19 Μαΐου, 2007Κείμενα Κ.Ο.admin

1. Κάτι λιγότερο από 18 μήνες απομένουν μέχρι τις προεδρικές εκλογές του 2008 στις ΗΠΑ. Σημείο κλειδί των εξελίξεων που θα ακολουθήσουν είναι τα διλήμματα που αντιμετωπίζουν τα αμερικάνικα επιτελεία γύρω από τα αδιέξοδα που έχει φορτωθεί η αμερικάνικη υπερδύναμη απ’ την πολιτική της ομάδας Μπους-Τσένι που ακολουθείται όλα αυτά τα χρόνια μετά το 2000. Χωρίς βέβαια αυταπάτες και φρούδες ελπίδες για τον χαρακτήρα των αντιθέσεων και διαφορών που διαπερνούν ιδιαίτερα έντονα το εσωτερικό μέτωπο των ΗΠΑ, δεν μπορούμε να προσπεράσουμε όλα εκείνα τα σημάδια και τα μηνύματα που φθάνουν από τις ίδιες τις ΗΠΑ αλλά και από άλλα σημεία του πλανήτη, που καταδείχνουν ότι έχει τεθεί πολύ πιο ουσιαστικά, σε σχέση με το 2004, ζήτημα απομάκρυνσης από το προσκήνιο της ομάδας αυτής. Δεν είναι μόνο οι επιθέσεις που δέχεται αυτή η ομάδα από μια σειρά κέντρα εξουσίας μέσα στις ίδιες τις ΗΠΑ, αλλά και τα σημάδια «αγκομαχητού» που η ίδια φανερώνει, που αφήνουν ανοιχτό πλέον αυτό το σοβαρό ενδεχόμενο. Αυτή η «αίσθηση», αν θέλετε, ακόμα και αν επαληθευτεί, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ξημερώνουν καλύτερες μέρες, πιο «ειρηνικές» για μια σειρά περιοχές του κόσμου που βρίσκονται ήδη στο μάτι του κυκλώνα και στη μέγκενη των οξυμένων ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Κατ’ αρχάς γιατί δεν είμαστε καθόλου βέβαιοι κατά πόσο και σε ποιο βαθμό η σημερινή ηγετική ομάδα στις ΗΠΑ έχει πράγματι αποδεχθεί την προοπτική της απομάκρυνσής της, και δεν θα θελήσει να βάλει για μία ακόμη φορά τη σφραγίδα της με κινήσεις που μας έχει συνηθίσει, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Είτε το κάνει για να συνεχίσει να μένει στο επίκεντρο είτε για να δημιουργήσει και άλλες δεσμεύσεις και υποχρεώσεις που θα πρέπει να «σεβαστεί» η νέα ηγετική ομάδα που θα προκύψει, όποια και αν είναι αυτή, προερχόμενη από τους ίδιους τους Ρεμπουμπλικάνους ή από τους Δημοκρατικούς λεγόμενους.

2. Το βασικό ερώτημα που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ δεν είναι βέβαια το αν θα συνεχίσουν να πορεύονται με το όνειρο ή τη στρατηγική, αν θέλετε, της παγκόσμιας κυριαρχίας ή έστω ηγεμονίας. Καμία από τις βασικές μερίδες των επιτελείων της υπερδύναμης, του στρατιωτικού-βιομηχανικού-χρηματιστηριακού συμπλέγματος, ούτε θέλει ούτε μπορεί να παραιτηθεί από μια τέτοια προοπτική που ισοδυναμεί με αυτοκαταστροφή της. Οπως έχει φανεί, και πριν από το 2000, αλλά κυρίως μετά, το ένα ζητούμενο για τις ΗΠΑ είναι τα μέσα και οι ενδιάμεσες πολιτικές-τακτικές που πρέπει να ακολουθήσει ώστε να πετύχει το στόχο της, εκχωρώντας όσα λιγότερα μπορεί στους συμμάχους της Δύσης, περιορίζοντας τους ρόλους και τις απαιτήσεις τους στα παγκόσμια πράγματα. Τα αγκάθια που, ωστόσο, έχουν να αντιμετωπίσουν για να πετύχουν τη στρατηγική τους επιδίωξη είναι πολλά.
Υπάρχει ο πονοκέφαλος του ρήγματος που εμφανίστηκε στη Δύση (μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης) μετά την εισβολή και κατοχή στο Ιράκ. Το βάλτωμα των ΗΠΑ στο Ιράκ έκανε ακόμα πιο φανερή την αναντιστοιχία μέσων και στόχων που έτσι κι αλλιώς χαρακτήριζαν τις ΗΠΑ, προτού ακόμη εμφανιστεί στο προσκήνιο η ομάδα Μπους-Τσένι. Ιδιαίτερα στις μέρες μας, ξαναφάνηκε ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να πορευτούν χωρίς στρατηγικές συμμαχίες στο πλαίσιο της Δύσης, που δυστυχώς γι’ αυτές δεν μπορεί να οικοδομηθούν με τους παλιότερους όρους που ίσχυαν την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και την πρώτη περίοδο μετά το ’90.
Δυστυχώς πλέον για τις ΗΠΑ ο κόσμος, που κατά βάση οι ίδιες δημιούργησαν με την επιθετική τους πολιτική τις προηγούμενες δεκαετίες, έχει γίνει πολύ πιο πολύπλοκος, πολύ πιο σύνθετος, με πολύ πιο οξυμένες όλες τις αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν το σύστημα, για να μπορέσει να στοιχηθεί και να μπει στο «καλούπι» που αυτοί ονειρεύονται. Απ’ όποια πλευρά και αν εξετάσει κανείς την πολιτική των ΗΠΑ, την ατμόσφαιρα και το κλίμα που αναδίδει, τόσο στο εσωτερικό της όσο και στη διεθνή της δραστηριότητα, διακρίνει μια νευρικότητα, μια πίεση που δεν μπορεί, ενώ θέλει, να «λύσει» το πρόβλημα μονομιάς, εκμηδενίζοντας τους αντίπαλους ανταγωνιστές και τους λαούς, καθυποτάσσοντας τους όποιους συμμάχους της. Πάνω σε αυτό ακριβώς δοκιμάζεται και δοκιμάστηκε η ομάδα Μπους-Τσένι, που υποσχέθηκε γρήγορα και φανερά αποτελέσματα σε όσους την ανέδειξαν και που ο απολογισμός γι’ αυτήν δεν είναι καθόλου θετικός ανεξάρτητα από τα δεινά που προκάλεσε και προκαλεί σε όλον τον πλανήτη. Το πρόβλημα αυτό βέβαια δεν λύνεται μόνο με την απομάκρυνση της ομάδας αυτής από το προσκήνιο. Πολύ περισσότερο δεν αντιμετωπίζεται με «γενναία αυτοκριτική» της καινούργιας ηγεσίας, όποια και αν είναι, που θα συνοδευτεί από «γενναίες κινήσεις» αποχώρησης των ΗΠΑ από το Ιράκ, παραίτησης από τα σχέδια και στο Ιράν, εκχώρησης ρόλων στους συμμάχους κ.λπ. που θα λειτουργούσαν σαν μπούμερανγκ εναντίον της.

3. Θα επιλέξουν, λοιπόν, ξανά οι ΗΠΑ τη φυγή προς τα μπρος, ανακαλύπτοντας νέους «εχθρούς», εκβιάζοντας τους πάντες και τα πάντα να στοιχηθούν μαζί τους και κυρίως από πίσω τους; Φαίνεται δύσκολο σε αυτή τη φάση, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί από τη στιγμή που είναι μια λύση για τις ΗΠΑ. Φρικαλέα μεν, αλλά λύση! Ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε ότι οι άλλες λύσεις, οι «εναλλακτικές», όπως φανερώνεται από τη στάση των Δημοκρατικών, δεν είναι ακόμη έτοιμες και πιθανώς να εκλαμβάνονταν ως σημάδια «αδυναμίας» των ΗΠΑ με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και αν δεν επιλεγεί εκ νέου και αμιγώς φυγή προς τα μπρος, τι θα μπει στη θέση της; Μήπως, αναγκαστικά, επιλεγεί ένα υβρίδιο μιας πολιτικής που θα συνεχίζει να αναδίδει οσμές επιθετικότητας και πυγμής όχι γιατί είναι η «καλύτερη», αλλά ίσως γιατί είναι η μόνη εφικτή μπροστά στα δεδομένα και τις δεσμεύσεις που έχουν προκύψει από την πολιτική Μπους. Οπως και να ’ναι, γίνεται αντιληπτό ότι για τους λαούς που στον ένα ή στον άλλο βαθμό έχουν μπει στο δρόμο της αντίστασης δεν υπάρχει άλλη επιλογή απ’ το να συνεχίσουν να βρίσκονται σε κατάσταση αντιπολεμικού, αντιιμπεριαλιστικού συναγερμού με στόχο την οικοδόμηση ενός ευρύτερου ΜΕΤΩΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΠΑΛΗΣ που θα πρέπει και για μας, εκφρασμένο πρώτα και κύρια στα Βαλκάνια, να είναι μια από τις προτεραιότητές μας.

4. Τα διλήμματα των ΗΠΑ αλλά και τα αποτελέσματα της πολιτικής τους επηρεάζουν, όπως είναι φυσικό, τα ζητούμενα και τα διλήμματα των υπόλοιπων παικτών στην παγκόσμια σκακιέρα, είτε είναι σύμμαχοι είτε ανταγωνιστές είτε και τα δύο με την αμερικάνικη υπερδύναμη. Ζητούμενα και διλήμματα που έχουν έτσι ή αλλιώς τη δική τους ιδιαίτερη βάση και αφετηρία. Με διάφορες αφορμές και ευκαιρίες στο προσκήνιο το τελευταίο διάστημα εμφανίζονται συχνά οι προοπτικές και η πορεία της Ευρώπης. Ερώτημα που δεν αποκόβεται από την πορεία και τη διαδρομή των ΗΠΑ, αλλά και με ένα ιδιαίτερο τρόπο από την πορεία και την προοπτική καταρχήν της Ρωσίας. Με αφορμή το «δίδυμο» στη Γερμανία, τα δημοψηφίσματα, τις πρόσφατες εκλογές στη Γαλλία, τα συμβαίνοντα στη Γηραιά Αλβιώνα, βιώνουμε για ένα σχετικά μεγάλο διάστημα μια αβεβαιότητα, μια ασάφεια, μια ρευστότητα σε σχέση με το πού πορεύεται η Ευρώπη. Θα περίμενε κανείς με βάση ότι στο «τιμόνι» της προεδρίας αυτό το εξάμηνο βρίσκεται η Γερμανία να έχουν φουντώσει οι συζητήσεις και οι «κοινές» αναζητήσεις σε σχέση με την πορεία της «ενοποίησης» της Ευρώπης, ή, αν θέλετε, σε σχέση με την πορεία της διεύρυνσης της Ευρώπης. Αντ’ αυτού βιώνουμε μια «επιστροφή» σε «εσωστρεφείς» αναζητήσεις στο εσωτερικό των μεγάλων δυνάμεων της ΕΕ, με αντικείμενο το πώς θα τοποθετηθεί κάθε μία από αυτές τόσο απέναντι στις ΗΠΑ όσο και απέναντι στις άλλες. Με επίδικο ερώτημα το πώς θα προκρίνουν τις προτεραιότητές τους απέναντι στο δίλημμα «ενοποίηση ή διεύρυνση» που είναι και συνέχεια του διλήμματος πώς στέκονται από την πλευρά τους απέναντι στις ΗΠΑ και στο ρήγμα που έχει διαμορφωθεί! Θα μπορούσε κανείς να συνδέσει αυτή την ασάφεια με το ότι αναμένουν τις ΗΠΑ να πάρουν τις πρωτοβουλίες και εκείνες να πράξουν ανάλογα. Αυτή η πλευρά ισχύει, αλλά να μη θεωρήσουμε ότι η κάθε μία από τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης δεν παίρνει έστω μεμονωμένα πρωτοβουλίες να χώνεται και να διαμορφώνει δεδομένα. Ούτε να θεωρήσουμε ότι υπάρχει στασιμότητα και δεν κινούνται εξελίξεις, όπως π.χ. στο Ιράν και στην Ουκρανία, όπου επίσης συσσωρεύονται αντιφατικά δεδομένα που αφορούν τη σχέση Ευρώπης-ΗΠΑ και πόσο «από κοινού» ή «χώρια» κινούνται! Οπως έχουμε κατ’ επανάληψη εκτιμήσει, οι πυλώνες της ΕΕ υιοθέτησαν μετά το ευρώ τη δική τους «φυγή προς τα μπρος» και σαν απάντηση στη φυγή του Μπους, και που δεν ήταν άλλη απ’ την πολιτική της «διεύρυνσης της ΕΕ». Παρ’ όλο που υπήρχαν πολλές εκκρεμότητες όσον αφορά την «ενοποίηση» των βασικών αυτών πυλώνων. Το εγχείρημα είχε και έχει αρκετές αντιφάσεις και δεν υλοποιήθηκε (στον όποιο βαθμό υλοποιήθηκε) χωρίς ταλαντεύσεις, όπως χαρακτηριστικά φάνηκαν στην περίπτωση της Γαλλίας. Ταλαντεύσεις βέβαια που δεν εκφράστηκαν, για να μην έχουμε παρεξηγήσεις, στην άγρια επίθεση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου στο εσωτερικό των χωρών της Ευρώπης, όσο και απέναντι στην εργατική τάξη των υπό διεύρυνση χωρών. Κατά ένα τρόπο, δεν είναι τυχαίο ότι η φυγή προς τα μπρος της Ευρώπης φάνηκε να πιάνει κάποια όρια όταν και η φυγή της ομάδας Μπους-Τσένι έπιασε, για άλλους λόγους, τα δικά της όρια. Η επιλογή Σαρκοζί στη Γαλλία, χωρίς να προτρέχουμε, προσθέτει νέες αμφιβολίες και νέα ερωτηματικά γύρω από το τι τελικά θα προκριθεί τόσο από τη Γαλλία, που θέλει να κάνει το δικό της παιχνίδι, αλλά και για την Ευρώπη στο σύνολό της. Οπως και να ’χει το πράγμα όμως, η Ευρώπη δεν είναι καθόλου διατεθειμένη να θυσιάσει και να εγκαταλείψει την πολιτική αυτή όχι μόνο γιατί έχει από μόνη της φτιάξει δυναμική, αλλά και γιατί η Ευρώπη έχει πολλούς λόγους να θέλει να φυλάγεται απέναντι στις ΗΠΑ, ιδιαίτερα που η τελευταία δεν έχει ανοίξει τα χαρτιά της. Δεν μπορούμε βέβαια να προβλέψουμε τι θα γίνει και αν γίνει σε επίπεδο αλισιβερισιού ανταλλαγμάτων με τις ΗΠΑ. Ούτε να μπούμε σε μια θεωρητική συζήτηση για το μέλλον της πολιτικής της διεύρυνσης αν οι ΗΠΑ εκχωρούσαν αρμοδιότητες στην Ευρώπη σε άλλες περιοχές του πλανήτη που σήμερα αρνούνται να τις εκχωρήσουν. Ακόμα και έτσι όμως η Ευρώπη δεν έχει κανένα λόγο να θυσιάσει ό,τι έχει κατακτήσει, γιατί έτσι θα απωλέσει και την ίδια τη βάση της πίεσης που ασκεί στις ΗΠΑ, όσο την ασκεί, προκειμένου να διαμορφώσει νέους όρους προς όφελός της στη δυτική συμμαχία. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι με την πολιτική της διεύρυνσης της ΕΕ βρέθηκε μια μορφή διείσδυσης των βασικών πυλώνων της ΕΕ τόσο προς τα Βαλκάνια όσο και προς τη Μ. Ανατολή, όχι μόνο για να αντιστέκεται στις ΗΠΑ αλλά και να συνδιαλέγεται με αυτές. Ούτε να μας διαφεύγει ότι με την πολιτική αυτή δημιουργήθηκε μια καινούργια βάση πίεσης αλλά και διαπραγμάτευσης με τη Ρωσία του Πούτιν. Οσον αφορά αυτή τη χώρα, με το τεράστιο δυναμικό, που εκτείνεται από τα Ουράλια και φτάνει μέχρι τον Ειρηνικό, είναι γεγονός ότι έχει μπει σε μια πορεία ανασυγκρότησης, ανάκαμψης και αφύπνισης. Εξέλιξη που πιστοποιείται από τις εσωτερικές εξελίξεις και ανακατατάξεις, από την ισχυροποίηση της ομάδας Πούτιν, από τα βήματα ανάκτησης επιρροής και ερεισμάτων στον περίγυρο αυτής της χώρας. Εξέλιξη που επιβεβαιώνεται όχι μόνο από τις κινήσεις της στον ενεργειακό τομέα, αλλά και από την απαίτησή της που εκφράζεται έμπρακτα για έναν άλλο, αναβαθμισμένο ρόλο στα διεθνή πράγματα. Η πορεία αυτή προκειμένου να συνεχιστεί προϋποθέτει το κέρδισμα χρόνου από τις ΗΠΑ, την ύπαρξη και αξιοποίηση από μεριάς της Ρωσίας των ρηγμάτων και των αντιθέσεων στο πλαίσιο της Δύσης, τη διαμόρφωση συμμαχιών ικανών να δώσουν μιαν άλλη δυναμική. Η πορεία αυτή έχει περιπλέξει αρκετά τα διεθνή πράγματα και δεδομένα, κυρίως όσον αφορά την πολιτική και τις κινήσεις των ΗΠΑ. Η αμερικάνικη υπερδύναμη, βλέποντας ότι αδυνατεί να προχωρήσει στο τελικό χτύπημα απέναντι στη Ρωσία, επιλέγει την επιθετική πολιτική της έντασης και της ρήξης με δύο στόχους: αφενός το «λαχάνιασμα» της Ρωσίας και αφετέρου το σύρσιμο της Ευρώπης από πίσω της. Ωστόσο διαβλέπει ότι με αυτή την πολιτική μπορεί να προκαλέσει αντισυσπειρώσεις και πιθανή ενίσχυση του άξονα Ρωσίας-Κίνας. Γι’ αυτό διανθίζει και «νοθεύει» τελευταία την πολιτική αυτή με κινήσεις που προσπαθούν να αμβλύνουν τις συνέπειες της κυρίαρχης πολιτικής της. Δυσκολίες και αντιφάσεις αντιμετωπίζουν επίσης οι ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις με βάση τη νέα ρωσική πραγματικότητα. Τα διλήμματά τους είναι σαφή: η πρόθεσή τους να αξιοποιήσουν την αντίθεση Ρωσίας-ΗΠΑ, κλείνοντας το μάτι προς Ρωσία με βάση και τις ανάγκες τους στο ενεργειακό, συγκρούεται με το ότι με αυτό ενισχύεται αναμφίβολα ο Πούτιν και η τάση του. Η επιλογή να σταθούν με την πλευρά της Αμερικής τις καθιστά πιο ευάλωτες στις πιέσεις των ΗΠΑ και τις αναγκάζει να ψαλιδίζουν τις ιδιαίτερες επιδιώξεις τους.

5. Με βάση τα καινούργια δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί, αποκτά μεγάλη σημασία για τις κινήσεις στη διεθνή σκακιέρα το τόξο που ξεκινά από την Κεντρική Ευρώπη, περνάει από τα Βαλκάνια, από τη χώρα μας και «καταλήγει» στην Τουρκία. Ενα τόξο που θυμίζει ένα μεγάλο «σεισμικό ρήγμα» που έχει δύο αλληλένδετα χαρακτηριστικά και που επικεντρώνει το ενδιαφέρον των ιμπεριαλιστών είτε σαν αντικείμενο ανταγωνισμού αυτό καθαυτό είτε σαν εφαλτήριο για παραπέρα κινήσεις κλίμακας. Αφενός «περικυκλώνει» τη Ρωσία και αφετέρου καταλήγει σε περιοχές που συνορεύουν με το Ιράκ και τη Συρία, που, για λόγους που έχουμε αναλύσει πολλές φορές, συγκεντρώνουν το παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό ενδιαφέρον. Ενα τέτοιο τόξο που έχει τέτοιο άνοιγμα, δεν θα μπορούσε να είναι ομοιογενές ούτε από των άποψη των καθεστώτων που βρίσκονται στη διαδρομή του ούτε από την άποψη της διάταξης των δυνάμεων στο εσωτερικό τους ούτε από την άποψη των ερεισμάτων που διαθέτει ο κάθε ιμπεριαλιστής ξεχωριστά. Ενα τόξο που υπό το φόντο της άγριας ιμπεριαλιστικής διείσδυσης, και υπό την επίδραση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, διαπερνιέται από εσωτερικές αναδιατάξεις και συγκρούσεις στην κάθε χώρα όπου το λαϊκό κίνημα δεν έχει τη δυνατότητα ακόμα να αντιδράσει επί της ουσίας. Ενα τόξο που εκτός των άλλων έχει γίνει βραχνάς για τη Ρωσία και που οι εξελίξεις στη μια χώρα αυτού του τόξου επηρεάζουν έμμεσα ή άμεσα τις εξελίξεις στις διπλανές. Σημεία αυτού του τόξου, πρόσφατα αλλά και παλιότερα, που βρέθηκαν στο προσκήνιο πότε με αφορμή την Ουκρανία, πότε με την ευκαιρία της ανακίνησης του ζητήματος της λεγόμενης αντιπυραυλικής ασπίδας, πότε με ευκαιρία τις σοβαρές εκκρεμότητες των Βαλκανίων, έκαναν πολύ φανερά τα σημάδια όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων όχι μόνο ανάμεσα σε Ρωσία και Δύση, αλλά και ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Εγιναν φανερά τα σημάδια των επιπτώσεων που μπορεί να έχει η συνεχιζόμενη περικύκλωση της Ρωσίας αλλά και η αντιπαράθεση ανάμεσα στην πολιτική που εκφράζει απ’ τη μια η επέκταση του ΝΑΤΟ και απ’ την άλλη στην πολιτική της διεύρυνσης της ΕΕ, όπου η μια προσπαθεί να προλάβει την άλλη! Τελευταία μάλιστα το τόξο αυτό ξαναβρίσκεται στο προσκήνιο με αφορμή τις εξελίξεις στην Τουρκία, αλλά και μέσω των συγκρούσεων που κρύβονται πίσω απ’ το ενεργειακό ζήτημα. Συμπερασματικά λοιπόν, το τόξο αυτό όχι μόνο για πολιτικούς γεωστρατηγικούς λόγους, αλλά και για ευρύτερους οικονομικούς που συνδέονται και με τους διαδρόμους ροής πετρελαίου και φυσικού αερίου, εξελίσσεται σε πυρακτωμένη ζώνη που κρύβει πολλούς κινδύνους για τους λαούς που άμεσα ή έμμεσα σχετίζονται με αυτό!

6. Η χώρα μας, αν και αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της Δύσης που ανήκει ταυτόχρονα και στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, δέχεται πολύ φανερά τις συνέπειες και τους τρανταγμούς που διαπερνούν συνολικά το τόξο αυτό. Η χώρα μας βρίσκεται, έτσι κι αλλιώς, σε μια περιοχή που εκδηλώνεται άλλοτε πιο έντονα και άλλοτε πιο «κομψά» ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Ταυτόχρονα επηρεάζεται καθοριστικά από τις εξελίξεις που δρομολογούνται στο Βορρά, αλλά και από εξελίξεις που δρομολογούνται στα Ανατολικά και Νότιά της. Τα αγκάθια που απασχολούν τη σημερινή κυβέρνηση και που αφορούν τη στάση της ντόπιας άρχουσας τάξης στις βαλκανικές εξελίξεις και στα συμβαίνοντα στην Τουρκία αποτελούν στην ουσία μόνιμα διαχρονικά προβλήματα, άσχετα με τη μορφή και την ένταση που κάθε φορά εμφανίζονται. Τελευταία μάλιστα παρατηρείται μια επιπλέον περιπλοκή. Εμπλοκή που έχει να κάνει με την ενεργότερη ανάμειξη της Ρωσίας στα της περιοχής, η οποία, όχι μόνο στο ενεργειακό αλλά γενικότερα, δεν κάθεται πλέον με σταυρωμένα χέρια και εκδηλώνει πρωτοβουλίες εκμεταλλευόμενη παλιά και νέα ρήγματα που εμφανίζονται στην πολιτική των ιμπεριαλιστών και τις ιδιαίτερες βλέψεις των αστικών τάξεων στην περιοχή, ιδιαίτερα στην Τουρκία αλλά και στη χώρα μας. Οι εξελίξεις στη γειτονική μας χώρα είναι πολύ σοβαρές και κρίσιμες. Στην Τουρκία βρίσκεται σε εξέλιξη μια ενεργή ανάμειξη όλων των ιμπεριαλιστών της Δύσης, με «κοινές» αλλά και ιδιαίτερες επιδιώξεις. Αυτή η πορεία έχει βγάλει με έντονο τρόπο στο προσκήνιο τα πάγια διλήμματα της τούρκικης αστικής τάξης και θέτει σε δοκιμασία και κρίση τις ιδιαίτερες βλέψεις τμημάτων τής εκεί άρχουσας τάξης, τόσο απέναντι στη Δύση όσο και απέναντι στην υπόλοιπη Ανατολία. Οι κίνδυνοι που απειλούν τον τουρκικό λαό είναι μεγάλοι. Οπως μεγάλοι είναι οι κίνδυνοι μιας αποσταθεροποίησης της περιοχής, που, όσο και αν φαίνεται «μακρινή», δυστυχώς θα επηρεάσει την τύχη και άλλων λαών, μεταξύ αυτών και του δικού μας. Τα φιτίλια που σπέρνουν πότε οι ΗΠΑ πότε οι υπόλοιποι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές ίσως αποδειχθούν ότι δεν είναι τόσο βραδύκαυστα, γι’ αυτό ένας αποφασιστικός, μόνιμος και επίμονος αντιπολεμικός-αντιιμπεριαλιστικός αγώνας στις χώρες της περιοχής μας είναι πολύ επίκαιρος και αναγκαίος. Ενας αγώνας που θα στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην ιμπεριαλιστική ανάμειξη και τα στηρίγματά της, αλλά και ενάντια στην πολιτική των αστικών τάξεων οι οποίες ευνοούν την ανάμειξη αυτή, προσδοκώντας επιμέρους οφέλη και μικροπρονόμια πάνω στο έδαφος της άγριας καπιταλιστικής επίθεσης σε βάρος των λαών και της εργατικής τάξης.
• Ιδιαίτερα για τη χώρα μας, εδώ και μήνες έχουν δρομολογηθεί πολιτικές εξελίξεις που ακόμα δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί. Ωστόσο μας υποχρεώνουν να τις αξιολογήσουμε, να τις παρακολουθήσουμε έτσι ώστε να μην αιφνιδιαζόμαστε από την τροπή που μπορεί να πάρουν. Αυτό που παρατηρούμε είναι μια συνεχιζόμενη πίεση προς την κυβέρνηση κυρίως μέσα από ζητήματα «διαφάνειας» και σκανδαλολογίας. Εμείς βέβαια δεν έχουμε άμεσες προσλαμβάνουσες και μόνο πολιτικά μπορούμε να τις αξιολογήσουμε. Και αυτό που καλούμαστε να σταθμίσουμε είναι ποιοι και γιατί πιέζουν τη ΝΔ. Τι συμφέρον έχουν, δηλαδή, και πού το πάνε. Μήπως πρόκειται για τμήματα του πλουτοκρατικού κατεστημένου, παραδοσιακά και ΠΑΣΟΚοθρεμμένα (νέα τζάκια) που συνδέονται με τη βιομηχανία (όποια έχει απομείνει), τις κατασκευές και το εφοπλιστικό κεφάλαιο και που αισθάνονται ριγμένοι από τις σχέσεις τους με το χρηματιστηριακό και τραπεζικό κεφάλαιο και σηκώνουν όλο αυτό το θόρυβο προκειμένου να πιέσουν ώστε να πετύχουν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις και πλαίσιο; Μήπως πίσω απ’ αυτό το θόρυβο κρύβονται ανησυχίες τμημάτων του ντόπιου κεφαλαίου που απέκτησαν, φυσικά κάτω απ’ την ομπρέλα της εξάρτησης και στη διαπλοκή τους με κομμάτια ξένου κεφαλαίου, υπόσταση τις τελευταίες δεκαετίες και βλέπουν να περιορίζεται ο ρόλος τους με βάση τον αεριτζίδικο και παρασιτικό τρόπο που λειτουργούν μια σειρά τομείς του συστήματος στη χώρα τα τελευταία χρόνια; Πιθανότατα να υπάρχει και αυτή η πλευρά πίσω από τα επιφαινόμενα. Τα δεδομένα όμως που έχουμε δεν δείχνουν ότι αυτή η πλευρά είναι η κύρια. Ή, αν θέλετε, δεν πιστεύουμε ότι η κινούσα δύναμη της όλης «ανακατωσούρας» που διαρκεί μήνες είναι οι ενδοαστικοί καβγάδες για διάφορα φιλέτα, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, κατά τα λοιπά, το όλο πλαίσιο λειτουργίας του συστήματος είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό για το σύνολο του κεφαλαίου και η ΝΔ (όπως και το ΠΑΣΟΚ) έχουν κάνει τα πάντα για να το διαμορφώσουν. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε «αναλύσεις» που θεωρούν ότι οι ενδοαστικοί καβγάδες από μόνοι τους, είτε μένουν στο οικονομικό πεδίο είτε «πολιτικοποιούνται», μπορούν να προκαλέσουν ευρύτερη πολιτική αναταραχή και ανακατατάξεις όταν δεν συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι γι’ αυτό, και τα πράγματα από γενική άποψη είναι συντριπτικά υπέρ του κεφαλαίου και η ΝΔ γενικά πάντα πρόθυμη να το υπηρετήσει. Πολύ περισσότερο όταν ο παράγοντας εργατικό κίνημα βρίσκεται στο σημείο που βρίσκεται. Συμβαίνει συχνά, μερίδες του ντόπιου κεφαλαίου, αλλά και του ξένου, να έχουν εκκρεμότητες και ζητήματα που απαιτούν να ρυθμιστούν πιο ευνοϊκά με την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Και κάποιες φορές να χρησιμοποιούν και χτυπήματα κάτω από τη μέση προκειμένου να «τακτοποιήσουν» τις εκκρεμότητες. Υπάρχουν, λοιπόν, σημάδια που να δείχνουν ότι ιμπεριαλιστικά κέντρα σε ΗΠΑ και Ευρώπη σε διασύνδεση με το κεφάλαιο (ντόπιο και ξένο) θέλουν να άρουν την εμπιστοσύνη τους προς τη ΝΔ και να ξαναπροσλάβουν στην υπηρεσία τους για πολιτικό προσωπικό το ΠΑΣΟΚ; Στο ερώτημα αυτό εμείς δεν βιαζόμαστε να απαντήσουμε. Οσο σχετική σημασία και αν έχει, όσο και αν μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον τα δεδομένα έδειχναν ότι η ΝΔ κάνει καλά τη «βρόμικη» δουλειά. Τίποτε δεν αποκλείεται, ιδιαίτερα αν τους μήνες που θα μεσολαβήσουν μέχρι τις εκλογές δρομολογηθούν άλλες εξελίξεις (ιδιαίτερα στο διεθνές πλαίσιο) ή αν διευρυνθεί πολύ η λαϊκή δυσαρέσκεια και προκαλέσει εκπλήξεις, αφού θα είναι δύσκολο αυτή να καναλιζαριστεί κατά εκεί που θέλουν τα κέντρα εξουσίας. Ούτε βέβαια θα είμαστε αυτοί που δεν βλέπουμε την προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ να αξιοποιήσει τη φασαρία που γίνεται προκειμένου να αυξήσει τη συσπείρωσή του και να ισχυροποιήσει τη θέση του Γ. Παπανδρέου. Ετερον εκάτερον! Αλλωστε δεν θα βρούμε κέντρα εξουσίας εντός και εκτός Ελλάδας που να ήθελαν ένα αρκετά αποδυναμωμένο ΠΑΣΟΚ μόνο και μόνο γιατί θα ήθελαν μια ισχυρή πολιτική εξουσία. Και καθόλου δεν συμφωνούμε ότι η όλη σκανδαλολογία προκλήθηκε εξ υποκειμένου μόνο και μόνο για να ισχυροποιήσει το ΠΑΣΟΚ στο πλαίσιο της ενίσχυσης του δικομματισμού.

7. Υπαινιχθήκαμε σε ορισμένα άρθρα της εφημερίδας, από την εποχή που το ΠΑΣΟΚ, με αφορμή το 16, «άλλαξε ρότα», κυρίως υπό το βάρος της πίεσης του κινήματος, αλλά και πιο πρόσφατα με τη συνεχιζόμενη σκανδαλολογία, ότι πίσω και γύρω απ’ όλα αυτά, στο βαθμό που διαρκούν και εντείνονται, πιθανόν να κρύβονται ιμπεριαλιστικά κέντρα και ιδιαίτερα των ΗΠΑ. Μας προβλημάτισε το γεγονός ότι η έξαρση και κινητικότητα της σκανδαλολογίας συνέπεσε με μια περίοδο όπου οι ΗΠΑ έχουν εκφράσει δυσαρέσκειες σε σχέση με πλευρές της πολιτικής της άρχουσας τάξης της χώρας στο ενεργειακό, στα Βαλκάνια, στην Κύπρο, στις σχέσεις με την Τουρκία. Υπαινιχθήκαμε στην πρόσφατη κεντρική εκδήλωση του ΚΚΕ(μ-λ) στην Αθήνα ότι εκδηλώνεται έντονη αμερικάνικη ανάμειξη στα πολιτικά πράγματα της χώρας, που δεν έχει βέβαια φτάσει να πάρει ακραίες μορφές (όπως με τις δηλώσεις Κρίστοφερ το ’93), αλλά ωστόσο δημιουργεί δεδομένα που ακόμη δεν έχουν εκδηλώσει όλες τις συνέπειές τους. Ανάμειξη που μπορεί να φτάνει και μέσα στα ίδια τα αστικά κόμματα, βλέποντας δηλώσεις πρωτοκλασάτων στελεχών ένθεν κακείθεν. Ανάμειξη που εκφράστηκε με την άγαρμπη εμφάνιση στο προσκήνιο του ζητήματος των Σκοπίων, που υποτίθεται ότι η κυβέρνηση ήθελε να το κάνει κεντρικό στην προεκλογική περίοδο και αιτία πρόωρης προσφυγής στις κάλπες. Ανάμειξη που πιθανώς να έχει εκφράσεις στις ανακατατάξεις που συμβαίνουν στους κατασταλτικούς μηχανισμούς, στην έξαρση της κρατικής βίας, στην έξαρση του «αντάρτικου πόλεων». Ας μείνουμε όμως σε αυτά και ας περιοριστούμε στη δέσμευση να παρακολουθούμε πιο στενά και ενδελεχώς τις εξελίξεις. Και ας λάβουμε υπόψη μας ότι η υποχώρηση του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος στη χώρα, που έχει κλείσει τον τρίτο χρόνο της (μετά το 2003), συσκοτίζει τα ζητήματα και εμποδίζει την ανάδειξη πλευρών που θα φώτιζαν ίσως περισσότερο τη γενική εικόνα.

8. Συμπερασματικά λοιπόν, με βάση τα σημερινά δεδομένα, οι εκλογές φαίνεται να επισπεύδονται, με πιθανότερη ημερομηνία το τέλος Σεπτέμβρη με αρχές Οκτώβρη. Αυτή η αίσθηση, την οποία συντηρεί και αναπαράγει σχεδόν ανοιχτά η κυβέρνηση, φαίνεται να απορρέει από μια διάχυτη απαίτηση του συστήματος να προχωρήσει ΑΜΕΣΑ η επίθεση στο λαό και τα δικαιώματά του. Φαίνεται να απορρέει επίσης από τη διάθεση της άρχουσας τάξης να διαμορφώσει και να επανισχυροποιήσει τις εύθραυστες ισορροπίες στο εσωτερικό της, σε σχέση με το πώς θα σταθεί απέναντι στα μεγάλα αγκάθια που την περιτριγυρίζουν από Βορρά και από Ανατολή. Αυτά φαίνεται λοιπόν να μην ευνοούνται από μια μακρά προεκλογική περίοδο. Ουσιαστικά λοιπόν αυτό που ζητάει το σύστημα μέσα από την προσφυγή στις κάλπες είναι η νομιμοποίηση και ο αέρας ώστε να προωθηθεί πιο αποφασιστικά και πιο διευρυμένα η άγρια καπιταλιστική επίθεση. Οχι μόνο απέναντι στην εκπαίδευση, αλλά συνολικά σε βάρος του λαού και της εργατικής τάξης. Να προετοιμάσει όρους και συμμαχίες ώστε, δίπλα στην προσπάθεια για επιβολή του νόμου-πλαισίου στα ΑΕΙ, να προωθηθούν οι νέοι εσωτερικοί αντιδραστικοί κανονισμοί λειτουργίας των πανεπιστημίων και των ΤΕΙ. Να επιβάλει με το έτσι θέλω τη συνολική αντιμεταρρύθμιση σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Να ορθώσει νέους ταξικούς φραγμούς για τη νεολαία μέσα από το νέο σύστημα εισαγωγής. Να επαναβεβαιώσει τη βάση του 10. Να προετοιμάσει νέες φουρνιές ανέργων και απασχολήσιμων, βορά στις άγριες διαθέσεις του κεφαλαίου. Να προωθήσει τις ιδιωτικοποιήσεις και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια στο όνομα του «λιγότερου κράτους». Να υλοποιήσει επιτέλους την αντιασφαλιστική και αντισυνταξιοδοτική επιδρομή στο δρόμο που χάραξε ο Γιαννίτσης και ακόμα χειρότερα. Να συνεχίσει την πολιτική βίαιου ξεκληρίσματος της αγροτιάς έτσι όπως θέλει και επιβάλλει η πολιτική της ΕΕ.
Πέρα όμως από αυτά και δίπλα σε αυτά αρχίζει να φαίνεται ότι η προσφυγή στις κάλπες έρχεται να εξυπηρετήσει και μιαν άλλη ανάγκη: την προετοιμασία της άρχουσας τάξης προκειμένου να ευθυγραμμιστεί με τις κυρίαρχες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τα σχέδιά τους στα Βαλκάνια, στην Κύπρο και στην ευρύτερη περιοχή. Ευθυγράμμιση με τις λιγότερες δυνατές απώλειες και κραδασμούς, όπου τα αμφίβολα «ανταλλάγματα» δεν θα μπορούν να διασκεδάσουν το τίμημα που θα κληθούν να πληρώσουν οι λαοί της περιοχής. Οσο και να επιδιώκουν οι παράγοντες του συστήματος να κρύψουν αυτή την πλευρά, είναι τόση η κρισιμότητα των εξελίξεων και των αποφάσεων που καλείται να πάρει η άρχουσα τάξη που θέλει δεν θέλει θα υποχρεώσει τα κυρίαρχα κόμματα να ξανααποκαλύψουν την πραγματική τους πολιτική. Αυτή που τους θέλει να τρέχουν πότε πίσω από τον ένα και πότε πίσω από τον άλλο ιμπεριαλιστή. Αυτή που τα θέλει να «ανταλλάσσουν» την υποταγή τους στα σχέδια του ενός με τις παροχές στον άλλον. Αυτή που δεν διστάζει να παζαρέψει την υποταγή στη λεγόμενη αντιπυραυλική ασπίδα με «αντάλλαγμα» τον αγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη. Αυτή που «εκβιάζει» με το όνομα της ΠΓΔΜ με «αντάλλαγμα» τις αποστάσεις της Ελλάδας από την Κύπρο και την αποδοχή της Τουρκίας στην ΕΕ με τους όρους που θέλουν οι ΗΠΑ. Μια πολιτική που ανεξάρτητα αν και πόσο κινείται σε τεντωμένο σχοινί, συνολικά ιδωμένη υπονομεύει την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή, εμπλέκει τη χώρα στη δίνη των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και την εγκλωβίζει σε ένα ρόλο προχωρημένου φυλακίου για τις ιμπεριαλιστικές εξορμήσεις.
Ενα ακόμη ζήτημα που θα θελήσει το σύστημα να επιβεβαιώσει και μέσα από τις κάλπες, και στο οποίο φυσικά συμφωνεί και το ΠΑΣΟΚ, είναι ότι η νεολαιίστικη εξέγερση ήταν ένα διάλειμμα που έκλεισε και που δεν θα βρει συνέχεια στο μέλλον σε ευρύτερες λαϊκές και εργατικές αντιστάσεις, προκειμένου η επίθεση να περάσει χωρίς σοβαρά εμπόδια και αντιστάσεις. Αυτό που επίσης μπορούμε αβίαστα να επισημάνουμε είναι ότι όσο απομακρυνόμαστε από τον απόηχο της νεολαιίστικης εξέγερσης, οι παράγοντες του συστήματος επιθυμούν διακαώς να εμπεδωθεί ένα ευρύτερο κλίμα ηττοπάθειας και μια γενικευμένη αίσθηση αναποτελεσματικότητας του κινήματος. Γι’ αυτό τώρα που θεωρούν ότι ξεμπέρδεψαν με το κίνημα εμφανίζονται να επιθυμούν πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, ευελπιστώντας ότι τα μηνύματα ελπίδας και αντίστασης που εξέπεμψε το κίνημα θα θαφτούν και δεν θα εκφραστούν στον ευρύτερο πολιτικό συσχετισμό που θα αναδείξουν οι κάλπες. Εμείς ωστόσο από την πλευρά μας όσο βέβαιοι είμαστε ότι μας περιμένει μια άγρια και εκτεταμένη επίθεση, άλλο τόσο βέβαιοι είμαστε ότι μας περιμένουν αγώνες, ξεσπάσματα, αντιστάσεις στους χώρους της εκπαίδευσης, στους χώρους των εργαζόμενων, στις γειτονιές. Οσο γελασμένο είναι το σύστημα αν νομίζει ότι ξεμπέρδεψε με τις διαδηλώσεις, τις απεργίες, άλλο τόσο γελασμένη είναι και η κυρίαρχη Αριστερά που, όσο σκληρό και αν ακούγεται, τουλάχιστον σε ηγετικό επίπεδο έδειξε ανακουφισμένη που το κίνημα της νεολαίας δεν συνέχισε. Μια κυρίαρχη Αριστερά που φοβάται όσο τίποτα το κίνημα, ιδιαίτερα αν αισθανθεί ότι δεν μπορεί να το ελέγξει. Μια κυρίαρχη Αριστερά που έδωσε τις εξετάσεις νομιμοφροσύνης προς το σύστημα και που θεωρεί ότι τώρα επιτέλους ήρθε στα νερά της χωρίς τις ενοχλήσεις από το κίνημα. Μια κυρίαρχη Αριστερά που νομίζει ότι μπορεί ανεμπόδιστα να επιδοθεί στο μόνο που έχει συνηθίσει, να κυνηγάει ποσοστά μήπως και επιτέλους γίνει χρήσιμη όχι για το λαό, αλλά για το σύστημα. Με όσες δυνάμεις έχουμε, πρέπει να κινηθούμε στη μοναδική κατεύθυνση που θα μπορούσε να διαψεύσει τους κυρίαρχους. Και αυτή δεν είναι άλλη από αυτή που θέλει, μέσα από αποφασιστικές πρωτοβουλίες και πιέσεις προς όλες τις κατευθύνσεις, να οικοδομήσει προϋποθέσεις ώστε το κίνημα στην εκπαίδευση να δώσει ξανά το αγωνιστικό παρών, από το φθινόπωρο, ΕΝΩΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟ.

9. Και αν το κέντρο βάρους των προσπαθειών μας θα πέσει στη νεολαία, θα επισημάνουμε ένα ακόμη κεντρικό καθήκον της οργάνωσης. Και αυτό δεν είναι άλλο από την προετοιμασία μας για να αντεπεξέλθουμε σε μία ακόμη κρίσιμη αντιπαράθεση, που πιθανότατα θα εξελιχθεί σε κομβικό σημείο της ταξικής πάλης και που θα αφορά στο σύνολό της την επαπειλούμενη καπιταλιστική επιδρομή στην ασφάλεια και στη σύνταξη. Εχουμε υποχρέωση να το αναδείξουμε μαζί με το ζήτημα της νεολαίας και των στόχων της και στο πλαίσιο της εκλογικής μας παρέμβασης. Ωστόσο στην κύρια πλευρά πρέπει να το αντιμετωπίσουμε σαν μάχιμο ζήτημα πρώτης γραμμής που θα το θέσουμε κυρίως στο πλαίσιο του εργατικού και λαϊκού κινήματος, έχοντας την εκτίμηση ότι μπορεί να πάρει διαστάσεις και ν’ αγκαλιαστεί από μεγάλα τμήματα του λαού που ήδη βιώνει ανασφάλεια, ανέχεια και ανεργία. Και να μην κάνουμε το λάθος να διαμορφώσουμε τις εκτιμήσεις μας από το αποτέλεσμα της απεργίας της 15ης Μάη. Ούτε, από την άλλη, να υποτιμήσουμε τι έχει εισπράξει ο λαός από την έξαρση της σκανδαλολογίας σε σχέση με τα Ταμεία και τα ομόλογα. Συνηθίζουμε να εκτιμάμε, και σωστά, ότι οι εξάρσεις της σκανδαλολογίας και οι κορόνες διαφάνειας που κατά καιρούς εκτοξεύονται από τα κέντρα του συστήματος εξυπηρετούν άλλες σκοπιμότητες που δεν αγγίζουν το λαό και τα πραγματικά του προβλήματα, αλλά έχουν να κάνουν με ενδοαστικά παιχνίδια και ανακατατάξεις. Στην προκείμενη όμως περίπτωση, πιθανώς ο όλος θόρυβος να έχει εισπραχθεί διαφορετικά από τη λαϊκή συνείδηση. Οχι όπως ίσως θα ήθελε το ΠΑΣΟΚ και η κυρίαρχη Αριστερά, ούτε βέβαια όπως θέλει η ΝΔ. Αλλά στη βάση τού να θορυβήσει αρκετά το λαό και να τον ψυλλιάσει γι’ αυτό που του ετοιμάζουν ΝΔ αλλά και ΠΑΣΟΚ γύρω απ’ τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά του δικαιώματα. Τέλος, να μην αγνοήσουμε την πιθανότητα να γνωρίσουν νέα έξαρση ζητήματα που άπτονται της ανάπτυξης αντιιμπεριαλιστικού-αντιπολεμικού κινήματος στη χώρα μας και στη γειτονιά μας. Οπως αυτό της λεγόμενης αντιπυραυλικής ασπίδας. Υπάρχουν όροι και προϋποθέσεις που καθιστούν ορατό το ενδεχόμενο τέτοια ζητήματα να αποτελέσουν αντικείμενο κινήματος, και έχουμε κάθε υποχρέωση να ανταποκριθούμε σε αυτό. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να περιμένουμε να τελειώσουν οι εκλογές για να τεθεί. Οφείλουμε να εντάξουμε και αυτή την πλευρά στη δράση μας, τόσο άμεσα όσο και στο πλαίσιο της πολιτικής μας παρέμβασης στις εκλογές, βάζοντας τα θεμέλια για να επανέλθουμε, αν το απαιτήσουν συγκεκριμένα οι συνθήκες, με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες.

10. Οι επικείμενες εκλογές, όποτε και αν γίνουν και με όποια μορφή δώσουμε την προεκλογική μάχη, πρέπει να αξιοποιηθούν και να ενταχθούν στη γενικότερη μάχη που με βάση τις εκτιμήσεις μας έχουμε ταχθεί να δώσουμε. Αυτή της οικοδόμησης ενός ευρύτερου ΜΕΤΩΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ στην επίθεση, στον πόλεμο, στα ιμπεριαλιστικά σχέδια, στην κρατική καταστολή. Ενός ΜΕΤΩΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ που οι βάσεις του πρέπει να μπαίνουν από σήμερα, από τώρα! Στους αγώνες της νεολαίας, στους αγώνες για την υπεράσπιση των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών λαϊκών δικαιωμάτων, στους αντιιμπεριαλιστικούς και αντιπολεμικούς αγώνες. Δεν είναι ούτε λίγο ούτε πολύ. Είναι αναγκαίο και το μόνο ρεαλιστικό. Και που σίγουρα διαφοροποιείται από τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό που διέπει, σε μεγάλο μέρος, την υπόλοιπη Αριστερά, που τάζει σε εαυτόν και αλλήλους λαγούς με πετραχήλια, για δήθεν διευρυμένες εκλογικές καταγραφές που υποτίθεται θα τροποποιήσουν ευνοϊκά τους συσχετισμούς και θα κεφαλαιοποιήσουν στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο την κίνηση του λαού και της νεολαίας. Εμείς δεν είμαστε από εκείνους που υποτιμάμε σε μια αριστερίστικη ή αναρχοαυτόνομη βάση τις συνέπειες και τις επιπτώσεις στο λαό και στο κίνημα που έχουν οι εκλογικές καταγραφές συσχετισμού δύναμης στον καπιταλισμό. Σαφώς και θα θέλαμε να ξανανοίξουν χαραμάδες ελπίδας και προοπτικής και μέσα από τις κάλπες, μέσα από την αποτύπωση ενός διαφορετικού πολιτικού συσχετισμού που θα έκφραζε έστω και μερικώς (πλήρως δεν γίνεται) αυτό που συντελείται στη βάση της κοινωνίας, μέσα στο κίνημα και στις αντιστάσεις. Ωστόσο υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο τι θέλουμε και στο τι πραγματικά μπορεί να γίνει, αν αναλογιστούμε τα χαρακτηριστικά της ευρύτερης Αριστεράς, τη φάση του κινήματος γενικότερα μέσα στους ευρύτερους αρνητικούς συσχετισμούς.
Με την ευκαιρία λοιπόν των απανωτών προτάσεων που εκτοξεύονται εδώ και καιρό και που πιθανόν να πληθύνουν όσο πλησιάζουν οι εκλογές, θα θέλαμε να πούμε ορισμένα πράγματα.
Ολες αυτές οι προτάσεις, είτε εμφανίζονται περισσότερο είτε λιγότερο φιλόδοξες, είτε ζητούν ενότητα όλης της Αριστεράς, είτε ζητούν ένα πολιτικό πόλο της ριζοσπαστικής Αριστεράς, πολύ απλά ΔΕΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ. Ολες τους βρίσκονται μακριά από τα πραγματικά δεδομένα. Και κατά τη δική μας εκτίμηση όχι μπροστά από αυτά, αλλά πίσω. Δεν ανταποκρίνονται στο ό,τι έχει παράξει μέχρι στιγμής το κίνημα, δεν ανταποκρίνονται στο βάθος και στην έκταση των ιδεολογικών και πολιτικών διαφορών που χωρίζουν τις διάφορες τάσεις που αναφέρονται στην Αριστερά, δεν ανταποκρίνονται στη φάση που βρισκόμαστε και συνεχίζει να χαρακτηρίζεται σαν φάση ήττας του κινήματος. Ολες αυτές οι προτάσεις που προϋποθέτουν μια λιγότερο ή περισσότερο μάξιμουμ σύγκλιση είναι τελείως αναντίστοιχες με τις συνεργασίες, τους συντονισμούς, την κοινή δράση των δυνάμεων αυτών μέσα στο κίνημα και στους αγώνες. Για να μην παρεξηγηθούμε, ο κόσμος της Αριστεράς στο σύνολό του θέλει και απαιτεί όχι μόνο αυτά που του «υπόσχονται» οι διάφορες προτάσεις, αλλά και πολύ περισσότερα. Από το πρωτόλειο επίπεδο μέχρι το ανώτερο. Είναι όμως τόσο θολό το τοπίο, τόσο έντονη η για δεκαετίες κυριαρχία του συστήματος και των αξιών του, τόσο φανερή η κυριαρχία του ρεφορμισμού και του ρεβιζιονισμού μέσα στην κυρίαρχη Αριστερά, που παραμένει ζητούμενο ο δρόμος, οι μορφές, η λογική, η μέθοδος που όλος αυτός ο κόσμος, ή έστω τμήματά του, θα προσεγγίσει αυτά που πράγματι απαιτεί. Και κυρίως ζητούμενο παραμένει το πώς θα συνδυάσει την πορεία για να ενωθεί με μια πολιτική-ιδεολογική βάση ενότητας που να ανταποκρίνεται όχι μόνο στις «δικές» του ανάγκες, αλλά του κινήματος, του λαού, της εργατικής τάξης.
Οσες ηγεσίες λοιπόν παριστάνουν τις «ανήξερες», προσποιούνται ότι δεν βλέπουν την πραγματικότητα που επισημαίνουμε και επιμένουν σε προτάσεις ενότητας, στην ουσία έχουν βρει έναν τρόπο να εμπορεύονται απ’ τη μια γνήσιες λαϊκές διαθέσεις και απ’ την άλλη (και αυτό είναι το κύριο) να θέλουν να επιβάλλουν και να αναπαράγουν (έστω με μικροτροποποιήσεις) την κυριαρχία των ίδιων λανθασμένων απόψεων και αντιλήψεων που τις χαρακτηρίζουν και οδήγησαν στη χρεοκοπία της Αριστεράς που βιώνουμε. Βρήκαν έναν πιασάρικο τρόπο για να υπεκφεύγουν απολογισμούς και αυτοκριτικές που θα τις υποχρέωναν να αποκαλυφτούν, να ξεσκεπαστούν, να αυτοαναιρεθούν. Αποφεύγουν την ουσία και πιστεύουν ότι μπορεί να χρησιμοποιήσουν τον κόσμο της Αριστεράς, το κίνημα, σαν μέσο πίεσης προκειμένου μέσα από την αναπαραγωγή τους να ζητούν μια θέση στο κεντρικό πολιτικό ταμπλό της κυρίαρχης κατάστασης. Βρήκαν έναν τρόπο να εκβιάζουν τον κόσμο της Αριστεράς προκειμένου να τον αξιοποιήσουν στους μεταξύ τους διαγκωνισμούς, αλλά κυρίως στο αλισβερίσι τους με κυβερνητικές λύσεις σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης. Ακόμη και το ΚΚΕ, που στα λόγια χρησιμοποιεί την πραγματικότητα που αναφέραμε, στην ουσία εκβιάζει και αυτό για μιαν «άλλη ενότητα». Την «ενότητα» των πάντων γύρω από τον εαυτό του. Την υποταγή των πάντων στη δική του ιδιαίτερη λαθεμένη προοπτική. Απλώς ομολογεί καθαρά ότι δεν είναι διατεθειμένο να «εκχωρήσει» τίποτε, ότι η γραμμή του είναι ο μοναδικός εγγυητής.

11. Και αν αυτά που περιγράψαμε φωτογραφίζουν κυρίως τις κυρίαρχες τάσεις της Αριστεράς, που η κάθε μία διεκδικεί για λογαριασμό της να γίνει ο ηγεμόνας, πώς να δικαιολογήσεις μια σειρά χώρους πέραν των δύο τάσεων που αναφέραμε, οι οποίες κόντρα στα δεδομένα επιμένουν ιδιαίτερα ενόψει εκλογών κάθε φορά στο ίδιο ενωτικό αναμάσημα περί πόλου και τα τοιαύτα; Οι οποίες μάλιστα, όταν πρόκειται να δικαιολογήσουν τη μόνιμη άρνησή τους σε προτάσεις κοινής δράσης και συντονισμού σε αναφορά με το κίνημα, «ανακαλύπτουν» πολλά από αυτά που επισημαίνουμε για να τα ξεχνούν ως διά μαγείας όταν εξακοντίζουν τις προτάσεις ενότητας!
Θέλουμε λοιπόν για μία ακόμη φορά να ξεκαθαρίσουμε ότι καμία από τις προτάσεις πολιτικής ενότητας και πόλου δεν μας καλύπτει, και δεν έχουμε πεισθεί ότι μπορούμε να υπάρξουμε στα πλαίσιά τους. Πολύ απλά γιατί δεν είμαστε διατεθειμένοι να αλλάξουμε την ιδεολογική-πολιτική φυσιογνωμία αλλά και δεν διανοούμαστε να ζητήσουμε από τους άλλους να δεχτούν τη δικιά μας σαν βάση ενότητας. Ούτε βέβαια είμαστε διατεθειμένοι, απεμπολώντας όλα τα χαρακτηριστικά που έχουμε κατακτήσει μέσα από την αντιπαράθεσή μας με τον ρεφορμισμό και τον ρεβιζιονισμό, να στοιχηθούμε στους προθάλαμους του «κόμματος της εργατικής τάξης». Ούτε να βολευτούμε κάπως στα χαλαρά στην αυλή του Συνασπισμού.
Αρκετοί βέβαια αγωνιστές, ενώ κατανοούν τη γενική μας στάση απέναντι στα ζητήματα ενότητας ή πόλου, και που οι ίδιοι ακολουθούν για λογαριασμό τους αντιστεκόμενοι στις «προσφορές», γνωρίζοντας ότι μας έχουν απευθυνθεί και κάποιες ενδιάμεσες προτάσεις εκλογικής λίστας ή, κυρίως, εκλογικής συνεργασίας, ζητούν την τοποθέτησή μας.
Αν μέχρι στιγμής τις προσπεράσαμε και δεν σταθήκαμε σε αυτές, το κάναμε γιατί στη φάση που προβλήθηκαν και έτσι όπως προβλήθηκαν (κατά τις κινητοποιήσεις των φοιτητών) αυτές οι προτάσεις έπαιξαν αποπροσανατολιστικό ρόλο και καθόλου δεν υπηρέτησαν τις ανάγκες του κινήματος της νεολαίας. Εκ των πραγμάτων φανέρωναν μια λειψή εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του κινήματος. Ανεξαρτήτως προθέσεων, μετατόπιζαν το κέντρο βάρους της μάχης που έπρεπε να δώσει το κίνημα, σ’ ένα άλλο επίπεδο που ευνοούσε τους ρεφορμιστές. Κρύβουν τάσεις αναχώρησης απ’ το κίνημα, ομολογούν αδυναμία ανταπόκρισης στις απαιτήσεις της ταξικής πάλης. Οι προτάσεις αυτές, ωστόσο, παρά την εξέλιξη του κινήματος, που σε μεγάλο βαθμό μας επιβεβαίωσαν, παραμένουν ενεργές και συνεχίζουν να απευθύνονται.
Για μας σε καμία περίπτωση δεν είναι ζήτημα αρχής η μορφή με την οποία θα συμμετέχουμε στις εκλογές. Το αποδείξαμε άλλωστε το 2000, που ήμασταν οι μόνοι που προτείναμε ευρεία εκλογική συνεργασία των δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Ούτε γενικά έχουμε δείξει ότι δεν παίρνουμε ρίσκα, ακόμη και στο να πιέσουμε ή να «εκβιάσουμε» ορισμένες καταστάσεις. Συζητήσαμε λοιπόν εκ νέου τις προτάσεις αυτές και στην τρέχουσα φάση (μετά δηλαδή την εξέλιξη του κινήματος της νεολαίας) και με το δεδομένο ότι η τρέχουσα φιλολογία έδειχνε επίσπευση εκλογών.
Σε αναμονή, λοιπόν, της ολοκλήρωσής της, αυτά που βαραίνουν στη διαμόρφωση της τελικής μας στάσης είναι:
• Η δυσκολία που έχουμε να αποσυνδέσουμε τις προτάσεις αυτές από τις επιδιώξεις και τη στάση απέναντι στο πρόσφατο κίνημα, αυτών που μας τις θέτουν ξανά.
• Η έλλειψη διάθεσης που διακρίνουμε στους εμπνευστές αυτών των προτάσεων να σταθούν με ειλικρινή και γνήσια αυτοκριτικό τρόπο απέναντι στις ευθύνες τους, τόσο στην απεργία των δασκάλων όσο και στο νεολαιίστικο ξέσπασμα.
• Οι εγγυήσεις και οι δυνατότητες που έχει μια εκλογική συνεργασία με το εύρος που φιλοδοξεί να καλύψει, να διατηρήσει τη συνοχή της σαν κεντρικό συντονιστικό εργαλείο κοινής δράσης που θα ευνοεί τις αντιστάσεις.
• Οι φόβοι μας, μήπως μια τέτοια εκλογική συνεργασία, με βάση τους εσωτερικούς συσχετισμούς της, μετεξελιχτεί σε καρικατούρα ενός υποτιθέμενου πόλου που κάτω από το βάρος των εσωτερικών του αντιπαραθέσεων εκφυλιστεί και τιναχτεί στον αέρα.
• Η προϋπάρχουσα αρνητική εμπειρία από την εξέλιξη ανάλογων εκλογικών συνεργασιών που ενδεχομένως να κυριαρχήσει στα μάτια αγωνιστών και που θα οδηγήσει για μία ακόμη φορά το όλο εγχείρημα να μείνει μακριά από τις ζωντανές δυνάμεις του δυναμικού που υποτίθεται ότι θέλει να εκφράσει, και καταντήσει μια συνάντηση κορυφών και τίποτε άλλο.
• Η αναμφισβήτητη ύπαρξη νέων δεδομένων, που προέκυψαν έστω βασανιστικά μέσα από επιμέρους πρωτοβουλίες κοινής δράσης σε επίπεδο κινήματος σε διάφορους χώρους εργαζομένων και συνοικίας, στα δημοτικά πράγματα, μαζί με τα όσα ελπιδοφόρα ανέδειξε η νεολαία, δεν έχει υποκειμενικά διαμορφώσει συγκλίσεις επί της ουσίας σε επίπεδο πολιτικής λογικής ανάμεσα έστω σε τμήματα του εγχειρήματος. Τα νέα δεδομένα περισσότερο επιβλήθηκαν απ’ τα πράγματα και δεν έχουν ενσωματωθεί όσο απαιτείται στη φυσιογνωμία των δυνάμεων που θα στηρίξουν την κοινή εκλογική καταγραφή. Γεγονός που δεν αντισταθμίζει τα αρνητικά που αναφέραμε.
Σε κάθε περίπτωση, και όσο επιτρέπουν τα χρονικά δεδομένα, είμαστε διατεθειμένοι η συζήτηση και η στάθμιση των δεδομένων να μην αποτελούν μόνο αντικείμενο «εσωτερικών» αναζητήσεων, αλλά να ξανοιχτούν στον καθαρό αέρα και μέσα από ανοιχτές συσκέψεις όλων, αλλά και διμερείς επαφές, να γίνουν κτήμα και αντικείμενο ενός ευρύτερου δυναμικού.
Εμείς θα πράξουμε ανάλογα και, ανεξάρτητα της μορφής με την οποία θα παρέμβουμε τελικά στις εκλογές, θα συνεχίσουμε στη γραμμή του ΜΕΤΩΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ και στη λογική της κοινής δράσης. Οπως το αποδείξαμε και μετά το 2004, αλλά και μετά το 2000.

Αναζήτηση

Κατηγορίες