Απεργιακοί… διαγκωνισμοί στο έδαφος επίθεσης, της αποσυγκρότησης και των αυταπατών

Συνεχίζεται η κυβερνητική κοροϊδία σε βάρος των εργαζομένων μετά τις εξαγγελίες της ΔΕΘ και ενόψει προϋπολογισμού. Το κυβερνητικό παραμύθι για φιλεργατική πολιτική, παίζεται από την κυβέρνηση σε διάφορα επίπεδα και φαίνεται να είναι από τα πιο προσφιλή της. Όχι μόνο για προεκλογικούς λόγους, αλλά και γιατί σε αυτό το πεδίο έχει καταφέρει να παίζει χωρίς αντίπαλο, καθώς τα συνδικάτα και οι συνδικαλιστικές δυνάμεις έχουν ουσιαστικά κηρύξει παύση αγώνων.

Έτσι, η κυβέρνηση καυχιέται για την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων και της επεκτασιμότητας, διακηρύσσει την κατάργηση του υποκατώτατου μισθού και των μισθολογικών διακρίσεων σε βάρος της νεολαίας, «σεμνά» προβάλλει τα στατιστικά νούμερα που δείχνουν μείωση της ανεργίας και «δίνει μάχη» για να μην περάσει η μείωση των συντάξεων!

Βέβαια, την ίδια ώρα που «πασχίζει» για το… δίκιο του εργάτη, έχει τα μάτια της στραμμένα προς τις υποδείξεις του ξένου και ντόπιου κεφάλαιου και των ιμπεριαλιστών, οι οποίοι επιμένουν –και το επαναλαμβάνουν σε όλους τους τόνους– ότι δεν πρέπει να πάει χαμένο κανένα από τα χτυπήματα που κατάφερε σε βάρος της εργατικής τάξης και των εργαζομένων όλα αυτά τα χρόνια, δεν πρέπει να παρθεί πίσω κανένα από τα αντεργατικά μέτρα της προηγούμενης οχταετίας, που βαφτίστηκαν ως «διαρθρωτικές αλλαγές» και «μεταρρυθμίσεις».

Έτσι, όλες οι «φιλεργατικές» κυβερνητικές πρωτοβουλίες έχουν σαν μόνιμη προϋπόθεση την «ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας» και την «κοινωνική συνεννόηση». Δηλαδή, βάζουν ως προϋπόθεση τη σύμφωνη γνώμη των δυνάμεων του κεφάλαιου και τα όρια που αυτές θέτουν. Γι’ αυτό, όπως δήλωσε στη συνέντευξη Τύπου στη ΔΕΘ, «η διαδικασία της επαναφοράς του κατώτατου μισθού θα είναι απόλυτα εγκεκριμένη» και «σε κλίμα συναίνεσης», ενώ η κατάργηση του υποκατώτατου μισθού (εάν και εφόσον γίνει) θα συνοδεύεται από ανάλογες παραχωρήσεις προς το κεφάλαιο, όπως η επιδότηση του συνόλου των ασφαλιστικών εισφορών για όλους τους εργαζόμενους που είναι κάτω των 24 ετών. Και την ίδια ώρα που η μαθητεία (δηλαδή η απλήρωτη εργασία με πρόσχημα την απόκτηση εμπειρίας) επεκτείνεται διαρκώς.

Από την άλλη, η «μάχη» ενάντια στη μείωση των συντάξεων έχει και εναλλακτική εκδοχή (όπως κατατέθηκε στο σχέδιο προϋπολογισμού): τη… μείωσή τους (!!!) με την υπόσχεση για «αντίμετρα»!

Οι, δε, συλλογικές συμβάσεις που εγκρίνονται, επεκτείνονται κ.λπ. έχουν πίσω τους ένα νομοθετικό πλαίσιο (που και αυτή η κυβέρνηση ενίσχυσε) που εξασφαλίζει στο κεφάλαιο την άνεση να εφαρμόσει ό,τι θέλει, όπου θέλει και όπως θέλει.

Όσο για την ανεργία, αυτή μειώνεται χάρη στη διαρκή επέκταση των ελαστικών σχέσεων εργασίας, των ολιγόμηνων συμβάσεων και άλλων στατιστικών τεχνασμάτων που στόχο έχουν να κρύψουν τα πραγματικά μεγέθη της ανεργίας και των πολιτικών που στοχεύουν απλά στην ανακύκλωση της ανεργίας, στον περιορισμό της κοινωνικής δυσαρέσκειας και στην ανακύκλωση των εκβιασμών σε βάρος εργαζομένων και ανέργων.

• Κι ενώ όλα αυτά περιγράφουν μία πολιτική συνέχισης της αντεργατικής επίθεσης και βαθέματος του εργασιακού μεσαίωνα, το εργατικό κίνημα συνεχίζει να βρίσκεται στο περιθώριο, καθώς η πλειοψηφία των δυνάμεων που παρεμβαίνουν σε αυτό είτε βολεύονται από την κατάσταση αυτή είτε βρίσκονται σε σύγχυση.

Οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να βιώνουν την υπερεκμετάλλευση, την εντατικοποίηση και την τρομοκρατία, αποσυγκροτημένοι, μακριά από τη συλλογική δράση και, κυρίως, βιώνοντας στο πολλαπλάσιο τη σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό, που καταλήγουν στην απογοήτευση, τη μοιρολατρία και τις συνεχείς υποχωρήσεις. Κανένας εργαζόμενος δεν πανηγυρίζει για το κυβερνητικό αφήγημα σχετικά με τη λεγόμενη έξοδο από τα μνημόνια, γιατί βλέπει τα ήδη κουτσουρεμένα δικαιώματά του να χτυπιούνται ακόμη περισσότερο, το εισόδημά του να συρρικνώνεται και τη φορομπηχτική λεηλασία να συνεχίζεται αμείωτη. Και, κυρίως, γιατί στους χώρους δουλειάς ο συσχετισμός είναι καταθλιπτικός και χωρίς να διαφαίνεται η παραμικρή αγωνιστική χαραμάδα διεξόδου.

Ακόμη και η –δήθεν ταξική– ρητορεία του ΠΑΜΕ, που «συμπυκνώνεται» σε μία νομοθετική… υπερπαραγωγή, δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να εντείνει τη σύγχυση, να ενισχύει την αίσθηση αναμονής για κάτι καλύτερο, να λειτουργεί ενισχύοντας τη λογική μίας ακόμη ευκαιρίας στην κυβέρνηση. Κι ας διατείνεται για το αντίθετο. Δεν είναι τυχαίο που όλο αυτό το διάστημα δεν έκανε το παραμικρό ώστε να δοθεί εργατικός μαζικός αγώνας με πραγματικούς όρους σύγκρουσης με την αντεργατική πολιτική. Αντίθετα, έκανε πολλά σε επίπεδο παραταξιακών-κομματικών συγκεντρώσεων, χωρίς το παραμικρό αντίκρισμα στην αντιπαράθεση με την κυβέρνηση, την πολιτική της και το αστικό σύστημα.

• Αυτή η κατάσταση έχει τις ρίζες της στον καταθλιπτικό ιδεολογικό και πολιτικό συσχετισμό που επικρατεί στο εργατικό κίνημα. Στην κυριαρχία των αστικών και ρεφορμιστικών αντιλήψεων μέσα στο εργατικό κίνημα, που έχουν διαβρώσει τις συνειδήσεις των εργαζομένων και έχουν νομιμοποιήσει λογικές συνδιαλλαγής και συνδιαχείρισης, ξορκίζοντας την ανάγκη της πάλης με πραγματικά ταξικούς όρους, κόντρα στο κεφάλαιο, τον ιμπεριαλισμό και τις κυβερνήσεις τους. Αυτόν το συσχετισμό αξιοποιεί η σημερινή κυβέρνηση για να αφοπλίσει και να αποκοιμίσει τις εργαζόμενες μάζες. «Αν ο πρώτος πυλώνας της πολιτικού μας σχεδίου είναι οι επενδύσεις και οι μεταρρυθμίσεις, ο δεύτερος είναι η ανάκτηση της εργασίας» είπε ο Τσίπρας στην ομιλία του στη ΔΕΘ, συμβάλλοντας στην ταξική αποκοίμηση των εργαζομένων και σερβίροντας ξανά την αυταπάτη περί «κοινού εθνικού συμφέροντος» και «κοινωνικών εταίρων».

• Αυτή η κατάσταση δεν απαντιέται με φαεινές και βαρύγδουπες διακηρύξεις. Και κυρίως δεν απαντιέται από αυτούς που συνεχίζουν να λειτουργούν στα πλαίσια του ρεφορμισμού και των επικίνδυνων αυταπατών που αυτός καλλιεργεί. Απαντιέται σε σύγκρουση με τις λογικές αυτές, μέσα από την καθημερινή, επίμονη πάλη στους χώρους δουλειάς που θα βάζει μία άλλη κατεύθυνση για το κίνημα, μία άλλη προοπτική. Μία κατεύθυνση που θα συνενώνει την εργατική τάξη στη βάση των κοινών ταξικών της συμφερόντων.

Σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση κινούνται τα δύο απεργιακά καλέσματα που έχουν γίνει για 1 Νοέμβρη το ένα και 8 Νοέμβρη το άλλο.

Το πρώτο κάλεσμα έχει γίνει από τις… αρχές καλοκαιριού(!) και συνυπογράφεται από εφτά σωματεία τα οποία έχουν φτιαχτεί από δυνάμεις του εξωκοινοβουλίου και της αυτονομίας (Σύλλογος Εργαζόμενων στα Φροντιστήρια Καθηγητών – ΣΕΦΚ, Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου – Χάρτου – Ψηφιακών Μέσων Αττικής – ΣΥΒΧΨΑ, Σύλλογος Μεταφραστών – Επιμελητών – Διορθωτών – ΣΜΕΔ, Σωματείο Βάσης Εργαζομένων στις ΜΚΟ – ΣΒΕΜΚΟ, Σωματείο Εργαζομένων στη Nokia Ελλάδος, Σωματείο Μισθωτών Τεχνικών – ΣΜΤ και Σωματείο Σερβιτόρων Μαγείρων – ΣΣΜ). Τίτλος του καλέσματος «Να οργανώσουμε διακλαδική απεργία από τα κάτω» και στόχος του να αναδειχθεί το ζήτημα των ΣΣΕ.

Το δεύτερο κάλεσμα ανακοινώθηκε στα τέλη Σεπτέμβρη από το ΠΑΜΕ, με τη γνωστή του παραταξιακή τακτική.

Κι έτσι, λοιπόν, βρισκόμαστε μπροστά σε δύο απεργιακά καλέσματα, με μία εβδομάδα διαφορά, για το ίδιο σοβαρό ζήτημα –κεντρικό για το εργατικό κίνημα– και με ανοιχτό το ενδεχόμενο να προκηρυχθεί απεργία και από τη ΓΣΕΕ ενόψει του προϋπολογισμού.

Και οι εργαζόμενοι στα σωματεία αυτά (αλλά και στα υπόλοιπα, καθώς τα καλέσματα, τυπικά,  απευθύνονται σε όλα τα σωματεία) καλούνται να αποφασίσουν ποια απεργία υπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντά του. Οι δε εργαζόμενοι του ΣΜΤ (όπου έχουν σοβαρές δυνάμεις και οι μεν και οι δε) βρίσκονται μπροστά στο εξής παράδοξο: οι δύο βασικές συνδικαλιστικές δυνάμεις του σωματείου  να συμφωνούν στο ότι υπάρχει ανάγκη για απεργία αλλά να διαφωνούν στην ημέρα!

Δεν είναι τυχαία αυτή η κωμικοτραγική κατάσταση. Έχει να κάνει με την πραγματική απουσία της μεγάλης μάζας των εργαζομένων από τις διαδικασίες των σωματείων (αν και όπως γίνονται αυτές). Είναι αυτή η απουσία που επιτρέπει να γίνονται τέτοιου είδους χειρισμοί, τέτοιου είδους «παιχνίδια» στο όνομα των εργαζομένων.

Υποτίθεται ότι και τα δύο καλέσματα μιλούν για την ανάγκη της συμμετοχής των εργαζομένων. Μάλιστα, κομβικό σημείο του πρώτου καλέσματος είναι το «από τα κάτω». Κι όμως· και τα δύο καλέσματα προέκυψαν «από τα πάνω», με αποφάσεις ΔΣ και συνεννοήσεις μεταξύ τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο ΣΜΤ το κάλεσμα προέκυψε χωρίς γενική συνέλευση κι ενώ ήταν γνωστή η αντιπαράθεση που θα υπήρχε!

Υποτίθεται ότι και τα δύο καλέσματα γίνονται κόντρα στις απεργίες-ντουφεκιές της ΓΣΕΕ. Όμως ούτε το ΠΑΜΕ εννοεί κάτι τέτοιο ούτε και το κάλεσμα των εφτά σωματείων μπορεί καν να μιλάει για κάτι τέτοιο. Εκτός και αν θεωρούν ότι οι όροι που έχουν συσσωρεύσει είναι τέτοιοι που επιτρέπουν την άμεση συνέχεια της απεργιακής μάχης. Μα αν είναι έτσι, γιατί χρειάστηκε να εξαγγελθεί αυτή η απεργία γύρω στους έξι μήνες νωρίτερα; Και ποιες κινήσεις έχουν κάνει στην κατεύθυνση της μαζικοποίησής της αυτοί που την εξαγγέλουν;

Κατά τη γνώμη μας, και τα δύο καλέσματα κινούνται (τηρουμένων των –πολύ διαφορετικών– αναλογιών) πάνω στην ίδια αντίληψη: της συγκρότησης του «προνομιακότερου» κέντρου αγώνα, χωρίς τους εργαζόμενους και… χωρίς αγώνα. Τις βαρύγδουπες διακηρύξεις σε κενό αέρος (είναι ενδεικτικός της «απογείωσης» ο χαρακτηρισμός «διακλαδική» που δίνουν στην απεργία τους τα εφτά σωματεία).

Θέτουν ζήτημα απεργίας, ενώ δεν έχουν κάνει καν τα απαραίτητα βήματα συγκρότησης και συσπείρωσης δυνάμεων. Σπεύδουν να ανακοινώσουν πρώτοι το απεργιακό κάλεσμα και να βγουν πρώτοι στο «κάδρο», αγνοώντας ότι οι εργαζόμενοι και η εργατική τάξη δεν έχουν ανάγκη από μερικούς ακόμη «ταξικούς φωστήρες», αλλά από την επίμονη, καθημερινή ανάδειξη της γραμμής της ενότητας, της αντίστασης, της διεκδίκησης.

Κατηγορίες

Αναζήτηση