27 Σεπτεμβρίου, 19965η Συνδιάσκεψη - 1998, Κείμενα Κ.Ο.admin

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΝΕΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ.

Η κατάσταση που αντιμετωπίζουμε.
Διανύουμε μια περίοδο, όπου σε παγκόσμια κλίμακα έχει συντελεστεί μια δραματική ανατροπή των συσχετισμών σε βάρος των λαών. Στα πλαίσιά της το καπιταλιστικό σύστημα έχει εξαπολύσει μια άγρια επίθεση ενάντια στο προλεταριάτο και γενικότερα τους λαούς, τα δικαιώματα και τις κατακτήσεις τους, με στόχο να βαθύνει, διευρύνει και σταθεροποιήσει αυτόν τον συσχετισμό.
Παρ’ όλα αυτά και παρ’ όλους τους εμφανιζόμενους «δείκτες ανάπτυξης» το σύστημα δεν έχει κατορθώσει να ξεπεράσει την κρίση και τα αδιέξοδά του. Μια κρίση που αλληλοτροφοδοτείται με τον όλο και εντεινόμενο ανταγωνισμό ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές, ανακυκλώνοντας τα αδιέξοδά του σε όλο και ανώτερο επίπεδο.
Στην πραγματικότητα βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο, μια περίοδο, μια περίοδο σημαντικών ανακατατάξεων σε παγκόσμια κλίμακα, όπου κάθε δύναμη αναζητεί τον ρόλο της στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται. Στα πλαίσιά της έχουμε όξυνση των αντιθέσεων και των αντιφάσεων του συστήματος που οδηγεί σε ένταση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών που ξεσπάει σε κλιμάκωση της επίθεσης ενάντια στους λαούς, που ωθεί σε ανοιχτές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και ματοκύλισμα των λαών. Οι πιο αντιδραστικές δυνάμεις, της γης με επικεφαλείς τις ΗΠΑ, τον μεγαλύτερο εχθρό των λαών έχουν εξαπολύσει ένα κύμα βαρβαρότητας που οδηγεί την ανθρωπότητα σε έναν νέο μεσαίωνα.
Η γενικότερη αυτή κατάσταση αντανακλάται όπως είναι φυσικό και εκφράζεται και στη χώρα μας και μάλιστα υπό όρους εξάρτησης από τους ιμπεριαλιστές. Εξελίσσεται μια κατεύθυνση ολοκληρωτικής μετατροπής της χώρας σε παράρτημα των ιμπεριαλιστών και υπό όρους ανταγωνισμού ΗΠΑ- ΕΕ, που την διεκδικούν, την μοιράζονται, την παζαρεύουν.
Η «ηγέτιδα» μεγαλοαστική τάξη της χώρας και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι υποτάσσονται πλήρως σ’ αυτήν την σχέση πραγμάτων, ενώ για το μόνο για το οποίο αγωνιούν είναι το αν θα μπορέσουν να «κατοχυρωθούν» ως υπεργολάβοι των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων προσφέροντας αντιπαροχή τον λαό και την χώρα.
Στα πλαίσια αυτά κλιμακώνουν την επίθεση ενάντια στον εργαζόμενο λαό, «εξιδεικεύοντας» έτσι την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη πολιτική και τους όρους του Μάαστριχτ στα πλαίσια του «εκσυγχρονισμού». Τόσο η μια ωστόσο, όσο και οι άλλοι, στην κύρια πλευρά τους δεν είναι τίποτε άλλο από δίαυλοι μεταφοράς αξίας από τους εργαζόμενους στο (διατρέχοντας όλη την διαταξική και διακρατική κλίμακα) μεγάλο και πολυεθνικό κεφάλαιο.
Ευθυγραμμίζεται πλήρως στα ιμπεριαλιστικά σχέδια και επιδιώξεις ενάντια στους λαούς, εντάσσει τη χώρα στη δίνη των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στα πλαίσια ενός τυχοδιωκτικισμού που αποτελεί τον παρονομαστή τού κράματος υποτέλειας και σοβινισμού που χαρακτηρίζει την πολιτική της.
Υποθηκεύει το μέλλον του λαού και της χώρας με μεγαλεπήβολα εξοπλιστικά προγράμματα και στα πλαίσια μιας πολιτικής, που όχι μόνο δεν διασφαλίζει την χώρα αλλά δημιουργεί μεγαλύτερους κινδύνους.
Χαλκεύει συνεχώς και μεγαλύτερα δεσμά για το λαό με στόχο την διαιώνιση και κατοχύρωση μιας τέτοιας κατάστασης, μέσα από το πολιτικό σύστημα, το νομικό πλαίσιο, το πλέγμα αλλοτρίωσης συνειδήσεων, τους μηχανισμούς καταστολής.
Μοναδική και τελική της φιλοδοξία, η ισχυροποίηση -διάσωση του μεγαλοαστικού της τμήματος σε σχέση σύνδεσης-εξάρτησης με το ξένο κεφάλαιο και τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα και με αντάλλαγμα το λαό και την χώρα.
Εκφράσεις αλλά και όροι αυτού του αρνητικού συσχετισμού χαρακτηρίζουν την κατάσταση και στο επίπεδο του λαϊκού κινήματος.
Εκδηλώνονται φαινόμενα αποσυγκρότησης του προλεταριάτου σε «τάξη για τον εαυτό της» σε αναφορά με την διεκδικητική του δύναμη, τον ρόλο του στον «καθημερινό» ταξικό- πολιτικό συσχετισμό, και κύρια σε αναφορά με τον ιστορικό του ρόλο στην κοινωνία και την προοπτική της.

Οι αιτίες βρίσκονται στην μακροχρόνια κυριαρχία του ρεβιζιονισμού- ρεφορμισμού στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και στα ΚΚ των καπιταλιστικών χωρών, αλλά και στην επίθεση του καπιταλιστικού συστήματος τα τελευταία χρόνια, που βρήκε το προλεταριάτο αφοπλισμένο ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά.
Αρνητικός παράγοντας καθοριστικής σημασίας η ήττα, η διάλυση, η αδυναμία ανασυγκρότησης του κομμουνιστικού κινήματος στα επίπεδα των απαιτήσεων της εποχής μας. Οι αιτίες συνδέονται με την αδυναμία των κομμουνιστών να απαντήσουν ολοκληρωμένα στα προβλήματα που έθετε η, μετά το ’50, εποχή και να αντιμετωπίσουν νικηφόρα την αντεπίθεση του συστήματος και την ρεβιζιονιστική- ρεφορμιστική επιδρομή στις γραμμές του κινήματος. Η κυριάρχηση του ρεβιζιονισμού- ρεφορμισμού στην συνέχεια άνοιξε τον δρόμο στην οπισθοχώρηση και αποσυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος. Η πάλη των μ-λ με κορυφαία έκφρασή της την ΜΠΠΕ έβαλε σημαντικές υποθήκες, δεν κατόρθωσε ωστόσο να αντιστρέψει την συνολικά και τελικά αρνητική πορεία.
Οι εξελίξεις αυτές σε συνδυασμό με την συνολική κατάρρευση στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, δημιούργησαν μια ακόμη αρνητική συνιστώσα. Η κατάρρευση σε συνδυασμό με τις δραματικές της επιπτώσεις αλλά και την καταιγιστική αντιδραστική προπαγάνδα, καταγράφτηκε ως ένα βαθμό στις συνειδήσεις των μαζών όχι μόνο σαν ήττα του σοσιαλισμού, αλλά και σαν έκφραση του ουτοπικού μιας τέτοιας προοπτικής.
Βεβαίως η ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν πεθαίνει ποτέ στις συνειδήσεις του κόσμου. Βιώνει, εδώ και χιλιάδες χρόνια στα όνειρα και τις προσδοκίες τους, όμως γίνεται (έγινε) υλική -πολιτική δύναμη μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που οι μάζες αποκτούν την πεποίθηση ότι μπορούν να την υλοποιήσουν. Στις σημερινές συνθήκες κυρίαρχο στοιχείο είναι η απογοήτευση, πράγμα που περιορίζει τα όρια των διεκδικήσεων και των αγώνων τους.
Με τέτοιους όρους οι αγώνες των λαών, που ούτως ή άλλως συνεχίζονται, εκδηλώνονται αποσπασματικά, χωρίς συνέχεια και αποτελεσματικότητα. Με κατακερματισμένες τις δυνάμεις τους, δεν μπορούν να ενιοποιηθούν σε ένα ανώτερο πολιτικό επίπεδο, να αποκτήσουν ορίζοντα και προοπτική. Αποδιεθνοποιημένοι, αδυνατούν να διαφοροποιήσουν τον δυσμενή συσχετισμό, ενώ αντίθετα η αντίδραση έχει την δυνατότητα να συγκεντρώνει δυνάμεις και να τους συντρίβει.
Αν κοιτάξουμε δίπλα μας θα δούμε συγκεκριμένες εκφράσεις αυτού του αρνητικού συσχετισμού να κυριαρχούν και στον «περίγυρό» μας. Θα δούμε λοιπόν:
Επαίσχυντες αστικές αντιλήψεις με -διάφανο πλέον- «αριστερό» προσωπείο.
Τάσεις φυγής από την ουσία του προβλήματος, είτε «καθαρές» και ατομικής «διεξόδου», είτε «οικολογικές» και άλλα παρεμφερή.
Παραπλήσια, μηδενιστικές αντιλήψεις, είτε «φιλοσοφικού» είτε «αναρχικού» και βάλε, χαρακτήρα.
Ρεβιζιονιστικές (παλαιϊκές και εκσυγχρονισμένες) αντιλήψεις, ως ιδιότυπο πλέον μίγμα κρατικίστικων απόψεων, «αριστερής νοσταλγίας» και τυπικού ρεφορμισμού, και πάντα με παρονομαστή την μικροαστική άποψη πραγμάτων.
Ρεφορμιστικές απόψεις πάσης απόχρωσης και ποικιλίας, από τον κλασικό μέχρι τον μαχητικό έως και τον «κομμουνιστικό» ρεφορμισμό, όπου ο μικροαστικός ιδεαλισμός δίνει και παίρνει.

Τέλος, αν δούμε πού βρισκόμαστε από υποκειμενική άποψη, θα διαπιστώσουμε τις σοβαρές θεωρητικές ιδεολογικές πολιτικές και οργανωτικές μας ελλείψεις, την ανεπαρκή σύνδεση με προλεταριάτο και λαϊκές μάζες, την αδυναμία μας να θέσουμε το ζήτημα στις πολιτικές διαστάσεις που απαιτούν τα προβλήματα που έχουν τεθεί.
Για να το πούμε διαφορετικά, εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς μια αναντιστοιχία ανάμεσα στα μεγάλα ζητήματα που έχουν τεθεί για να αντιμετωπιστούν, και στις περιορισμένες υποκειμενικές δυνατότητες.
Τα εμπόδια εμφανίζονται ανυπέρβλητα. «Αντικειμενικά» ανυπέρβλητα! Είναι έτσι; Ναι είναι έτσι αν δούμε το ζήτημα στατικά. Όμως δεν είναι έτσι αν τα δούμε μέσα στην κίνηση των πραγμάτων. Το αντικειμενικό με το υποκειμενικό δεν χωρίζονται με στεγανά. Υπάρχουν και λειτουργούν σε σχέση διαρκούς σύνδεσης και αλληλεπίδρασης. Το υποκειμενικό είναι μέρος και έκφραση του αντικειμενικού, είναι (όντως είναι) η πιο προωθημένη του έκφραση, που αντεπιδρά μετασχηματιζόμενο σε όλο και ανώτερο επίπεδο, καθώς δρα μετασχηματίζοντας την αντικειμενικότητα που το περιβάλλει.

Για να γίνουμε συγκεκριμένοι.
Ο υπάρχων συσχετισμός είναι όντως αρνητικός. Όμως ο εν δυνάμει συσχετισμός είναι εντελώς διαφορετικός. Οι εκμεταλλευτές όπως λέει ο Μάο, «είναι μια χούφτα», ενώ οι λαοί, οι εργαζόμενες μάζες είναι μια ολάκερη θάλασσα που τους περιβάλλει. Αδρανής βεβαίως σήμερα, αλλά πάντα ικανή εφόσον ενεργοποιηθεί να τους πνίξει στα κύματα που θα σηκώσει.
Ο καπιταλισμός είναι κυρίαρχος, αλλά παραμένει πάντα καπιταλισμός. Σήμερα μάλιστα εμφανίζεται όλο και πιο έντονα στην πιο «καθαρή» μορφή του. Αυτήν που ωθεί την βασική του αντίφαση στα πιο ακραία της σημεία, αυτή που οξύνει στο έπακρο τις κοινωνικές αντιθέσεις και πάνω απ’ όλα την αντίθεση αστικής τάξης -προλεταριάτου.
Το προλεταριάτο όχι μόνο δεν «εξαφανίζεται», όπως υποστηρίζουν διάφοροι αναλυτές, αλλά αντίθετα σε παγκόσμια κλίμακα είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι λ.χ. το ’17, τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και σε αναλογία. Το επίπεδο συγκρότησής του, πράγματι δεν είναι αυτό που απαιτεί ο ρόλος του, αλλά είναι ζήτημα -πολιτικού- «χρόνου» η «εκ νέου» συγκρότησή του σε τάξη για τον εαυτό της με ό,τι αυτό θα συνεπάγεται για την πορεία της ταξικής πάλης.
Κυριαρχεί πράγματι σήμερα η αστική ιδεολογία οι απόψεις οι αντιλήψεις. Ωστόσο οι απόψεις αυτές δεν μπορούν (και δεν μπορούσαν απ’ τη φύση τους) να απαντήσουν στα προβλήματα των πλατιών εργαζόμενων μαζών. Παρ’ όλο το σημερινό τους «μονοπώλιο» αδυνατούν να λειτουργήσουν ως «θέση» και περισσότερο προβάλλουν ως άρνηση με χαρακτηριστική έκφραση την δεσπόζουσα θέση που εξακολουθεί να κατέχει ο αντικομμουνισμός.
Παρ’ όλη την εικόνα κυριαρχίας που εμφανίζουν στην πραγματικότητα είναι εντελώς αδύναμες να σταθούν χωρίς «μηχανική υποστήριξη», μπορούν να επιτελούν τον ρόλο τους μόνο στη βάση ενός διαρκούς βομβαρδισμού των μαζών μέσα από τα πολλαπλά μέσα που διαθέτει το σύστημα. Ακόμη κι έτσι, μπορούν να κυριαρχούν μόνο και εφόσον δεν υπάρχει στοιχειώδεις αντίλογος. Στην πραγματικότητα η αστική ιδεολογία δεν «νίκησε» ποτέ στο επίπεδο των ιδεών, αλλά κυρίως κάλυψε και επικράτησε σ’ ένα «κενό», μια «εκκαθάριση εδάφους» από κάθε πραγματικό αντίλογο (ποιος επί παραδείγματι ο «αντίλογος» των ρεφορμιστών για δεκαετίες;) που πραγματοποιήθηκε κύρια μέσα από άλλους όρους και διαδικασίες.
Έχουμε την βεβαιότητα, ότι όσο περισσότερο θα «θριαμβεύει» ο σύγχρονος καπιταλισμός, τόσο πιο έντονα θα αναπηδάει η απαίτηση για ιδέες που να απαντούν και να δίνουν διέξοδο στα πραγματικά προβλήματα των μαζών. Είναι και πάλι ζήτημα πολιτικού «χρόνου» η «συνάντηση» τού πάντα υπαρκτού «ιστορικού αποθέματος» της κομμουνιστικής ιδεολογίας με αυτές τις σύγχρονες απαιτήσεις, που θα δώσει και την απάντηση στο ζήτημα.
Ένα κρίσιμο ζήτημα αποτελούν οι κατακτήσεις που «χάθηκαν». «Χάθηκαν», αλλά όχι ακριβώς, και οπωσδήποτε όχι όλες. Μια σειρά κατακτήσεις βιώνουν όχι μόνο μέσα στις συνειδήσεις των μαζών, αλλά και σαν υλικές πραγματικότητες της ζωής τους. Στο βιοτικό τους επίπεδο, τους όρους ζωής, τις εργασιακές σχέσεις, τις κοινωνικές, τις πολιτικές. Όσο περισσότερο και όσο πιο άμεσα θίγονται αυτές, τόσο περισσότερο θα «σκληραίνει» η αντίσταση, πράγμα που ήδη παρατηρούμε να συντελείται στη χώρα μας στις ευρωπαϊκές χώρες και σ’ όλο τον κόσμο. Βεβαίως, για να πάρει άλλη διάσταση, υπόσταση και δυναμική αυτή η αντίσταση χρειάζονται και κάποια άλλα πράγματα. Αλλά γι’ αυτά ακριβώς συζητάμε εδώ, γι’ αυτά αγωνιζόμαστε.
Τέλος αν κοιτάξουμε δίπλα μας, θα δούμε ότι δεν είμαστε μόνοι. Με αδυναμίες, διαφορετικές ίσως, ανάλογες όμως με τις δικές μας υπάρχουν κι άλλοι. Πολλούς τους ξέρουμε ήδη. Περισσότεροι είναι αυτοί που δεν ξέρουμε. Ακόμα πιο πολλοί είναι αυτοί που θα συναντήσουμε σε μια πορεία. Στους αγώνες που γίνονται, στους αγώνες που έρχονται. Στους αγώνες που «χάνονται», στους αγώνες που αδιόρατα για την ώρα και αργά, αλλά σταθερά διαφοροποιούν μια σειρά δεδομένα στη βάση των οποίων θα εμφανιστούν αύριο άλλοι όροι κινήματος.
Σ’ αυτήν την κίνηση πραγμάτων που υπάρχει, αναπτύσσεται, και που σ’ αυτήν συμμετέχουμε κι εμείς προσπαθώντας να συμβάλλουμε με την δική μας κίνηση. Σ’ αυτήν που μας κινεί.

Στόχοι και κατευθύνσεις.
Αγωνιζόμαστε και παλεύουμε στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.
Στο κεφάλαιο αυτό έχει ξαναρθεί στην επικαιρότητα μια «παλιά» συζήτηση που κάθε τόσο ανανεώνεται. Ποιος σοσιαλισμός, ποιος κομμουνισμός, ποιο το όραμα, ποιος ο στρατηγικός στόχος, πώς προχωρούμε και άλλα πολλά.
Είναι καθαρό ότι ένα κίνημα για να μπορέσει να θέσει στην πράξη στόχους τέτοιου χαρακτήρα, θα πρέπει να έχει αρκετά προωθημένες και συνολικές απαντήσεις σε όλα αυτά, να συγκροτεί πρόγραμμα στη βάση αυτών των απαντήσεων και να οργανώνει αντίστοιχα την πάλη του.
Ταυτόχρονα ωστόσο, έχουμε πλήρη επίγνωση, ότι στη φάση αυτή, είμαστε κάτω από το επίπεδο αυτών των απαιτήσεων, και βεβαίως δεν σκοπεύουμε καθόλου να συμμεριστούμε μια λογική σχεδιασμών επί χάρτου και προγραμμάτων εγκεφαλικού χαρακτήρα.
Πιστεύουμε όμως, ότι πρέπει να δώσουμε κάποιες πρώτες τουλάχιστον απαντήσεις. Όχι κατ’ ανάγκη «πρωτότυπες». Πιστεύουμε ότι το «ιστορικό απόθεμα» του κινήματος έχει δώσει κάποιες απαντήσεις στις οποίες μπορούμε να βασιστούμε.
Η αναγκαιότητα αυτή συνδέεται:
α) Με το γεγονός ότι η σημερινή μας πάλη συνδέεται, καθορίζεται σε σημαντικό βαθμό από το πώς αντιμετωπίζουμε αυτά τα ζητήματα, ακόμη και όταν κάτι τέτοιο δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένα.
β) Το γεγονός ότι δεν μπορούμε σήμερα να δώσουμε ολοκληρωμένες απαντήσεις, δεν αναιρεί (ίσα-ίσα) την απαίτηση να φτάσουμε στο επίπεδο εκείνο που θα είμαστε ικανοί για κάτι τέτοιο. Χρειάζεται συνεπώς να προσδιοριστούν οι βασικές κατευθύνσεις που μας οδηγούν εκεί και η αντίστοιχη οργάνωση της πάλης μας.
γ) Από κει και πέρα έχει τη σημασία και τη χρησιμότητά του ο προσδιορισμός της αντίληψής μας, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου επικρατεί αρκετή σύγχυση.
Σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη, στρατηγικός στόχος του κινήματος μπορεί και πρέπει να είναι η ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, η δικτατορία του προλεταριάτου, ο σοσιαλισμός, με όραμα και προοπτική πάντα τον κομμουνισμό.
Ο στρατηγικός στόχος της επαναστατικής ανατροπής προσδιορίζεται στη βάση των αντιθέσεων της σημερινής κοινωνίας, την διάταξη των ταξικών δυνάμεων, τον ρόλο τους σήμερα και αυτόν που μπορούν να διαδραματίσουν στην επαναστατική διαδικασία. Οι όποιοι, ας το πούμε έτσι, στρατηγικού χαρακτήρα σχεδιασμοί και προβλέψεις έχουν νόημα και οντότητα μόνο σε μια τέτοια βάση και όχι στη βάση των επιθυμιών και των οραμάτων μας. Ακριβώς γι’ αυτό η ταξική πάλη συνεχίζεται και μετά το πάρσιμο της εξουσίας, στο σοσιαλισμό και στην πορεία προς τον κομμουνισμό.
Ανάλογη σύγχυση υπάρχει και γύρω από το ζήτημα του προγράμματος. Κομίζει γλαύκας εις Αθήνας όποιος διακηρύσσει, ότι χωρίς πρόγραμμα ένα Κ.Κ. δεν μπορεί να θέσει το στόχο της ανατροπής κ.λπ., κ.λπ.. Τώρα, πώς μπορεί να φτιαχτεί πρόγραμμα χωρίς να υπάρχει Κ.Κ., αυτό δεν φαίνεται να έχει απασχολήσει και πολύ. Ας είναι. Με βάση τα όσα έχουμε παρατηρήσει «στη γύρα» αυτό που χρειάζεται να πούμε εδώ, είναι πως άλλο πράγμα αποτελεί μια εγκεφαλική κατασκευή και άλλο ένα πολιτικό (με την πλήρη έννοια του όρου) πρόγραμμα. Δείγματα της πρώτης εκδοχής είχαμε πολλά και από πολλές πλευρές κατά καιρούς. Το ζητούμενο συνδέεται με την δεύτερη εκδοχή του πράγματος. Επιγραμματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το πολιτικό πρόγραμμα είναι αυτό που θα μπορούσαμε να θέσουμε στις μάζες προς υλοποίηση.
Προσπερνώντας μια σειρά ζητήματα και για να συνοψίζουμε. Πιστεύουμε ότι πρέπει να φτάσουμε εκεί. Εκεί που θα μπορούμε να φτιάξουμε πρόγραμμα και να θέσουμε στρατηγικούς στόχους όχι στο κεφάλι μας, αλλά ως πολιτικά ζητήματα. Υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις, κάποιες κατευθύνσεις, στη βάση των οποίων πρέπει να κινηθούμε, ή αν θέλετε κάποιοι στόχοι στρατηγικού χαρακτήρα. Αυτοί, και πάλι σε συντομία θα μπορούσαν να συνοψιστούν.
–Στην κατεύθυνση της «εκ νέου» ανασυγκρότησης του προλεταριάτου σε τάξη για τον εαυτό της.
–Στην ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος στη βάση των απαιτήσεων της εποχής μας..
–Στην διαμόρφωση ανάλογου επιπέδου όρων κινήματος ή αλλιώς, στη διαφοροποίηση του σημερινού εντελώς αρνητικού συσχετισμού.(ελλαδικά και διεθνώς).

Εννοείται πως όλα αυτά (και άλλα) δεν τα αντιμετωπίζουμε ξεχωριστά αλλά διαλεκτικά δεμένα μεταξύ τους κ.λπ., κ.λπ..
Επειδή ούτε σ’ αυτό το επίπεδο είμαστε (όχι εμείς μόνο αλλά συνολικά το κίνημα) θα πρέπει να δούμε μέσα από ποιους δρόμους μπορούμε να προσεγγίσουμε αυτούς τους στόχους, ποιους όρους μπορούμε και πρέπει να διαμορφώσουμε.
Η υλοποίηση τέτοιων στόχων προϋποθέτει αλλά και συνιστά μια διαδικασία «μετασχηματισμού» μας σε ένα ψηλότερο ποιοτικά επίπεδο. Μέσα στην πάλη και μέσα από την πάλη και εννοώντας την σαν μια κίνηση που δεν αφορά μόνο εμάς σαν ΚΚΕ(μ-λ), αλλά όλους όσους αναφέρονται και παλεύουν για τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό. Μια διαδικασία που θα μπορούσε να μας δώσει αυτό που θα ονομάζαμε «πρωταρχική κομμουνιστική συσσώρευση» δυνάμεων.
Μια τέτοια προσπάθεια προϋποθέτει αποφασιστικά βήματα σε μια σειρά πεδία όπως:
–Δημιουργία όρων πάλης και σύνδεσης με το λαό και το προλεταριάτο, καθώς και την δημιουργία κάποιων πρώτων ρηγμάτων στον αρνητικό συσχετισμό.
–Μέσα από την σύνδεση, υποστήριξη, διεύρυνση της αντίστασης απέναντι στην επίθεση του συστήματος.
–Την πάλη ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, την εξάρτηση, τον πόλεμο.
–Την πάλη ενάντια σε αστικές και ρεφορμιστικές αντιλήψεις και τους φορείς τους. Την προσπάθεια όχι μόνο για διεύρυνση των εστιών αντίστασης αλλά την πολιτικοποίησή τους, την ενοποίησή τους στο μόνο δυνατό επίπεδο, το πολιτικό.
–Με την αυτόνομη δράση μας, μέσα από την Μαχόμενη Αριστερά και κάθε άλλης μορφής συνεργασία πάλης.
–Την ισχυροποίηση της κομμουνιστικής (μ-λ) γραμμής και κατεύθυνσης μέσα από τις θέσεις που θα προωθούνται, την αντιπαράθεση και πολεμική σε αστικές και ρεφορμιστικές απόψεις, την αντιπαράθεση (στη βάση της λογικής της ενότητας και πάλης) σε λαθεμένες απόψεις, ακόμη και δυνάμεων με τις οποίες συνεργαζόμαστε συγκυριακά ή πιο μόνιμα.

Στο ιδεολογικό μέτωπο:
–Να κριτικάρουμε «ξανά» τον καπιταλισμό.
–Να εξηγήσουμε την παλινόρθωση.
–Να υπερασπίσουμε το κομμουνιστικό κίνημα.
Να ξεκαθαρίσουμε, πως όταν λέμε να κριτικάρουμε τον καπιταλισμό, δεν εννοούμε απλά μια καταδίκη ηθικοπολιτικού χαρακτήρα, αλλά πάνω απ’ όλα την κριτική ανάλυση της σημερινής πραγματικότητας, των δεινών και των απειλών που συνιστά για τους λαούς η κυριαρχία του καπιταλιστικού συστήματος, των αδιεξόδων του. Ταυτόχρονα η ανάδειξη μέσα από μια τέτοια προσπάθεια της μοναδικής πραγματικής διεξόδου για τους λαούς, του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.
Με την ίδια λογική, η υπεράσπιση του κομμουνιστικού κινήματος θα πρέπει κύρια να στοχεύει στην ανάδειξη των κατακτήσεων εκείνων που είναι χρήσιμες και αναγκαίες για την σημερινή μας πάλη (όπως και η ερμηνεία της παλινόρθωσης). Το ότι μέσα στην ιστορία έχει αποδειχθεί, ότι το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα δεν είναι ανίκητο. Το ότι το προλεταριάτο, ο λαός μπορεί να πάρει την εξουσία και να επικρατήσει. Το ότι μπορεί να οικοδομηθεί ένα άλλο κοινωνικό σύστημα που στην πράξη απέδειξε πως μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της κοινωνίας, από τις πρωταρχικές (διατροφή, στέγη κ.λπ.) μέχρι τις πιο προωθημένες (επιστήμη, ανάπτυξη, κ.ά.), πιο αποτελεσματικά από το καπιταλιστικό σύστημα και σίγουρα πιο δίκαια. Ότι η ήττα (που δεν είναι η πρώτη στην μακρόχρονη πορεία της πάλης τους για απελευθέρωση και ίσως όχι και η τελευταία) δεν είναι το «τέλος» αλλά μια καμπή μέσα από την οποία θα διαμορφωθούν οι όροι για μεγαλύτερη εκτίναξη.
Όσο μας αφορά σαν οργάνωση. Ενίσχυση του ΚΚΕ(μ-λ). Ιδεολογική, πολιτική, οργανωτική ανάδειξη της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του, ακριβώς για να μπορεί να ανταποκριθεί με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στα καθήκοντα που θέλει, έχει αναλάβει και μπορεί να προωθήσει.
Η λογική με την οποία αντιμετωπίζουμε την προώθηση αυτών των καθηκόντων είναι αυτή που επανειλημμένα έχουμε αποσαφηνίσει και προσπαθούμε να υλοποιούμε. Η σύνδεση με την ταξική πάλη, η ολόπλευρη προσπάθεια προώθησης της πολιτικής μας δράσης, η ενίσχυση της πολιτικής λειτουργίας της οργάνωσης, διαλεκτικά δεμένα με την προσπάθεια απαντήσεων στα προβλήματα που μας θέτει το κίνημα και στην κατεύθυνση της σύνθεσής τους σε συνολικότερες απαντήσεις.

Στις συγκεκριμένες σημερινές συνθήκες εκτιμούμε, ότι θα μας βοηθούσε ουσιαστικά στην προώθηση των στόχων μας μια Συνδιάσκεψη, που θα έδινε την δυνατότητα στο σύνολο της οργάνωσης να συμμετάσχει και να συμβάλλει σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Πιστεύουμε ότι μέσα στον επόμενο χρόνο μπορεί με βάση εισηγήσεις του Κ.Ο. να ανοίξει μια τέτοια διαδικασία και με στόχο την πραγματοποίηση της Συνδιάσκεψης το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου.

Το Κ.Ο. του ΚΚΕ(μ-λ).

Αναζήτηση

Κατηγορίες