφείλει να έχει μια μελλοντική κυβέρνηση με αντικειμενικό σκοπό την εφαρμογή της ίδιας δεξιάς, αντιδραστικής και αντιλαϊκής πολιτικής. Εξάλλου, η γλώσσα του ΟΟΣΑ, της ΕΕ και των ΗΠΑ που ξέρουν να μιλούν εξίσου καλά και ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για φραστικές έστω διαφοροποιήσεις και εκπλήξεις.

Αυτή η διεθνή γλώσσα του ιμπεριαλισμού και του κεφαλαίου κυριαρχεί και στα αστικά κοινοβούλια. Εκεί, μονάχα ως ένδειξη «δημοκρατικής ανεκτικότητας» επιτρέπονται επιθέσεις-εκθέσεις ιδεών για τον «κακό» καπιταλισμό και τα βάσανα των εργαζομένων (σαν κι αυτές που μας έχει συνηθίσει χρόνια τώρα το ΚΚΕ). Ωστόσο, η κριτική και η επίθεση στον ίδιο το θεσμό του αστικού κοινοβουλίου (σαν δημοκρατικό περιτύλιγμα της δικτατορίας της αστικής τάξης) και στις βουλευτικές εκλογές (που θα ήταν παράνομες, αν άλλαζαν τον κόσμο), δεν έχουν θέση εντός κοινοβουλίου (δεν προβλέπονται, άλλωστε, από το Σύνταγμα). Φαίνεται, όμως, να μην έχουν εξίσου θέση στον «εξωκοινοβουλευτικό λόγο» της αριστεράς, στις θέσεις και τις απόψεις με τις οποίες η αριστερά ζητά τη στήριξη και την εκλογική ενίσχυση στις διάφορες εκλογικές αναμετρήσεις.

Κι όμως, η πραγματικότητα βοά κατά των κυβερνητικών και κοινοβουλευτικών «λύσεων». Βοά ότι δεν υπάρχει για την αριστερά «εκλογική διέξοδος» από τη φτώχεια, την ΕΕ, το ΝΑΤΟ και με κατεύθυνση τον… αντικαπιταλισμό. Ούτε η ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα, ούτε η καπιταλιστική κρίση, ούτε η πτώση της «ελπίδας» για την αντιμετώπισή της (ΣΥΡΙΖΑ), δεν μετακίνησαν τις μάζες σε κάποιες από τις δυνάμεις που αναφέρονται στην «κομμουνιστική» αριστερά ή στον «μαχόμενο αντικαπιταλιστικό» πόλο. Και ο λόγος για αυτή την «κοινωνική αφασία» (δηλαδή, τη δεξιά μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού και όχι της κοινωνίας γενικά και αόριστα, όπως ισχυρίζονται οι… «αντικοινωνικοί αντισυστημικοί»), είναι η υποταγή στον κοινοβουλευτισμό, που ακόμη και τώρα παρουσιάζεται από αυτές τις δυνάμεις σαν τη «λύση» του προβλήματος. Δηλαδή, ότι πρέπει να καταστρώσουμε «πιο πειστικά εναλλακτικά σχέδια», να φτιάξουμε «πιο αναλυτικά και τεκμηριωμένα μεταβατικά προγράμματα», να διεκδικήσουμε «πιο ενισχυμένη παρουσία στη Βουλή», να «αυξήσουμε τα ποσοστά μας», ώστε… να ανοίξει ο δρόμος για το λαό.

Ο δρόμος του λαού, όμως, δεν είχε ποτέ σαν αφετηρία ή κατάληξη τις εκλογές και το κοινοβούλιο. Και αυτό δεν το λέμε εμείς, αλλά η ιστορική εμπειρία. Αποδείχθηκε πολλές φορές ότι όσο θα απέχει η αριστερά από την προσπάθεια οικοδόμησης κινήματος αντίστασης και διεκδίκησης (με πράξεις και όχι στα λόγια), όσο θα αντικαθιστά τις προσπάθειες οργάνωσης και αυτοοργάνωσης του λαού με κόλπα και κατασκευές και όσο θα «πολιτεύεται» με όρους αριστερής αντιπολίτευσης και μεταβατικών προγραμμάτων, τόσο θα ενισχύεται και θα κυριαρχεί ο «ρεαλισμός» των αστικών προγραμμάτων εξουσίας. Κι όσο η αριστερά θα «ανταγωνίζεται» μεταφέροντας τα κοινοβουλευτικά ήθη στους εξωκοινοβουλευτικούς αγώνες, αντί να κάνει το αντίθετο, τόσο θα βρίσκεται στο περιθώριο των κοινωνικών εξελίξεων.

Η εκλογική τακτική δεν πρέπει να προσαρμόζεται σε αυτό που θα μας «φέρει περισσότερους ψήφους», αλλά σε αυτό που υπηρετεί το πνεύμα της αγωνιστικής κινητοποίησης των μαζών, σε αυτό που αποσπά και δεν ενσωματώνει τις λαϊκές μάζες στα κυρίαρχα μυθεύματα.

Κατασκευάστηκε εδώ και πολλά χρόνια και εμπεδώθηκε σταδιακά ένας «αριστερός» κοινοβουλευτισμός, που στο όνομα της μακροχρόνιας «κοινοβουλευτικής σταθερότητας και νομιμότητας», του «εκδημοκρατισμού» που δήθεν επήλθε στις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, προσάρμοσε (στην πραγματικότητα υπέταξε) την κοινοβουλευτική τακτική σε έναν καθαρόαιμο αστικό κοινοβουλευτισμό. Σε μια λογική, όπου κυριαρχεί η επιδίωξη «φιλολαϊκών» μεταρρυθμίσεων στο πλαίσιο του καπιταλισμού, που σταδιακά θα… καταρρεύσει στο αντίθετό του. Η προβολή των λεγόμενων μεταβατικών, μίνιμουμ προγραμμάτων σαν «αγωνιστικά» προγράμματα μετάβασης στη «λαϊκή εξουσία» (όπου θα παρουσιαστεί μονομιάς το μάξιμουμ πρόγραμμα του «τελικού σκοπού»), αποτελεί συνέχεια και επέκταση της γνωστής αντίληψης ενός -πάνω κάτω- ειρηνικού και δημοκρατικού δρόμου. Το ψέμα της κοινοβουλευτικής πολιτικής ισότητας και συμμετοχής, που δεν είναι παρά ένα μέσο συγκάλυψης της πολιτικής και οικονομικής ανισότητας που υπάρχει στην κοινωνίας, ένα μέσο καταστολής της ταξικής πάλης, εμφανίζεται σαν «μεγάλη ιστορική αλήθεια». Και η απόρριψη αυτής της ψεύτικης «αλήθειας» δεν σημαίνει αναγκαστικά και την απόρριψη της συμμετοχής στις βουλευτικές εκλογές, στο βαθμό που μπορεί αυτή η συμμετοχή να ενταχθεί στη λογική της ταξικής εξωκοινοβουλευτικής πάλης. Δεν συμβαίνει, βέβαια, αυτό με όλες τις εκλογικές «αναμετρήσεις», καθώς κάποιες είναι «αναμετρήσεις» κατ’ επίφαση, με σκοπό τη νομιμοποίηση και ενσωμάτωση στην αστική ή ιμπεριαλιστική κυριαρχία.

Δεν έχουμε κυβερνητικές ή κοινοβουλευτικές «λύσεις και προγράμματα». Προτάσσουμε την καθημερινή αντίσταση και διεκδίκηση, με όπλο την ανεξάρτητη από τον ταξικό αντίπαλο λαϊκή αυτοοργάνωση.

Αναζήτηση

Κατηγορίες