Από νομοθετικές προτάσεις, άλλο τίποτα!
19 Οκτωβρίου, 2014Επιλεγμένα Άρθρα, ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑadmin

Σφάζονται στην «ποδιά» των… εργαζομένων ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ και Παναγόπουλος της ΓΣΕΕ με αφορμή τον κατακλυσμό νομοθετικών προτάσεων για τον κατώτερο μισθό.

Το ξεκίνημα έγινε με την κατάθεση πρότασης νόμου από τον ΣΥΡΙΖΑ, με την οποία προβλέπεται η κατάργηση των μνημονιακών νόμων που είχαν σχέση με τη διαμόρφωση του ύψους των μισθών (μείωση βασικών κατώτατων αποδοχών, πάγωμα αυξήσεων, κατάργηση μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, μείωση διάρκειας μετενέργειας, αναστολή της αρχής ευνοϊκότερης ρύθμισης, αναστολή της επεκτασιμότητας των κλαδικών συμβάσεων, καθορισμός του κατώτατου μισθού από τον εκάστοτε υπουργό Εργασίας κ.ά.). Αυτή η πρόταση νόμου παρουσιάζεται ως συνέχεια των προγραμματικών εξαγγελιών Τσίπρα στη φετινή ΔΕΘ και στην κατεύθυνση της επαναφοράς του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ μικτά.

Τη σκυτάλη πήρε ο «ηγέτης» των εργαζομένων και πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γ. Παναγόπουλος, ο οποίος, ασκώντας κριτική στο ΣΥΡΙΖΑ, δήλωσε ότι «η νομοθετική παρέμβαση απαιτείται για την επαναφορά δίνοντας επίσης κι ένα πολιτικό μήνυμα αλλά από κει και πέρα πρέπει ελεύθερα ν’ αφεθούν οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι να συνάπτουν τις συλλογικές συμβάσεις». Και τι εννοεί με τον όρο «ελεύθερα» ο Παναγόπουλος; Μα, την ελευθερία της εργοδοσίας να εκμεταλλεύεται το εξευτελιστικό επίπεδο στο οποίο έχουν πέσει οι μισθοί. Γιατί ο βασικός φόβος του Παναγόπουλου από το ενδεχόμενο μιας τέτοιας νομοθετικής πρωτοβουλίας είναι το «σοκ» που πιθανά θα προκαλέσει στους εργοδότες μια τέτοια εξέλιξη: «Γιατί κι αυτός είναι ένας υπαρκτός κίνδυνος, το σοκ που προκάλεσε στην αγορά και το είδατε, της παραγωγικής αλλά και καταναλωτικής καθίζησης με την υποχώρηση του κατώτερου μισθού με νόμο, ενδεχομένως και με νόμο να προκαλέσει άλλο σοκ που δεν ξέρω αν η αγορά εργασίας μπορεί να το αντέχει» δήλωσε ως γνήσιος… αστός οικονομικός αναλυτής, νομιμοποιώντας απόλυτα τη φιλολογία του συστήματος που σαρώνει τους μισθούς με την πρόφαση της ανάγκης μείωσης της ανεργίας. Φιλολογία που νομιμοποιεί όλες τις πτυχές της αντεργατικής επίθεσης, ρίχνοντας τις ευθύνες στους εργαζόμενους και τις διεκδικήσεις τους.

Και αν η κριτική του Παναγόπουλου εξοργίζει, τι μπορεί να πει κανείς για την κριτική του ΚΚΕ; Αιφνιδιάστηκε το ΚΚΕ με την πρόταση νόμου του ΣΥΡΙΖΑ και… κατέθεσε δική του πρόταση νόμου που είναι… ολόιδια με αυτή του ΣΥΡΙΖΑ! Η οποία προβλέπει και αυτή την επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ (μόνο που το ΚΚΕ το λέει «ξεκάθαρα», ενώ κατηγορεί το ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν το ορίζει ξεκάθαρα), προβλέπει και αυτή την κατάργηση των μνημονιακών διατάξεων, αλλά επιπλέον προβλέπει και την κατάργηση όλων των ελαστικών μορφών απασχόλησης αλλά και την επαναφορά της 13ης και 14ης σύνταξης! Και έχει βαλθεί να μας πείσει ότι η δική του πρόταση νόμου εκφράζει τις πραγματικές λαϊκές ανάγκες.

Πιέστηκε ο Παναγόπουλος που διαπιστώνει ότι κινδυνεύει να χάσει την καλή μαρτυρία του ΣΕΒ και των εργοδοτών.

Πιέστηκε το ΚΚΕ -ο πατριάρχης των «ολοκληρωμένων» προτάσεων νόμου- τώρα που βλέπει να χάνει την αποκλειστικότητα σε αυτό το σπορ και μάλιστα από τον ΣΥΡΙΖΑ που έχει και προοπτική κυβερνητικής εξουσίας.

Το ζήτημα, όμως, δεν αφορά τόσο τις πιέσεις που δέχονται Παναγόπουλος και ΚΚΕ, αλλά την αντίληψη που θέλει να εμπεδώσει με αυτήν του την κίνηση ο ΣΥΡΙΖΑ. Παρουσιάζει, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ το ζήτημα της επαναφοράς και κατοχύρωσης των εργατικών δικαιωμάτων και κατακτήσεων ως ζήτημα νομοθετικής ρύθμισης. Όπως, μάλιστα, έσπευσαν να απαντήσουν στον Παναγόπουλο οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ Στρατούλης και Μητρόπουλος «ο κατώτατος μισθός, όπως με μνημονιακό νόμο μειώθηκε, έτσι με νέο νόμο θα επανέλθει στα προηγούμενα επίπεδα, ώστε από κει και πέρα να λειτουργούν για τη διαμόρφωσή του οι ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις». Μια λογικοφανής δήλωση η οποία, όμως, εσκεμμένα αποκρύβει μια σημαντική «λεπτομέρεια»: ο πολιτικός και ταξικός συσχετισμός στη βάση του οποίου προωθήθηκαν και επιβλήθηκαν οι αντεργατικές ανατροπές που θέλει να αποκαταστήσει η νομοθετική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, ο συσχετισμός που καταγράφτηκε και στην αδυναμία του εργατικού και λαϊκού κινήματος να αποτρέψει αυτές τις ανατροπές, εξακολουθεί να ισχύει και θα εξακολουθεί να ισχύει ακόμη και αν οι επόμενες εκλογές φέρουν στην κυβέρνηση τον ΣΥΡΙΖΑ.

Το πόσο θα πιεστεί το κεφάλαιο να παραχωρήσει το τμήμα της υπεραξίας που αντιστοιχεί στην επιστροφή του κατώτερου μισθού στα 751 ευρώ δεν εξαρτάται από την ψήφιση ενός νόμου, αλλά από την έμπρακτη δυνατότητα της εργατικής τάξης και των εργαζομένων να επιβάλουν κάτι τέτοιο. Πόσο μάλλον που σε αυτήν την κατεύθυνση θα αντιταχθούν πρώτα και κύρια οι ιμπεριαλιστές των ΗΠΑ και της ΕΕ.

Το γνωρίζει καλά αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ, γι’ αυτό και οι Στρατούλης και Μητρόπουλος σπεύδουν να συμπληρώσουν ότι «η επιτυχία αυτής της νομοθετικής πρωτοβουλίας του ΣΥΡΙΖΑ εξαρτάται πρώτα απ” όλα από την πίεση που θα ασκήσουν σε αυτή την κατεύθυνση το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και οι εργαζόμενοι με τους αγώνες τους». Εμείς θα σας δώσουμε το πλαίσιο αλλά από κει και πέρα είναι δική σας ευθύνη, μοιάζουν να λένε οι δύο βουλευτές. Ναι, αλλά εάν είναι έτσι, τότε προκύπτει το εξής βασικό ερώτημα: Αφού η βαρύτητα της κινηματικής διεκδίκησης-πίεσης είναι μεγαλύτερη από τη βαρύτητα της όποιας νομοθετικής πρωτοβουλίας, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κινείται στην κατεύθυνση της οικοδόμησης-ενίσχυσης εργατικού κινήματος με αυτά τα αιτήματα, αλλά προτάσσει την προγραμματική εξαγγελία; Και επιπλέον, γιατί στα σωματεία δεν προωθεί μια αντίστοιχη κατεύθυνση; Γιατί η Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων που ελέγχεται από το ΣΥΡΙΖΑ δεν θέτει ζήτημα υπογραφής νέων συλλογικών συμβάσεων με αντίστοιχη αύξηση στους μισθούς;

Η απάντηση βρίσκεται στο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πιστεύει στη δυνατότητα του εργατικού κινήματος να παλέψει, να διεκδικήσει και να κατακτήσει. Ή -για να το πούμε καλύτερα- φοβάται μια τέτοια προοπτική. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως και το ΚΚΕ, είναι δυνάμεις γαλουχημένες να λειτουργούν σε περιόδους «κανονικότητας» του αστικού συστήματος, όταν αυτό είχε τη δυνατότητα μικροπαραχωρήσεων. Και αποζητούν την επιστροφή σε μια τέτοια «κανονικότητα». Μόνο που αυτοί οι καιροί έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Και η όποια παραχώρηση από την πλευρά του συστήματος θα γίνει μόνο μέσα από σκληρή ταξική σύγκρουση και όχι μέσα από νομοθετικές ρυθμίσεις.

Επιπλέον, η απάντηση βρίσκεται και στην εκτίμηση του ΣΥΡΙΖΑ ότι θα στηρίξουν την νομοθετική του πρωτοβουλία τμήματα των μεσοστρωμάτων (δείτε, για παράδειγμα τη συνάντησή του με τον Κορκίδη της ΕΣΕΕ πριν τη ΔΕΘ). Ωστόσο, τέτοιου είδους ζητήματα ταξικής αντιπαράθεσης, κορυφαίας σημασίας για το κεφάλαιο, δεν μπορούν να βασιστούν σε πρόσκαιρες συμμαχίες με αυτά τα στρώματα. Ήταν χαρακτηριστικός ο εκνευρισμός του ΣΥΡΙΖΑ όταν τέλη Σεπτέμβρη ο Κορκίδης σε συνέντευξη Τύπου «τα έστριψε» υποστηρίζοντας ότι η αγορά πρέπει να αυτορυθμιστεί και αντιτάχθηκε σε μια νομοθετική παρέμβαση για τον κατώτερο μισθό.

Μα, καλά -θα πει κάποιος- τόσο κακό είναι να ψηφιστεί ένας τέτοιος νόμος από μια αριστερή κυβέρνηση; Κακό -θα απαντούσαμε εμείς- είναι να σπέρνεις αυταπάτες για το πώς απαντιούνται τα κρίσιμα για τη ζωή του λαού ζητήματα. Κακό είναι να δημιουργείς και να παγιώνεις μία κατάσταση κινηματικής απραξίας καλλιεργώντας ψεύτικες προσδοκίες. Κακό είναι να επενδύεις στην πολιτική και ιδεολογική αποσυγκρότηση του λαϊκού και εργατικού κινήματος και να συμβάλλεις στον παραπέρα αφοπλισμό τους.

Ο λαός και οι εργαζόμενοι δεν έχουν ανάγκη από «ολοκληρωμένες» προτάσεις νόμου, αλλά από αγώνες μαζικούς και οργανωμένους, από τον πολιτικό και ιδεολογικό τους εξοπλισμό μπροστά στις συγκρούσεις που έρχονται όσο κι αν θέλει η ρεφορμιστική Αριστερά να τις αποφύγει.

Αναζήτηση

Κατηγορίες