Ήττα μέσα στη νίκη για το AKP. Μπροστά σε διλήμματα και προβλήματα το τούρκικο καθεστώς

Ένα απολύτως αμφίρροπο αποτέλεσμα, τέτοιο που μπορεί να χαρακτηριστεί κάλλιστα πύρρειος νίκη, έδωσαν οι κάλπες της 31ης Μάρτη, για την εκλογή δημάρχων και δημοτικών συμβουλίων στη γειτονική χώρα.

Ένα αποτέλεσμα με συνέπειες στους πολιτικούς σχεδιασμούς όλων των αστικών πολιτικών κομμάτων της Τουρκίας, μιας και σ’ αυτή την εκλογική αναμέτρηση, την πρώτη μετά την επανεκλογή του Ερντογάν στον προεδρικό θώκο (Ιούνιος του 2018) με το νέο (υπερ)προεδρικό σύστημα, το κυβερνών κόμμα (AKP) και ο ίδιος ο Ερντογάν έδωσαν χαρακτήρα δημοψηφίσματος. Ποντάροντας στην πόλωση του εκλογικού σώματος και τη δημοφιλία που ο ίδιος διατηρεί, παρά τη φθορά της δεκαεξαετούς διακυβέρνησής του.

Έτσι, το AKP από τη μια διατήρησε την πρωτιά με μικρές μόνο απώλειες των ποσοστών του, σε σύγκριση τόσο με τις εκλογές του Ιουνίου του 2018, όσο και μe τις προηγούμενες δημοτικές εκλογές το 2014. Μάλιστα η «Λαϊκή Συμμαχία», που έχει συστήσει με το ακροδεξιό MHP , ξεπέρασε το όριο του 50% στην τούρκικη επικράτεια κατά 1,64%, αφήνοντας στη δεύτερη θέση (με ποσοστό 37,57%) την «Εθνική Συμμαχία» που σύστησε η αντιπολίτευση του κεμαλικού Λαϊκού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (CHP), με το επίσης ακροδεξιό «Καλό Κόμμα» (IYI Parti) της Ακσενέρ, που έχει προέλθει από τους κόλπους του MHP.

Από την άλλη, το AKP έχασε στους έξι μεγαλύτερους και μητροπολιτικούς δήμους της Κωνσταντινούπολης, της Άγκυρας, της Σμύρνης, της Αττάλειας, των Αδάνων και της Μερσίνης. Και αν η Σμύρνη ήταν «από χέρι» χαμένη, δεν μπορεί εύκολα να προσπεραστεί η άνετη νίκη του CHP στην πρωτεύουσα Άγκυρα (και δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Τουρκίας) μετά από δεκαέξι χρόνια κυριαρχίας του AKP. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να προσπεραστεί ή -έστω οριακή- μεγάλη νίκη των κεμαλιστών στην Πόλη, που από το 1994 που εξέλεξε για δήμαρχο ένα νέο τότε ανερχόμενο στέλεχος του ισλαμικού «Κόμματος Ευημερίας» του Ερμπακάν, τον Ερντογάν, δεν έχει φύγει ποτέ από τον έλεγχο του AKP.

Σ’ αυτές τις δημοτικές εκλογές το πολωτικό κλίμα ενέτειναν και οι επιλογές στο εσωτερικό των δύο πολιτικών συμμαχιών («Λαϊκής» και «Εθνικής») να αποσύρουν υποψηφίους ώστε να ενισχυθεί εκείνος ο εταίρος της συμμαχίας που θεωρούνταν ισχυρός στην τάδε ή τη δείνα περιοχή. Έτσι το MHP δεν κατέβασε υποψήφιους σε Άγκυρα, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Αττάλεια, Ντιγιάρμπακιρ ενώ το AKP σε Άδανα, Μερσίνη και Μανίσα. Σε αντίστοιχες κινήσεις εκατέρωθεν υποστήριξης προέβησαν το CHP και το ΙΥΙ. Ενώ και το φιλοκουρδικό HDP, που δοκιμάζεται από τις συνεχείς και κλιμακούμενες διώξεις, στηριζόμενο στην απολύτως λανθασμένη αντίληψη του «μικρότερου κακού», αποφάσισε να μην κατεβάσει υποψηφίους στις πέντε μεγαλύτερες πόλεις της Τουρκίας (Κωνσταντινούπολη, Άγκυρα, Σμύρνη κ.λπ.) για να ενισχυθεί η κεμαλική αντιπολίτευση.

Με τα παραπάνω δεδομένα, αυτό που παράχθηκε και σ’ αυτές τις εκλογές, παρά τις φανερές διαφοροποιήσεις, είναι η εικόνα μιας τριχοτομημένης Τουρκίας:

- Με τα δυτικά παράλια να έχουν ανεβάσει την αμφισβήτησή τους στη διακυβέρνηση της χώρας από το AKP και τον Ερντογάν. Τόσο από τμήματα των μεσαίων στρωμάτων, που βλέπουν να παίρνονται πίσω ένα-ένα τα στοιχεία αστικού εκσυγχρονισμού και στη θέση τους να μπαίνει ένας ολοένα και πιο ασφυκτικός ισλαμικός και ακροδεξιός συντηρητισμός. Όσο και από τμήματα των λαϊκών στρωμάτων, τα οποία η κρίση και η επίθεση έχει αρχίσει να γονατίζει.

- Την κεντρική Ανατολία, που εισήλθε από την αφάνεια στην οικονομική ζωή της Τουρκίας σε φανερή αλληλεπίδραση με την ορμητική άνοδο του «πολιτικού Ισλάμ» (AKP) και που γι’ αυτό εξακολουθεί να δίνει μια άνετη κυριαρχία στο κυβερνόν κόμμα. Κυριαρχία η οποία, σε συνδυασμό με τη σημαντική επιρροή –παρά τις απώλειες- του AKP στα συντηρητικά λαϊκά και μικροομεσαία στρώματα των μεγάλων πόλεων της Κωνσταντινούπολης και της Άγκυρας, δίνει στο AKP την πρώτη θέση στην τούρκικη επικράτεια. Αυτή άλλωστε η πρωτοκαθεδρία προσδίδει στο AKP την πολιτική δυνατότητα να αμφισβητεί μετεκλογικά την ήττα του σε Κωνσταντινούπολη και Άγκυρα, προσφεύγοντας στην ελεγχόμενη από το ίδιο Κεντρική Εκλογική Επιτροπή, στην πρώτη περίπτωση, και αναμοχλεύοντας εκκρεμούσα δικαστική υπόθεση για τον εκλεγέντα δήμαρχο του CHP στη δεύτερη.

- Την κουρδική Ανατολία, το τούρκικο Κουρδιστάν, που, μετά από μια περίοδο κριτικής υποστήριξης (πριν το 2010) στο AKP, στηρίζει πια και μάλιστα ισχυρά το HDP, αντιδρώντας έτσι στη διαδικασία ανατροπής όλων εκείνων των μεταρρυθμίσεων, που χαλάρωναν το ασφυκτικό αντικουρδικό πλαίσιο του αντιδραστικού τούρκικου καθεστώτος και η οποία έχει πια μετεξελιχθεί σε μια πολιτική εξανδραποδισμού των κουρδικών πληθυσμών, λόγω και της ισχυρής ανασφάλειας που παράγουν οι εξελίξεις στο συριακό Κουρδιστάν.

Αυτή η πολιτική-κοινωνική-οικονομική τριχοτόμηση επηρεάζεται, φυσικά, ισχυρά από τα μεγάλα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της τούρκικης κοινωνίας, από τα διλήμματα, τις φιλοδοξίες αλλά και τους φόβους της τούρκικης αστικής τάξης και των διαφόρων μερίδων της, από τα σοβαρά ζητήματα που έχουν προκύψει στη σχέση εξάρτησής της από τον δυτικό ιμπεριαλισμό και πρώτα απ’ όλα από τις ΗΠΑ.

Έτσι δεν είναι διόλου τυχαίο ότι οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν εν μέσω μιας νέας επιδείνωσης της παρατεταμένης νομισματικής -και όχι μόνο- κρίσης της τούρκικης οικονομίας και με εμφανή τα σημάδια πριμοδότησής της από τη συνεχιζόμενη αντιπαράθεση της τούρκικης ηγεσίας με τη Δύση και ειδικά με τις ΗΠΑ. Αφού λοιπόν υπήρξε μια σχετική ανάκαμψη της τούρκικης λίρας από τη θανάσιμη βουτιά του περσινού καλοκαιριού, το τελευταίο πριν τις εκλογές διάστημα, η τούρκικη λίρα ξαναπήρε την κάτω βόλτα, χάνοντας το 6% της ήδη υποτιμημένης αξίας της, κατρακύλα που συνεχίζεται και μετεκλογικά. Αυτή η εξέλιξη, μαζί με τη συνεχιζόμενη συρρίκνωση του ΑΕΠ, έχει μεγαλώσει τον κίνδυνο εισόδου της εξαρτημένης τούρκικης οικονομίας σε μια φάση βαθιάς ύφεσης. Ήδη η ανεργία ανεβαίνει επικίνδυνα, ενώ η εκτίναξη του πληθωρισμού εξανεμίζει τα λαϊκά εισοδήματα. Θα δούμε κατά πόσο το AKP θα μπορέσει να αξιοποιήσει τα τέσσερα χρόνια, που θεωρητικά έχει στη διάθεσή του μέχρι τις επόμενες εκλογές, για την αναστροφή της οικονομικής πορείας, όπως ήδη διά στόματος Ερντογάν εξαγγέλλεται.

Αξιοποίηση όμως που για να επιχειρηθεί -και πολύ περισσότερο για να έχει αξιώσεις επιτυχίας- θα πρέπει απαραίτητα να λυθούν μιας σειρά ακανθώδη ζητήματα με πρώτο, πιο σημαντικό και κρίσιμο το πρόβλημα των αμερικανοτουρκικών σχέσεων, που δεν επιδρά μόνο στην οικονομία, αλλά θα επηρεάσει συνολικά την πορεία της Τουρκίας και της εξαρτημένης αστικής της τάξης. Οι αυστηρές –προεκλογικά- προειδοποιήσεις της Ουάσιγκτον προς την Άγκυρα για το ασύμβατο της αγοράς από τις ΗΠΑ των F-35 ταυτόχρονα με την αγορά των ρώσικων S-400 έδωσαν μετεκλογικά τη θέση τους στην ανακοίνωση πως οι ΗΠΑ σταματούν τις παραδόσεις εξαρτημάτων των F-35 «μέχρι η νατοϊκή σύμμαχος να παραιτηθεί από την παραλαβή των S-400», κίνηση που θεωρείται το πρώτο βήμα έως και για την ακύρωση της πώλησης! Στην ίδια κατεύθυνση της πίεσης προς την Τουρκία –εκτός των άλλων σημαντικών- αποσκοπούσε και η παρουσία Πομπέο στην τριμερή σύνοδο Ελλάδας-Κύπρου–Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ τον περασμένο Μάρτη. Από την άλλη, οι συνεχείς αναφορές στη «γαλάζια πατρίδα», η αντίδραση του Ερντογάν στην αναγνώριση από τις ΗΠΑ της κατοχής του Ισραήλ στα Υψώματα του Γκολάν, η ανακοίνωση πως λίγο μετά την παρουσία του στην πανηγυρική Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Ουάσιγκτον, με την οποία ο δολοφονικός ιμπεριαλιστικός οργανισμός γιορτάζει τα εβδομήντα του χρόνια, θα συναντήσει τον Πούτιν (που συνεχάρη τον Ερντογάν για την νίκη του στις εκλογές!) στην Μόσχα δείχνουν πως η κόντρα θα συνεχιστεί. Όσο όμως η «στρατηγική υπομονή» των ΗΠΑ εξαντλείται, ο χρόνος κυλάει αντίστροφα και αναπόφευκτα σημαντικές αναταράξεις κυοφορούνται για το τούρκικο καθεστώς και κατά συνέπεια για όλη την περιοχή.

Επί του πιεστηρίου

«Η Τουρκία πρέπει να επιλέξει: Θέλει να παραμείνει κρίσιμος εταίρος στην πιο επιτυχημένη στρατιωτική συμμαχία στην ιστορία ή θέλει να διακινδυνεύσει την ασφάλεια αυτής της εταιρικής σχέσης λαμβάνοντας τέτοιες παράτολμες αποφάσεις που υπονομεύουν τη συμμαχία μας;» διερωτήθηκε ο Μάικ Πενς στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ.

Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ προέβη στη συγκεκριμένη δήλωση λίγη ώρα αφότου ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, τόνισε πως η Τουρκία δεν πρόκειται να παραιτηθεί από την αγορά του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος S-400, παρά τις πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το ρωσικό σύστημα «δεν θα ενσωματωθεί στο σύστημα του ΝΑΤΟ» επειδή «είναι για δική μας χρήση» είπε ο Τσαβούσολγου και συνέχισε: «Ως εκ τούτου προτείνουμε στις ΗΠΑ να δημιουργήσουμε τεχνική ομάδα εργασίας που θα εξασφαλίσει ότι το σύστημα αυτό δεν θα αποτελεί απειλή ούτε για τα (αμερικανικά) F-35 ούτε για τα συστήματα του ΝΑΤΟ».

Άμεση ήταν η απάντηση της Τουρκίας, δια στόματος του αντιπροέδρου Φουάτ Οκτάϊ, μέσω Twitter.

«Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να επιλέξουν. Θέλουν να παραμείνουν σύμμαχος της Τουρκίας ή να ρισκάρουν τη φιλία μας ενώνοντας τις δυνάμεις τους με τρομοκράτες που υπονομεύουν τη συμμαχική άμυνα εναντίον των εχθρών της, συνεργαζόμενοι με τρομοκράτες που υπονομεύουν την άμυνα μιας συμμάχου του ΝΑΤΟ, απέναντι στους εχθρούς της;» διερωτάται.

Όπως γράφαμε και στον επίλογο του άρθρου: ο χρόνος κυλά αντίστροφα…

Αναζήτηση

Κατηγορίες